Φάρμακον -> remedy / poison ?

aeh · 4 · 3534

aeh

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 1
Hello,

I would greatly appreciate the translation for this.

Thank you!
« Last Edit: 15 Aug, 2007, 19:35:04 by wings »


mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male
Φάρμακον can either be a remedy (drug) or a poison; it depends upon the use and dosage. In modern Greek, φάρμακον is mainly used for remedies and the shop selling φάρμακα is a Φαρμακείον (Pharmacy/pharmacium/drugstore). In modern Greek, the word usually used for poison is δηλητήριον, i.e. a substance harmful to health (in English there is the adjective deleterious).
« Last Edit: 15 Aug, 2007, 08:57:04 by billberg23 »



elena petelos

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3185
    • Gender:Female
  • Qui ne dit mot consent.
Φάρμακον can either be a remedy (drug) or a poison;
Indeed, whether "healing or noxious" pharmakon would be "φάρμακον".

In modern Greek, φάρμακον is mainly used for remedies and the shop selling φάρμακα is a Φαρμακείον (Pharmacy/pharmacium/drugstore). In modern Greek, the word usually used for poison is δηλητήριον, i.e. a substance harmful to health (in English there is the adjective deleterious).
Ηowever, in colloquial speech (Modern Greek), there's also "φαρμάκι" (>φαρμάκιον in Anc. Greek, different us., however -ie. "a purgative" in Hipp. Aph. or "a mild remedy" in Plato):


φαρμάκι το [farmá<k>i] O44 : (οικ.) 1. δηλητηριώδης ουσία, δηλητήριο: Παίρ νω / πίνω ~. Πήρε ~ να σκοτωθεί / να πεθάνει. 2. (μτφ.) καθετί που έχει πολύ πικρή γεύση: Tο στόμα μου είναι ~ από τα τσιγάρα. ~ τον έκανες τον καφέ. 3. (μτφ.) α. για κτ. που είναι υπερβολικά δηκτικό, γεμάτο κακότητα και κακία (και που προκαλεί στον αποδέκτη ψυχικό πόνο, θλίψη, δυσαρέσκεια, πίκρα): Tα λόγια του είναι ~. ΦP στάζει η γλώσσα* του ~. χύνω* το ~ μου. β. ψυχικός πόνος, βάσανο, πίκρα, θλίψη: Έχει τις χαρές της η ζωή, έχει και τα φαρμάκια. Mε πότισες ~. Πίνω για να πάνε κάτω τα φαρμάκια. ΦP πίνω φαρμάκι(α), πικραίνομαι, πονώ, βασανίζομαι ψυχικά. ποτίζω* κπ. ~. γ. σε κατηγορηματική χρήση: ~ το κρύο, οξύ, διαπεραστικό. Έξω κάνει ~, οξύ και διαπεραστικό κρύο. ~ οι τιμές στα μαγαζιά, πολύ υψηλές. Aυτός ο ποδοσφαιριστής έχει ένα σουτ ~, πολύ ισχυρό. [μσν. φαρμάκιν < *φαρμάκιον υποκορ. του αρχ. φάρμακον στη σημ.: `δηλητήριο΄ (διαφ. το συγγ. αρχ. φαρμάκιον `ήπιο καθαρτικό΄)]

As for the verb (φαρμακώνω<φαρμακῶ/φαρμακόω) it has lost the primary meaning (ie. to medicate) it had, and simply means "to poison" -literally or metaphorically.

φαρμακώνω [farmakóno] -ομαι P1 : (οικ.) 1. δίνω σε κπ. δηλητήριο, δηλητηριάζω, σκοτώνω με δηλητήριο: Πάει το σκυλάκι μας, το φαρμακώσανε. Tον παράτησε η αρραβωνιαστικιά του κι αυτός φαρμακώθηκε, πήρε δηλητήριο για να αυτοκτονήσει. 2. για πικρή γεύση: Δεν έβαλα ζάχαρη στον καφέ και φαρμακώθηκα. 3. (μτφ.) προκαλώ έντονο, οξύ πόνο: α σωματικό: Mου πάτησε τον κάλο και με φαρμάκωσε, ο αφιλότιμος! β. ψυχικό· θλίψη, πικρία: Tον είδα στην κηδεία της αδελφής του κι ήταν φαρμακωμένος, ο δύστυχος. [ελνστ. φαρμακ(οῦμαι) -ώνομαι (αρχ. φαρμακῶ `θεραπεύω με φάρμακα΄)]


mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male
I had the colloquial use of φαρμάκι and φαρμακώνω in mind when I was composing my answer, but I did not want to be long; that is why I have added the word usually for δηλητήριο (poison). Your intervention is most welcome.
« Last Edit: 15 Aug, 2007, 22:45:05 by mavrodon »



 

Search Tools