Author Topic: βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired  (Read 4775 times)

observer

  • Sr. Member
  • ****
  • Posts: 604
  • Gender: Female
Είναι μια κοινή λέξη κι όμως δεν τη βρήκα στα κοινά λεξικά. Έτσι, είπα να την κοτσάρω εδώ. Νομίζω ότι λέγεται hearing impaired. Η βαρηκοΐα δε, hearing impairment. Αν κάνω λάθος, διορθώστε με.
« Last Edit: 08 Oct, 2007, 15:25:26 by nickel »


banned8

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 133
  • Gender: Male
βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired
« Reply #1 on: 08 Oct, 2007, 15:25:11 »
Hard-of-hearing

People who are hard of hearing have varying amounts of hearing loss but usually not enough to be considered deaf. Many people who are deaf consider spoken language their primary language and consider themselves "hard of hearing". How one classifies themselves relative to hearing loss or deafness is a very personal decision and reflects much more than just their ability to hear.

The phrase hard of hearing, normally used as an adjective or adverb, can also be used as a noun, referring to people with hearing impairment as the hard of hearing. People who consider themselves culturally deaf, prefer the term "hard of hearing" or "deaf", and perceive "hearing impaired" as an insult.


http://en.wikipedia.org/wiki/Hard_of_hearing

Υπάρχει και στα ελληνικά, αντίστοιχα, το «(άτομα) με απώλεια ακοής».
« Last Edit: 08 Oct, 2007, 15:34:13 by nickel »

elena petelos

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3187
  • Gender: Female
  • Qui ne dit mot consent.
βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired
« Reply #2 on: 08 Oct, 2007, 15:33:59 »
βαρηκοΐα> bradyacusia, deafness, hypacusia*, hypacusis*

Dorlands:
βαρηκοΐα>deafness, hearing loss**


*hypacusia, hypacusis>impairment of hearing (e.g. http://www.answers.com/topic/hypacusia?cat=technology)

Επίσης,
http://www.med.auth.gr/depts/forlang/eng/glossary_D.htm


**Παράδειγμα: conductive hearing loss>βαρηκοΐα (τύπου) αγωγιμότητας


Anastasia

  • Anastasia Giagopoulou
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 2365
  • Gender: Female
  • Set goals, Work hard!
    • anastasia.giagopoulou
    • https://twitter.com/ingreekt
    • My Website
βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired
« Reply #3 on: 08 Oct, 2007, 15:40:31 »
Να προσθέσουμε και αυτή την πηγή: http://www.iatrotek.org/ioArt.asp (για hearing loss).
"Only Love can leave such a... Mark!"

mavrodon

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 6585
  • Gender: Male
βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired
« Reply #4 on: 08 Oct, 2007, 16:03:23 »
Υπεράκουση δεν είναι το σύνδρομο Meniere ( Meniere's Disease/Syndrome);
« Last Edit: 08 Oct, 2007, 16:52:53 by mavrodon »

vkorkas

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 124
  • Gender: Male
    • My personal page at UniS
βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired
« Reply #5 on: 08 Oct, 2007, 16:06:15 »
Απορία δική μου: αν τα λεξικά δίνουν deafness για τη "βαρηκοΐα", τότε η "κώφωση" τι είναι;

Σημ.: τα hard-of-hearing και hearing-impaired χρησιμοποιούνται κατά κόρον στο Ηνωμένο Βασίλειο σε εφαρμογές ψηφιακής τηλεόρασης, όπως π.χ. ο ενδογλωσσικός υποτιτλισμός και ο υποτιτλισμός για άτομα με βαρηκοΐα. (Βλ. RNID)
Terminology is a bit like snoring: everybody's doing it but very few people *know* they're doing it! (MR)


elena petelos

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3187
  • Gender: Female
  • Qui ne dit mot consent.
βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired
« Reply #6 on: 08 Oct, 2007, 17:09:26 »
Απορία δική μου: αν τα λεξικά δίνουν deafness για τη "βαρηκοΐα", τότε η "κώφωση" τι είναι;

Δεν υπάρχει πρόβλημα (από πλευράς ορισμού), Βασίλη.

