Γλωσσάρι ναυτικών όρων (ELEL, Λεξικό, όροι, ορολογία)

Natassa · 13 · 4380

Natassa

  • Sr. Member
  • ****
    • Posts: 1152
Μονόγλωσσο γλωσσάρι ναυτικών όρων

http://www.naftotopos.gr/ShipsHistory/Terminology/Term_FirstPage.php
« Last Edit: 17 Jan, 2020, 08:58:00 by spiros »
Οπωσδήποτε παράθυρο
Να βλέπω έξω, να χαμογελώ


mortal69

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 404
    • Gender:Male
Ενδιαφέρον δείχνει. Χρήσιμη πρόταση! :-)
« Last Edit: 20 Oct, 2007, 18:16:09 by wings »
Μέσα από στράτα απόμονη κι απόσκια
Με αγγέλους του ʼδη μόνο στοιχειωμένη
Που κει θεά μ' όνομα νύχτα βασιλεύει
Κάτω στα μέρη αυτά έχω φτάσει, τώρα...



Natassa

  • Sr. Member
  • ****
    • Posts: 1152
Ναι, Mortal, κι εμένα ενδιαφέρον μου φάνηκε.
« Last Edit: 20 Oct, 2007, 18:16:24 by wings »
Οπωσδήποτε παράθυρο
Να βλέπω έξω, να χαμογελώ


Zazula

  • Λεξιλάγνος λογοπαίκτης
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1338
    • Gender:Male
  • Αθεράπευτος πομφολυγτόπιξ
Εγώ μία λέξη που θέλησα να τσεκάρω, δεν τη βρήκα. Εν τούτοις, συγχαίρω και ευχαριστώ τη Νατάσσα που το μοιράστηκε μαζί μας.
« Last Edit: 20 Oct, 2007, 18:16:37 by wings »
Zazula: γλυφός και τσαγανός σαν κουτσουκέλα

WRITING STYLE GUIDELINES
1. Be more or less specific.
2. It's not O.K. to use ampersands & abbreviations.
3. Exaggeration is a million times worse than understatement.
4. Parenthetical remarks (however relevant) are to be avoided.



banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Εν τούτοις, συγχαίρω και ευχαριστώ τη Νατάσσα που το μοιράστηκε μαζί μας.
Πάντα. Και θα την κεράσουμε κι ένα κεφτεδάκι παραπάνω μεθαύριο. Εκτός αν πάμε κάπου με θαλασσινά.
« Last Edit: 20 Oct, 2007, 18:16:48 by wings »


Natassa

  • Sr. Member
  • ****
    • Posts: 1152
Παιδιά, σας αρέσει-δε σας αρέσει αυτό είναι! Δε φτάνει που σας σκέφτηκα, βαράτε κιόλας; :))
« Last Edit: 20 Oct, 2007, 18:17:00 by wings »
Οπωσδήποτε παράθυρο
Να βλέπω έξω, να χαμογελώ


Αλ.

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2232
  • This b0dy is y0ung but my sp1r1t's 0|d...
Δεν ξέρουν ότι τις γυναίκες δεν τις χτυπάνε ούτε με τριαντάφυλλο (ανεξαρτήτως χρώματος).
[size=08pt]Κάποιος πρέπει να επιμεληθεί και εισηγηθεί καινούριους κανόνες για το φόρουμ.[/size]
"I like to remember things my own way. Not necessarily the way they happened"
Member of elites only...just like Mus1ca||


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70812
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
[size=08pt]Κάποιος πρέπει να επιμεληθεί και να εισηγηθεί καινούριους κανόνες για το φόρουμ.[/size]

Πάω να το κάνω εδώ και τώρα. :ΡΡΡΡΡΡΡΡΡ


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Στις γυναίκες, μόνο θωπείες και τριαντάφυλλα. Δεν τις βαράμε ποτέ!

(Τα λεξικά και τα γλωσσάρια, που είναι ουδέτερα, επιτρέπεται να τα βαράμε, εντάξει;)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70812
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Κι ό,τι είναι ουδέτερο το βαράς εσύ; Βάρα τότε το κεφάλι σου (επίσης ουδέτερο) στον τοίχο. :ΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Κι ό,τι είναι ουδέτερο το βαράς εσύ; Βάρα τότε το κεφάλι σου (επίσης ουδέτερο) στον τοίχο. :ΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ
Είναι λανθασμένη η εντύπωση ότι βαράω τα απολιθώματα.


