ειρήσθω εν παρόδω -> by the way, by the by, en passant, in passing, a passing remark, one remark in passing

spiros · 2 · 5918

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 815966
    • Gender:Male
  • point d’amour
ειρήσθω εν παρόδω -> by the way, by the by, en passant, in passing

ειρήσθω [irísθo] P : μόνο στη λόγια έκφραση ειρήσθω εν παρόδω*. [λόγ. < αρχ. εἰρήσθω γ' εν. προστ. παθ. πρκ. του ρ. λέγω + φρ. ἐν παρόδῳ (δες λ.)]
ΛΚΝ

πάροδος 2 η : (λόγ.) για χρόνο, η παρέλευση, το πέρασμα: Mε την πάροδο του χρόνου / των ετών όλα θα ξεχαστούν. Mετά πάροδο είκοσι μηνών… (έκφρ.) (ειρήσθω) εν παρόδω, παρεμπιπτόντως, όταν πρόκειται για παρέκβαση στο λόγο. [λόγ. < πάροδος 1 σημδ. γαλλ. passage ή του λαϊκού πέρασμα (η έκφρ. ειρήσθω εν παρόδω < αρχ. εἰρήσθω, δες λ., + ελνστ. φρ. ἐν παρόδῳ `επ΄ ευκαιρία, ακροθιγώς΄)]
ΛΚΝ

Ειρήσθω εν παρόδω: Ο τύπος ειρήσθω είναι γενικό πρόσωπο της προστακτικής παρακειμένου του ρήματος λέγομαι και σημαίνει: ας έχει λεχθεί. Η πάροδος είναι ένας μικρότερος, δευτερεύων δρόμος που οδηγεί σε μια κεντρική οδό: πάροδος της λεωφόρου Αθαλάσσας. Η φράση ειρήσθω εν παρόδω σημαίνει, για να λεχθεί κάτι παρενθετικά, παρεμπιπτόντως: π.χ. Όλοι οι ηγέτες μας, ειρήσθω εν παρόδω, έχουν σχέσεις φιλικές μεταξύ τους, ενώ καθημερινά αλληλοκατηγορούνται. Τα λάθη της Κυβέρνησης στο θέμα της καθυστερημένης εκτέλεσης των έργων τα πληρώνει, ειρήσθω εν παρόδω, ο λαός.
http://www.cyta.com.cy/pr/newsletter/Archive2002/November/Glossika/glossika.htm

« Last Edit: 23 Feb, 2013, 14:04:36 by spiros »


dominotheory

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2035
Ίσως και a passing remark, one remark in passing (στην αρχή της πρότασης με δίστιγμο και σε παρόμοιες περιπτώσεις).

a passing remark is one that you make while you are talking about something else:
He made only a passing reference to her achievements.
passing - Definition from Longman English Dictionary Online



 

Search Tools