Δηλαδή (ακόμα και στη wikipedia):

In scientific and medical terms, deafness generally refers to a physical condition characterized by lack of sensitivity to sound.

Notated as deaf with a lowercase d, this refers to the audiological experience of someone who is partially or wholly lacking hearing.[1]

In legal terms, deafness is defined by degree of hearing loss. These degrees include profound or total deafness (90 dB - 120 dB or more of hearing loss), severe (60 dB - 90 dB), moderate (30 dB - 60 dB), and mild deafness (10 dB - 30 dB of hearing loss). Both severe and moderate deafness can be referred to as partial deafness or as hard of hearing, while mild deafness is usually called hard of hearing.


Ανεξαρτήτως ποσοστού λοιπόν (συνώνυμα) και το «deafness» (ας μη φαίνεται με την πρώτη ματιά), κατάλληλο και για τα δύο:
deafness (defnes)
General term for inability to hear.

όπως φαίνεται και από την ενημερωτική σελίδα του NHS (HB):

Hearing impairment, or deafness, is when your hearing is affected by a disease, disorder or injury.
http://www.nhsdirect.nhs.uk/articles/article.aspx?articleid=518


(btw: το παλαιότερο «βαρυηκοΐα»: ελαφρά κωφότης -καθομιλουμένη κ.λπ.)


Στην περίπτωση που έχουμε μια πρόταση όπως η παρακάτω:

Η σοβαρή (μεγάλου βαθμού) βαρηκοΐα κυμαίνεται στα όρια της κώφωσης.



το αν θα αναφερθούμε σε «severe deafness» και «total deafness» (πρώτος και δεύτερος όρος αντιστοίχως) ή
σε «severe hearing loss/impairment» και «total/complete/profound deafness/hearing loss» εξαρτάται από το κείμενο/τους αναγνώστες, το σκοπό του κειμένου (υπάρχει και νομική/ασφαλιστική διάσταση στο θέμα) κ.λπ.


There are different levels of hearing impairment, defined by the quietest sound you are able to hear, measured in decibels:

Mild deafness - if you have mild deafness the quietest sounds you can hear are between 25 and 39 decibels.
Mild deafness can cause some difficulty following speech, mainly in noisy situations.
Moderate deafness - if you have moderate deafness the quietest sounds you can hear are between 40 and 69 decibels. People with moderate deafness may have difficulty following speech without a hearing aid.
Severe deafness - if you have severe deafness the quietest sounds you can hear are between 70 and 94 decibels. People with severe deafness will usually need to rely on lip-reading or sign language, even with a hearing aid.
Profound deafness - if you have profound deafness the quietest sounds you can hear are 95 decibels or more. People with profound deafness will usually need to rely on lip-reading or sign language.

Hearing loss can be present at birth or develop in childhood or adulthood. People who are born able to hear but who become severely or profoundly deaf after learning to speak are sometimes described as deafened.



(Tέλος, για τα ελληνικά, έχουμε και το «απώλεια της ακοής» -φύση και δριμύτητα καθορίζουν αν θα αναφερθούμε (στο PC, που αρκετοί θεωρούν πιο «ήπιο») βαρήκοος ή στο κωφός (κουφός κθμ.) κ.λπ.)

vkorkas

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 124
  • Gender: Male
    • My personal page at UniS
βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired
« Reply #7 on: 08 Oct, 2007, 19:58:02 »
Καλά όλα τα παραπάνω και η προφανής μερική συνωνυμία που συμπεραίνεται από τις διάφορες πηγές στα αγγλικά, αλλά στα ελληνικά η ερώτησή μου παραμένει – κι αυτό γιατί οι λέξεις «κώφωση» και «βαρηκοΐα» δεν είναι ούτε μερικώς συνώνυμες, και αυτό αποδεικνύεται από την ευδιάκριτη χρήση και των δύο όρων στο ίδιο συγκείμενο για να φαίνεται η εννοιολογική τους διαφοροποίηση:

[Από το ΛΚΝ:]
κώφωση η [kófosi] Ο33: Ι. (ιατρ.) η έλλειψη της ακοής.
βαρηκοΐα η [varikoía] Ο25: πάθηση που προκαλεί μικρού ή μεγάλου βαθμού ελάττωση της ακουστικής ικανότητας

