Author Topic: pérennité -> διαιώνιση, διηνεκές, αιωνιότητα, αθανασία, αφθαρσία  (Read 561 times)

Frederique

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 80232
  • Gender: Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
pérennité -> διαιώνιση

- Etat de ce qui dure longtemps, éternellement.
Pérennité : Définition simple et facile du dictionnaire
pérennité translation English | French dictionary | Reverso

διαιώνιση η [δieónisi] : το αποτέλεσμα του διαιωνίζω. 1α. διατήρηση στη μνήμη ή σε ισχύ γεγονότων, καταστάσεων ή άλλων στοιχείων από τη ζωή των ανθρώπων, μέσα στη διάρκεια των αιώνων και στην εναλλαγή των γενεών. β. διατήρηση ενός βιολογικού είδους: H διαιώνιση του ανθρώπινου γένους. 2. παράταση μιας εκκρεμότητας, διατήρηση μιας δυσάρεστης κατάστασης για αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα: Πρέπει να τεθεί τέρμα στη διαιώνιση της αντιδικίας με τους γείτονές μας. H διαιώνιση των διαπραγματεύσεων μάς οδήγησε σε αδιέξοδο. [λόγ. διαιωνι- (διαιωνίζω) -σις > -ση]
ΛΚΝ
« Last Edit: 02 Jan, 2018, 12:02:51 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 349078
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
διηνεκές, αιωνιότητα, αθανασία, αφθαρσία