dugout -> μονόξυλο σκάφος, μονόξυλο, σκαφτό μονόξυλο, μονόξυλο από κορμό δένδρου, πιρόγα, κανό, υπόγειο σκέπαστρο, στρατιωτικό αμπρί, αμπρί, καταφύγιο, υπόγειο καταφύγιο, όρυγμα, αμυντικό όρυγμα, στέγαστρο παικτών μπέιζμπολ, απόστρατος αξιωματικός σε ενέργεια

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812547
    • Gender:Male
  • point d’amour
dugout -> μονόξυλο σκάφος, μονόξυλο, σκαφτό μονόξυλο, μονόξυλο από κορμό δένδρου, πιρόγα, κανό, υπόγειο σκέπαστρο, στρατιωτικό αμπρί, αμπρί, καταφύγιο, υπόγειο καταφύγιο, όρυγμα, αμυντικό όρυγμα, στέγαστρο παικτών μπέιζμπολ, απόστρατος αξιωματικός σε ενέργεια

dugout (ˈdʌɡˌaʊt)
n
1. a canoe made by hollowing out a log
2. (Military) military a covered excavation dug to provide shelter
3. (Industrial Relations & HR Terms) slang a retired officer, former civil servant, etc, recalled to employment
4. (General Sporting Terms) (at a sports ground) the covered bench where managers, trainers, etc sit and players wait when not on the field
5. (Agriculture) (in the Canadian prairies) a reservoir dug on a farm in which water from rain and snow is collected for use in irrigation, watering livestock, etc
https://www.onelook.com/?loc=bm6&w=dugout
« Last Edit: 24 Apr, 2018, 19:56:59 by spiros »


 

Search Tools