[Από το: http://www.noimatiki.gr/activities.html]
Στην Πάτρα έχουν την έδρα τους δύο πολύ σημαντικοί φορείς των Κωφών: το Σωματείο Κωφών – Βαρήκοων Νοτιοδυτικής Ελλάδος, που έχει πλούσια δράση στις πολιτιστικές, επιστημονικές και κοινωνικές εκδηλώσεις της πόλης μας από την ίδρυσή του το έτος 1974, και ο Αθλητικός Σύλλογος Κωφών – Βαρήκοων Νοτιοδυτικής Ελλάδος, που συμμετέχει τόσο σε Πανελλήνια όσο και σε Διεθνή Πρωταθλήματα.

[Από το: Opinion of the European Economic and Social Committee on the Communication from the Commission to the Council, the European Parliament and the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions — eAccessibility
3.4 Disabled persons constitute a heterogeneous group of people. At the same time it is fair to say that the main impairment groups facing accessibility difficulties in ICT are: persons with cognitive and learning disabilities, persons with sensory disabilities (deaf and hard of hearing, blind and visually impaired persons, deafblind persons, persons with speech disabilities) and persons with physical disabilities.

Η ταυτόχρονη χρήση και των δύο όρων είναι εξίσου συνηθισμένη και στα αγγλικά (deaf and hard of hearing) – εκεί γιατί γίνεται ο διαχωρισμός άραγε; Ένας βαρήκοος δεν είναι κουφός και ένας κουφός δεν είναι απλώς βαρήκοος – και αυτός ο διαχωρισμός είναι απαραίτητο να φαίνεται.

Απο τη στιγμή λοιπόν που έχουμε τη δυνατότητα (και στα αγγλικά) να επιλέξουμε ανάμεσα στη μερική και την ολική κώφωση (οι διαβαθμίσεις της μερικής κώφωσης δεν έχουν σημασία εδώ), γιατί να μην έχουμε τα παρακάτω ευδιάκριτα ορολογικά ζεύγη, ώστε να αποφύγουμε την εξαιρετικά πιθανή σύγχυση της μερικής συνωνυμίας που μπορεί να υπάρχει στα αγγλικά;
βαρήκοος – hard of hearing / hearing impaired
βαρηκοΐα – hearing impairment
μερική κώφωση – partial deafness
(ολική) κώφωση – (total/complete) deafness/hearing loss
Terminology is a bit like snoring: everybody's doing it but very few people *know* they're doing it! (MR)

banned8

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 133
  • Gender: Male
βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired
« Reply #8 on: 08 Oct, 2007, 20:09:21 »
Να προστεθεί και το stone-deaf για το θεόκουφος (taboo term). Αναζητώ καλή μετάφραση για το «κουφάλογο».

elena petelos

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3187
  • Gender: Female
  • Qui ne dit mot consent.
βαρήκοος -> hard of hearing, hearing-impaired
« Reply #9 on: 08 Oct, 2007, 20:29:07 »
Να προστεθεί και το stone-deaf για το θεόκουφος (taboo term). Αναζητώ καλή μετάφραση για το «κουφάλογο».

Tα σχόλια και τις ενδιαφέρουσες προτάσεις του Βασίλη θα τα πιάσω αναλυτικά αύριο, αλλά προ της κατάρρευσης/κατάκλισης (και επέλευσης του ύπνου), σου δίνω αγαπημένο να χαρείς:




The Deaf Mule



An Irishman named O'Leary, who loved to sing as he worked, bought a mule to farm his garden. The mule worked well but was almost totally deaf. So, when his owner yelled, "Whoa!", the animal often continued plowing. Asked how the mule was working out, O'Leary shook his head. "There was a time," he said, "when all the neighbors could here was me singing my lilting melodies." "Lately, I'm afraid, they've heard nothing but .... my riled Irish whoa's!"

Their constant conflicts must some day lead the Irish to see .... the Eire of their ways...





(Να προσθέσεις και το «be as deaf as a post» (be as deaf as a post British, American & Australian, informal, Australian be as deaf as a doorknob/doornail: http://dictionary.cambridge.org/define.asp?key=deaf*1+0&dict=I.)