Statistics: adaptive/dynamic/flexible design

evie · 8 · 1496

evie

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 2
Καλησπέρα σε όλους
Μήπως γνωρίζεται μετάφραση στα ελληνικά τον στατιστικό όρο adaptive (or dynamic or flexible) design?
Οι εκφράσεις που θέλω να το χρησιμοποιήσω είναι: 
adaptive randomization
adaptive hypothesis
adaptive dose escalation trial
adaptive  sample size
adaptive treatment switch
adaptive seamless phase ii/iii design
Ευχαριστώ


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
«Προσαρμόσιμη» για το adaptive (λέω εγώ).



fil

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 543
    • Gender:Female
  • I Love Backgammon!!!
Εντελώς διαισθητικά, εδώ μου ταιριάζει καλύτερα το "προσαρμοστικός". Χωρίς, βέβαια, να έχω πολυκατανοήσει τη διαφορά μεταξύ "προσαρμόσιμου" και "προσαρμοστικού"...(;)


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Πρώτα, η διαφορά των ελληνικών λέξεων:
προσαρμοστικός: που έχει την ικανότητα να προσαρμόζει ή να προσαρμόζεται εύκολα, γρήγορα
προσαρμόσιμος: που εύκολα μπορεί να προσαρμόζεται.

Το πρώτο επίθετο μπορεί να έχει και τη μεταβατική σημασία.

Στα αγγλικά:
adaptive: able to be adjusted for use in different conditions

Σ' αυτές τις εφαρμογές πιστεύω ότι έχει κυρίως αυτή τη σημασία, αυτού που προσαρμόζεται.
Προτίμησα το δεύτερο (προσαρμόσιμος) επειδή κανει σαφέστερη αυτή τη σημασία.




fil

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 543
    • Gender:Female
  • I Love Backgammon!!!
Τότε, όμως, το αγγλικό δε θα έπρεπε να αναφέρει "adaptable" ; Μπερδεύτηκα!


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Κάτσε, δεν μεταφράζουμε ούτε το «προσαρμοστικός» ούτε το «ευπροσάρμοστος» ούτε το «προσαρμοστικός».

Όπως θα δεις και εδώ:

adaptable   adjective
able or willing to change in order to suit different conditions:
The survivors in this life seem to be those who are adaptable to change.

adaptability noun
Adaptability is a necessary quality in an ever-changing work environment.

adaptive   adjective SPECIALIZED
possessing an ability to change to suit different conditions


Με άλλα λόγια, συνώνυμα είναι, με ειδικές χρήσεις για το adaptive, αλλά συνώνυμα είναι και το «προσαρμοστικός» με το «προσαρμόσιμος» στη σημασία «που εύκολα μπορεί να προσαρμόζεται». Αυτό που δεν γνωρίζω είναι ποιο από τα δύο έχει επικρατήσει στις συγκεκριμένες χρήσεις στα ελληνικά. Στο δικό μου αφτί ακούγεται ακριβέστερο το «προσαρμόσιμος» επειδή είναι μονοσήμαντο.


lpap

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 365
    • Gender:Male
O nickel έχει δίκιο.

προσαρμοστικός -> adaptable
προσαρμόσιμος -> adaptive
 

ΖΩΗ είναι να ζείς τη ζωή των άλλων.


evie

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 2
Παιδιά ευχαριστώ πολύ...
Ο όρος τελικά είναι τεχνικός και στα ελληνικά τελικά μεταφράζεται ως δυναμικός (adaptive) σχεδιασμός (design).
Εύη


 

Search Tools