απαλλοτρίωση -> expropriation, compulsory purchase, compulsory acquisition, process of taking private property for public use, condemnation, transfer of ownership from one owner to another, alienation

aleka · 6 · 3753

aleka

  • Sr. Member
  • ****
    • Posts: 725
    • Gender:Female
  • no rest for the wicked...
dissapropriation? to dissapropriate??
Disappropriate - definition of Disappropriate by the Free Online Dictionary, Thesaurus and Encyclopedia.

"το συμβούλιο αποφάσισε την απαλλοτρίωση του κτιρίου"
« Last Edit: 17 Jun, 2013, 18:05:14 by spiros »
Destruction leads to a very rough road, but it also breeds creation.


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70680
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Στη σελίδα www.sociology.ox.ac.uk/admin/scandella.pdf εμφανίζεται ως "expropriate the building".

Όταν πρόκειται για γη, ξέρω πως έχουμε "expropriation of land".

Aλλά καλό θα είναι να μας δώσουν κι άλλοι συνάδελφοι τα φώτα τους γιατί δεν είμαι και η πλέον ειδική.






spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812573
    • Gender:Male
  • point d’amour
expropriation, compulsory purchase, process of taking private property for public use, condemnation, transfer of ownership from one owner to another, alienation

απαλλοτρίωση η [apalotríosi] Ο33 : η αναγκαστική, σύμφωνη με το νόμο και με καθορισμένη αποζημίωση, εξαγορά από το κράτος της ακίνητης περιουσίας κάποιου, για λόγους δημόσιας ανάγκης ή ωφέλειας· (πρβ. δήμευση): H ~ των τσιφλικιών. Aπαλλοτριώσεις για την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Aθήνας / για την κατασκευή του μουσείου της Aκροπόλεως. || (μτφ.): Δε δέχτηκε την ~ του δικαιώματός του να σκέφτεται ως ελεύθερος πολίτης.
[λόγ. < αρχ. ἀπαλλοτρίω(σις) -ση]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη
« Last Edit: 17 Jun, 2013, 01:43:30 by spiros »



 

Search Tools