trompo -> σβούρα

magenta

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6078
trompo -> σβούρα

Αυτός ο όρος προέρχεται από το Ισπανοελληνικό και Ελληνοϊσπανικό λεξικό της Ματζέντα. Ενδέχεται να έχουν γίνει τροποποιήσεις από τους χρήστες ή τους συντονιστές για τον εμπλουτισμό και τη βελτίωσή του.
Ισπανοελληνικό λεξικό, Ισπανοελληνικό γλωσσάρι, λεξικό ισπανικά-ελληνικά, γλωσσάριο, μετάφραση. Diccionario español - griego, glossario, traducción. Spanish-Greek dictionary, Spanish-Greek glossary, terms, computers.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813998
    • Gender:Male
  • point d’amour
m. Peón o peonza: yo tenía un trompo de madera pintado de colores cuando era niña.
 
Giro o giros que hace un vehículo sobre sí mismo, al derrapar: hizo un trompo en la curva del circuito durante el rally.
 
ZOOL. Molusco gasterópodo marino, abundante en las costas españolas, de concha gruesa, cónica y angulosa en la base.
http://diccionarios.elmundo.es/diccionarios/cgi/lee_diccionario.html?busca=trompo&submit=+Buscar+&diccionario=1



 

Search Tools