walk-in -> εθελοντής διπλός πράκτορας, εθελοντής πληροφοριοδότης, χωρίς ραντεβού, απρογραμμάτιστος, επισκέψιμος, κατάληψη σώματος από άλλη ψυχή

banned13

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2972
    • Gender:Female
One, such as a spy, who initiates defection from one's own country to another, usually hostile country, without having been encouraged to do so.

Η ηρωίδα του σίριαλ μπαίνει στα γραφεία της CIA για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως διπλός πράκτορας, συγχρόνως είναι πράκτορας στην οργάνωση των κακών (ναι, τηλεορασόπληκτοι, είναι το Alias).

Πώς θα αποδώσουμε το walk-in; Αποστάτης;
« Last Edit: 26 Apr, 2018, 18:49:58 by spiros »


NadiaF

  • ناديا فامي
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2138
    • Gender:Female
  • Γιατί να το κρύψω; Ναι, είμαι μία φελάχα!
Ίσως, "εκούσιος αποστάτης";

Για να αποδοθεί η "ελεύθερη επιλογή".

Μην κοιμάσαι, είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνήσεις, θα το μετανοιώσεις!
Nadia-Anastasia Fahmi



banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Εθελοντής διπλός πράκτορας;
Εθελοντής πληροφοριοδότης;

In British intelligence parlance he became a "walk-in" - a paramilitary who walks in off the street and offers their services to the army as an informer.


banned13

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2972
    • Gender:Female
Εθελοντής διπλός πράκτορας;
Εθελοντής πληροφοριοδότης;
Kι εγώ "εθελοντής" το έχω αποδώσει μέχρι στιγμής, αλλά μου φέρνει λίγο προς τους εθελοντές που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους χωρίς αμοιβή.




banned13

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2972
    • Gender:Female
Μάλλον το "εθελοντής" θα κρατήσω. Ας μην ξεχνάμε ότι το walk-in είναι δισύλλαβη λέξη και έχει πολύ μικρή χρονική διάρκεια στον υπότιτλο, δεν γίνεται να βάλω "εθελοντής διπλός πράκτορας".
Πάντως για το γλωσσάρι πρέπει να λάβουμε υπόψη και την έννοια του κατασκόπου που προσχωρεί στις υπηρεσίες άλλης χώρας, χωρίς να είναι διπλός πράκτορας.


tsioutsiou

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 583
Walk in: A defector who declares his intentions by walking into an official installation and asking for political asylum or volunteering to work in place

R. Bennett, Espionage: An encyclopedia...,


banned13

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2972
    • Gender:Female
Walk in: A defector who declares his intentions by walking into an official installation and asking for political asylum or volunteering to work in place

R. Bennett, Espionage: An encyclopedia...,
Οπότε, ξάδερφε; Ποια απόδοση θα σου άρεσε;


tsioutsiou

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 583
Είμαι χύμα σ'αυτά :)

Όπως πάει στο διάλογο και από ποια πλευρά.
Πχ. να εμφανιστείς σαν αποστάτης, Θα είσαι ο πράκτοράς μας,
αλλά Μήπως είναι βαλτός; 


Raiden

  • Αddicted to subtitling <3
  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 128
    • Gender:Male
Xαιρετώ και πάλι.

Έχω κολλήσει ακριβώς εδώ σε αυτή τη λέξη: walk-in.
Προφανώς, αναφέρεται σε άτομα.

Οι παρακάτω λέξεις φέρεται είναι συνώνυμα:
defector, deserter, individual, intelligence agent, intelligence officer, mortal, operative, κτλ.

Στους παρακάτω διαλόγους εννοεί ότι η η βομβιστική επίθεση στο Ναϊρόμπι
θα μπορούσε να αποφευχθεί.
Εγώ έγραψα "εισβολέας", αλλά δεν νομίζω να κολλάει απόλυτα εδώ.
Τι λέτε;

697
00:44:20,684 --> 00:44:23,108
I've been told there might have
been a walk-in at the Embassy

698
00:44:23,181 --> 00:44:25,258
12 months ago warning of this.

699
00:44:34,495 --> 00:44:38,216
- What the fuck did you know about
a possible bombing in Nairobi?

700
00:44:39,780 --> 00:44:43,358
Was there a walk-in last year at the Embassy CIA station
who warned about this? - We get 40 walk-ins a week

https://www.huffingtonpost.com/2015/05/11/bin-laden-raid_n_7261418.html
« Last Edit: 26 Apr, 2018, 18:24:53 by Raiden »
In a time of universal deceit, telling the truth becomes a revolutionary act.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812547
    • Gender:Male
  • point d’amour
απρογραμμάτιστη επίσκεψη/άφιξη

1. of or relating to persons who walk into a place from the street, especially irregularly or without an appointment:
walk-in customers; walk-in sales; a walk-in patient.
2. large enough to be walked into:
a walk-in kitchen.

noun
3. a person, as a customer, patient, or interviewee, who arrives without an appointment:
Many of the clinic's patients are walk-ins who suddenly need help.
4. something large enough to be walked into, as a closet.
5. an assured victory in an election or other contest.
Walk-in | Define Walk-in at Dictionary.com

A walk-in is a new-age concept of a person whose original soul has departed his or her body and has been replaced with a new, generally more advanced, soul.
https://en.wikipedia.org/wiki/Walk-in
« Last Edit: 26 Apr, 2018, 18:28:48 by spiros »


Raiden

  • Αddicted to subtitling <3
  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 128
    • Gender:Male
Το είχα ψάξει πριν, αλλά δεν υπήρχει. Μάλλον θα ξέχασα να βάλω την παύλα.
Στην περίπτωσή μου θα κόλλαγε η λέξη "πληροφοριοδότης" μάλλον.
« Last Edit: 26 Apr, 2018, 18:32:36 by Raiden »
In a time of universal deceit, telling the truth becomes a revolutionary act.



Raiden

  • Αddicted to subtitling <3
  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 128
    • Gender:Male
Καλά λες. Είναι όμως και τα χρονικά περιθώρια ένα θέμα. 40 την εβδομάδα λέει.
Ευχαριστώ πάντως.
« Last Edit: 26 Apr, 2018, 19:13:08 by Raiden »
In a time of universal deceit, telling the truth becomes a revolutionary act.


Raiden

  • Αddicted to subtitling <3
  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 128
    • Gender:Male
Θα ταίριαζε κι η λέξη "επισκέπτης" εδώ;
Το επισκέψιμος ή απρογραμμάτιστος συνήθως ακολουθούν ουσιαστικό σε αυτή την περίπτωση.

Υπάρχει βέβαια και αυτό το παράδειγμα:

Λήξη συναγερμού στο Μον Σεν Μισέλ . Επισκέψιμος ξανά ο χώρος. Οι γαλλικές αρχές ανακοίνωσαν ότι θα ανοίξουν εκ νέου το Μον Σεν Μισέλ σήμερα αφού προχώρησαν σε λήξη του συναγερμού.

Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με την περίπτωση ατόμου ή ατόμων.
Τέλος πάντων.
« Last Edit: 26 Apr, 2018, 21:00:50 by Raiden »
In a time of universal deceit, telling the truth becomes a revolutionary act.


 

Search Tools