neti pot

venus · 5 · 5401

venus

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 149
    • Gender:Female
Καλημέρα!

Μήπως ξέρει κανείς πώς και αν λέμε κάπως αυτό το neti pot που μοιάζει και με λυχνάρι; Χρησιμοποιείται για να αποφράσσουμε τη μυτούλα μας.

Ευχαριστώ!
Beauty lies in the eyes of the beholder!


elena petelos

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3185
    • Gender:Female
  • Qui ne dit mot consent.
Τζαλανέτι ή νέτι:

3.  Νέτι ή Τζαλανέτι. Καθαρισμός των ρινικών περασμάτων και των ιγμορίων.
http://www.sthkungfu.com/yoga.asp?id=7
http://www.yogatrimurti.gr/faq.htm


(Σκεύος νέτι:

κ.λπ. http://biostore-aloa.blogspot.com/2006_07_01_archive.html)


https://en.wikipedia.org/wiki/Jala_neti


(και https://en.wikipedia.org/wiki/Sutra_neti)
Δεν βλέπω λόγο να μεταφράσεις το «neti» (αρκεί η μεταγραφή νομίζω), όσο για το «pot», αρκεί το «σκεύος» (ή και παραλείπεται) εκτός αν περάσουμε στα λύχνος/λυχνάρι κ.λπ.



venus

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 149
    • Gender:Female
Νέτι σκέτο, then. Ούτε που σκέφτηκα να το ψάξω με μεταγραφή.
Cheers!
Beauty lies in the eyes of the beholder!


mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male
Καλημέρα

ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Αποφράσσω/απόφραξη = Βουλώνω/βούλωμα=εμφράσσω/έμφραγμα.
Το λάθος αυτό έχει παραγίνει με τα βυτιοφόρα που εκκενώνουν βόθρους και γράφουν ΑΠΟΦΡΑΞΕΙΣ ΥΠΟΝΟΜΩΝ ενώ εννοούν το αντίθετο.
Για τη μύτη και τα παραρρίνια άντρα, λοιπόν, έχουμε ξεβούλωμα, αποσυμφόρηση, έκφραξη, διάνοιξη, παροχέτευση, καθαρισμός κλπ
« Last Edit: 27 Aug, 2007, 07:35:45 by mavrodon »



banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Θα σε στεναχωρήσω, Θωμά, αλλά η διαδεδομένη χρήση έχει επιβάλει και την αντίθετη σημασία. Τη δέχονται (με πρώτη τη σημασία «φράζω εντελώς») όλα τα λεξικά:

αποφράζω
Πάπυρος: ανοίγω κάτι φραγμένο, ξεβουλλώνω.
ΛΝΕΓ: 2. ανοίγω (κάτι) φραγμένο, ξεφράζω.
ΛΚΝ: 2. ξεβουλώνω.
Μείζον: (κ. με αντίθ. σημ.) ξεφράζω, ανοίγω κάτι φραγμένο.

Ίδια και στην απόφραξη.
Πάπυρος: 2. το ξεβούλλωμα.
ΛΝΕΓ: 2. το ξεβούλλωμα φραγμένου ανοίγματος, φραγμένης διόδου.
ΛΚΝ: 2. ξεβούλωμα: H ~ του σωλήνα.
Μείζον: 2. (κ. με αντίθ. σημ.) αφαίρεση φραγμού, ξεβούλωμα: αποφράξεις βόθρων.


 

Search Tools