roll a stockbroker

Morimel · 17 · 2096

Morimel

  • Newbie
  • *
    • Posts: 28
    • Gender:Female
  • Μεταφράστρια
Καμιά ιδέα;
« Last Edit: 29 Mar, 2011, 23:31:02 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810540
    • Gender:Male
  • point d’amour


Morimel

  • Newbie
  • *
    • Posts: 28
    • Gender:Female
  • Μεταφράστρια
Είναι υπότιτλοι, διάλογος και λέει ένας νεαρός:
They pay me 5 Cs a day. My friends are jealous as hell thinking I got this cushy gig,
while they're out trying to roll a stockbroker for lunch money.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810540
    • Gender:Male
  • point d’amour
Κι εδώ το πλήρες συγκείμενο και το μοναδικό σημείο που υπάρχει αυτή η έκφραση (φαντάζομαι ξέρεις τι εννοεί με τη λέξη «queens» εδώ). Πάντως το roll έχει διάφορες σημασίες.

Ben: Ya got it?
Michael: Yeah. How do you stop this thing?
Ben: You coming home after school?
Hunter: First I have band practice and then Suzy and I are studying for the chem. final.
Michael: Who's Suzy?
Ben: Can't you tell he's bullshitting us?
Michael: Sure. So where are you going?
Hunter: To hang out with my friends if it's all right with you. I told them I'm living with two old queens who pay me five C's a day to walk around naked.
Michael: Always bullshitting us.
Hunter: Actually, that's the truth. They're jealous as hell thinking I got this cushy gig while they're out trying to roll a stockbroker for lunch money.
« Last Edit: 29 Mar, 2011, 23:49:06 by spiros »



Morimel

  • Newbie
  • *
    • Posts: 28
    • Gender:Female
  • Μεταφράστρια
Ακριβώς αυτό είναι. :) Και ναι ξέρω τι εννοεί, το επέλεξα για εργασία με θέμα το camp talk, αλλά τελικά έχει κι άλλα δύσκολα σημεία!


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810540
    • Gender:Male
  • point d’amour
Έχεις δει την ταινία; Ίσως βοηθήσει. Αλλά εδώ μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, π.χ. ότι οι γκέι φίλοι του κάνουν «πιάτσα» χρηματιστές για να βγάλουν τα προς το ζην.


crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9016
    • Gender:Female
Είναι υπότιτλοι, διάλογος και λέει ένας νεαρός:
They pay me 5 Cs a day. My friends are jealous as hell thinking I got this cushy gig,
while they're out trying to roll a stockbroker for lunch money.

προφανώς εννοεί κάτι σαν "να τυλίξουν κανέναν χρηματιστή για να καβατζώσουν λεφτά {[για να τα βγάλουν πέρα (ή για μάσα)]}"
απ' ότι είδα από το συγκείμενο ο διάλογος είναι πολύ street language


Morimel

  • Newbie
  • *
    • Posts: 28
    • Gender:Female
  • Μεταφράστρια
Ναι το έχω δει όλο κι απ' ότι φαίνεται δεν έχει γκει φίλους, μάλλον αναφέρεται σε παιδιά από το καινούριο σχολίο στο οποίο πηγαίνει.

Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι οι άλλοι ζηλεύουν γιατί πρέπει να κάνουν οικονομίες ενώ αυτός παίρνει και καλά πολλά λεφτά για το τίποτα. Κάπως έτσι θα το αποδώσω μάλλον...


Morimel

  • Newbie
  • *
    • Posts: 28
    • Gender:Female
  • Μεταφράστρια
Τώρα είδα την απάντησή σου crystal, ίσως έχεις δίκιο, μ' αρέσει η απόδοσή σου. Ευχαριστώ.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810540
    • Gender:Male
  • point d’amour
Το «roll a stockbroker» δεν έχει να κάνει με τους υποθετικούς γκέι φίλους αλλά με τους (προφανώς στρέιτ) αληθινούς φίλους του. Άρα, η προσέγγισή σου είναι η πιο ασφαλής. Επίσης, μία από τις αργκοτικές ερμηνείες του roll είναι «εξαπατώ / προδίδω».


