non-delegable duty -> μη εκχωρήσιμη υποχρέωση, μη εκχωρήσιμο καθήκον

christiem

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 4
Το forum αυτό με βοήθησε όσο αφορά τον όρο "πρόστηση" "προστήσας" "προστηθείς/προσταθείς" γι'αυτό απευθύνομαι σε εσάς για το πιο κάτω ζήτημα. Μάλλον θα σας απασχολώ συχνά με απορίες.

Γράφω ένα νομικό κείμενο. Στα ελληνικά μπορώ να χρησιμοποιήσω το όρο "μη-εξουσιοδοτήσιμο", η λέξη "εξουσιοδοτήσιμο" υπάρχει; Προσπαθώ να αποδώσω στα ελληνικά το νομικό όρο non-delegable duty (ένα καθήκον, που ενώ η εκτέλεση του μπορεί να ανατεθεί σε άλλο πρόσωπο, ο φορέας του δεν μπορεί να αποσείσει την ευθύνη που προκύπτει από την εκτέλεσή του).Δεν ξέρω πώς να το πω με μια λέξη, και μάλλον πρέπει να αποφύγω πιο... συγκεντρωτικούς όρους που μπορεί να σημαίνουν κάτι άλλο π.χ.απόλυτο ή αποκλειστικό. Μη-μεταβιβάσιμο (non-transferable) νομίζω ότι πηγαίνει περισσότερο για δικαίωμα. Το "μη-διαθέσιμο" μου θυμίζει προϊόν σε αγορά. "Μη-αναθέσιμο" υπάρχει; Μη-εκχωρητέο; Μη-αποδοτέο θυμίζει πάλι κάτι άλλο.

Δεν έχω εντοπίσει αντίστοιχο ελληνικό νομικό όρο, που μπορεί να υπάρχει. Μπορείτε να με βοηθήσετε σε αυτό;
« Last Edit: 13 Mar, 2011, 12:39:13 by spiros »


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Εδώ
delegate -> εκχωρώ (αρμοδιότητα, ευθύνη, εξουσία, υποχρέωση κτλ.)
delegable -> εκχωρήσιμος
non-delegable -> μη εκχωρήσιμος (δεν χρειάζεται ενωτικό)

Πρόταση:
non-delegable duty -> μη εκχωρήσιμη υποχρέωση, μη εκχωρήσιμο καθήκον



christiem

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 4
Ευχαριστώ.

Εάν χρησιμοποιήσω τον όρο "μη εξουσιοδοτήσιμο" είναι λάθος;


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
...Εάν χρησιμοποιήσω τον όρο "μη εξουσιοδοτήσιμο" είναι λάθος;

Θα έλεγα να μην το χρησιμοποιήσεις. Το ρήμα εξουσιοδοτώ είναι μεταβατικό μεν, αλλά αντικείμενό του είναι το πρόσωπο στο οποίο παρέχω/μεταβιβάζω την "εξουσία να κάνει κάτι" και όχι αυτό το "κάτι" (βλέπε ορισμό παρακάτω). Επομένως, κανονικά,  εξουσιοδοτήσιμος είναι αυτός που "δύναται να εξουσιοδοτηθεί" (δηλαδή π.χ. το πρόσωπο που έχει δικαίωμα από το νόμο να εξουσιοδοτηθεί).

ΛΚΝ:
εξουσιοδοτώ [eksusioδotó] -ούμαι P10.9 : (και νομ.) α. παραχωρώ σε κπ. το δικαίωμα να κάνει κτ. αντί για μένα και ιδίως του αναθέτω να κάνει ορισμένη ενέργεια για λογαριασμό μου: ~ κπ. να κάνει / να πει / να ανακοινώσει κτ. Eξουσιοδοτούμαι από κπ., με εξουσιοδοτεί. Eίναι εξουσιοδοτημένος από τον πρωθυπουργό να ανακοινώσει τις κυβερνητικές αποφάσεις. Eξουσιοδοτημένο κατάστημα. ~ εν λευκώ κπ. || (για γραπτή εξουσιοδότηση): ~ νομίμως κπ., του δίνω νόμιμη εξουσιοδότηση. H πληρωμή της ταχυδρομικής επιταγής γίνεται είτε στο δικαιούχο είτε σε άλλο πρόσωπο νομίμως εξουσιοδοτημένο. β. (νομ.) στο δημόσιο δίκαιο, μεταβιβάζω ορισμένη αρμοδιότητα σε άλλο όργανο. [λόγ. εξουσί(α) -ο- + -δοτώ απόδ. γαλλ. autoriser (autorité = εξουσία)]  



 

Search Tools