agudo -> οξύς, ευφυής, οξύνους

magenta

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6078
agudo -> οξύς

Αυτός ο όρος προέρχεται από το Ισπανοελληνικό και Ελληνοϊσπανικό λεξικό της Ματζέντα. Ενδέχεται να έχουν γίνει τροποποιήσεις από τους χρήστες ή τους συντονιστές για τον εμπλουτισμό και τη βελτίωσή του.
Ισπανοελληνικό λεξικό, Ισπανοελληνικό γλωσσάρι, λεξικό ισπανικά-ελληνικά, γλωσσάριο, μετάφραση. Diccionario español - griego, glossario, traducción. Spanish-Greek dictionary, Spanish-Greek glossary, terms, computers.
« Last Edit: 01 Apr, 2011, 10:56:33 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813960
    • Gender:Male
  • point d’amour
agudo m (feminine aguda, masculine plural agudos, feminine plural agudas)
sharp
witty
(grammatical) Having the voiced accent on the last syllable.
https://en.wiktionary.org/wiki/agudo



 

Search Tools