Morimel

  • Newbie
  • *
    • Posts: 28
    • Gender:Female
  • Μεταφράστρια
Αυτό δεν το ήξερα για το roll. Θα το ψάξω λίγο ακόμα.


crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9016
    • Gender:Female
Το «roll a stockbroker» δεν έχει να κάνει με τους υποθετικούς γκέι φίλους αλλά με τους (προφανώς στρέιτ) αληθινούς φίλους του. Άρα, η προσέγγισή σου είναι η πιο ασφαλής. Επίσης, μία από τις αργκοτικές ερμηνείες του roll είναι «εξαπατώ / προδίδω».

Σπύρο με βάση αυτή την ερμηνεία που είπες εσύ καθώς επίσης και αυτό http://www.thefreedictionary.com/roll Slang To rob (a drunken, sleeping, or otherwise helpless person) δεν είναι σωστό το "να τυλίξουν (/ να την πέσουν, ενδεχομένως επίσης, σε) έναν χρηματιστή" με την έννοια του «εξαπατώ / προδίδω»;


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810540
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ίσως. Πάντως απίθανο το σεξουαλικό υπονοούμενο με τα όσα ξέρουμε (το «τυλίγω» έχει το σεξουαλικό του, αν έλεγε «διπλαρώνω» ίσως να μην το είχε).


crystal

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9016
    • Gender:Female
Ok, I see. εννοείς ότι το "τυλίγω" εμπεριέχει κάτι σε γάμο ενώ το "διπλαρώνω" όχι.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810540
    • Gender:Male
  • point d’amour
διπλαρώνω [δiplaróno] P1α μππ. διπλαρωμένος : 1. (μειωτ.) πλησιάζω κπ. και κάθομαι δίπλα του ή γενικότερα δημιουργώ ευκαιρίες επαφής μαζί του, για να πετύχω κτ. από αυτόν: Mε διπλάρωσε και δεν έλεγε να φύγει. Έμαθε πως είναι πλούσια και τη διπλάρωσε. 2. (ναυτ.) πλευρίζω. [διπλάρ(ι) `δίμιτο ύφασμα΄ (< διπλ(ός) -άρι) -ώνω]

τυλίγω [tilíγo] -ομαι P3 : 1. γυρίζω κτ. πολλές φορές γύρω από έναν πραγματικό ή νοητό άξονα. ANT ξετυλίγω1α: ~ την κλωστή / την ταινία στο καρούλι. Tύλιξε το νήμα κουβάρι. ~ τα μαλλιά μου στα ρολά, για να τα κατσαρώσω. ~ το χαρτί / το χαλί, το κάνω ρολό. Tα αρχαία χειρόγραφα ήταν τυλιγμένα σε κυλίνδρους. || Tο φίδι τυλίχτηκε στο δέντρο, τύλιξε το σώμα του. 2. καλύπτω κτ. από όλες τις πλευρές. α. περιτυλίγω. ANT ξετυλίγω1β: Tύλιξε τα δώρα σε / με πολύχρωμα χαρτιά. || Tο φόρεμα τύλιγε με χάρη το σώμα της, έντυνε. ΦP ~ κπ. σε μια κόλα χαρτί: α. κάνω εναντίον κάποιου αναφορά που μπορεί να του δημιουργήσει διοικητικές ή ποινικές ευθύνες. β. ξεγελώ κπ., τον πείθω εύκολα να κάνει κτ. που εγώ θέλω. β. σκεπάζω καλά: Tύλιξε το κεφάλι της με ένα μαντίλι. Tυλίχτηκε με την κουβέρτα. || Tο κτίριο τυλίχτηκε στις φλόγες. H πόλη ήταν τυλιγμένη στην ομίχλη. 3. (μτφ., οικ.) πείθω κπ. με παραπλανητικό τρόπο να κάνει κτ. επιζήμιο γι΄ αυτόν: Tον τύλιξαν στις βρομοδουλειές τους. ΦP τον τύλιξε, τον κατάφερε να την παντρευτεί. [μσν. τυλίγω < ελνστ. τυλίσσω μεταπλ. -γω με βάση το συνοπτ. θ. τυλιξ- κατά το σχ.: ανοιξ- (άνοιξα) – ανοίγω]


 

Search Tools