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70812
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813140
    • Gender:Male
  • point d’amour
Γλωσσάρι ναυτικών όρων

Άνω σακολέβα Μικρό τετράγωνο πανί επάνω από τον ιστό της σακολέβας, που συνήθως βρίσκεται κάτω από το μπομπρέσο.
Ανώτατο κατάστρωμα Το κατάστρωμα που καλύπτει το επάνω μέρος του σκάφους κάθε πλοίου.
Αράζω Προσδένω το πλοίο στην προκυμαία, έτσι ώστε η μία του πλευρά (συνήθως το ένα πλευρό ή η πρύμνη ) να βρίσκεται σε επαφή με αυτή.
Αβαθή ( ή αμμουδιά ή ρηχά νερά ) Ανυψωμένο μέρος του θαλάσσιου βυθού σε σχέση με τη γύρω περιοχή, που πολλές φορές είναι επικίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα.
Αστρολάβος Αρχαίο ναυτικό εργαλείο που αποτελείται από μια βαθμονομημένη στεφάνη ( επάνω στην οποία υπήρχαν διάφορες ενδείξεις ) και μια ασταθή ράβδο. Χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 18ο αιώνα για τη μέτρηση του ύψους τω αστέρων στον ορίζοντα.
Βύθισμα Το τμήμα του πλοίου που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας .Βάθος στο οποίο βρίσκεται η γραμμή βυθίσματος ή το χαμηλότερο σημείο του βυθισμένου μέρους ( που αποκαλείται ύφαλα ) οποιουδήποτε πλοίου ή σκάφους.
Γέφυρα Οποιαδήποτε συνεχής κατασκευή που διαιρεί οριζόντια το πλοίο ή καλύπτει το σκάφος. Σε αυτή την περίπτωση, ονομάζεται «επάνω κατάστρωμα» ή απλά «κατάστρωμα».
Γαλιόνι Ιστιοφόρο χωρίς κουπιά, με μεγάλη χωρητικότητα και, συνήθως βαρύ οπλισμό. Εκτός από το μπομπρέσο, είχε δύο ή τρία κατάρτια με τετράγωνα πανιά και ε αυτό της πρύμνης έφερε τριγωνικό πανί ( αργότερα αντικαταστάθηκε από άλλο, τετράγωνο πανί). Η επινόησή του έχει αποδοθεί στον Ισπανό Αλβάρο ντε Μπάθαν τον πρεσβύτερο. Θεωρείται η εξέλιξη της καράκας και της γαλέρας.
Καρίνα Βασικό δομικό στοιχείο κάθε ναυτικής κατασκευής, αποτελούμενο από έναν ή πολλούς ζυγούς ενωμένους γερά μεταξύ τους, που εκτείνονται από την πλώρη έως την πρύμνη στα ύφαλα του πλοίου. Μερικές φορές ενισχύεται από μία επιπλέον κατασκευή που τοποθετείται ακριβώς από πάνω και λέγεται εσωτερική καρίνα σωτρόπι.
Κυρτότητα (ή σιμότητα) Το κυρτό μέρος από την πλώρη μέχρι την πρύμνη.
Μάσκες Τμήματα των πλευρών του πλοίου απ’ όπου ξεκινά η κλίση της πλώρης.
Μέγιστο πλάτος Μέγιστο πλάτος του πλοίου, εκτός από την εξάρτιση και τον οπλισμό.
Μετζάνα Το τελευταίο κατάρτι του πλοίου, δηλαδή αυτό που βρίσκεται πιο κοντά στην πρύμνη.
Μετζάνα Το τριγωνικό πανί του ιστού της μετζάνας, όταν φέρει πανί.
Πρόβολος ή μπομπρέσο Ιστός οριζόντιος ή με πολύ μεγάλη κλίση, στην ίδια κατεύθυνση με το διαμήκη άξονα του σκάφους, που προεξέχει από την πλώρη και συγκεντρώνει τους διάφορους φλόκους.
Πρόστεγο Παλαιότερα έτσι προσδιοριζόταν το μέρος του καταστρώματος ενός πλοίου ανάμεσα στο τουρκέτο και την πλώρη. Το πρόστεγο ήταν πολύ ψηλό και πλατύ στις εμπορικές καράκες. Το ύψος του άρχισε να μειώνεται στα γαλόνια και ακόμη περισσότερο στα πλοία της γραμμής ( δηλαδή στα πολεμικά σκάφη ) και στις φρεγάτες.
Σακολέβα Μικρό τετράγωνο πανί, που δένεται κάτω από το μπομπρέσο.
Σεντίνα Εσωτερικό κάτω μέρος του καραβιού, όπου συνήθως τοποθετείται η σαβούρα και συγκεντρώνεται το νερό που τη διαποτίζει.
Τεριδόνα Δίθυρο μαλάκιο, που αποκαλείται και σαράκι. Είναι ένα χαρακτηριστικό ξυλοφάγο μαλάκιο, το οποίο μπορεί να επιτεθεί σε όλα τα είδη του ξύλου, χάρη σε μηχανικές κινήσεις και την έκκριση μιας ουσίας που μαλακώνει το ξύλο.
Εκτόπισμα Ο όγκος και, επομένως, το βάρος του νερού που εκτοπίζει ένα πλοίο.
Μήκος Μέγιστο μήκος του πλοίου, εκτός από τα στοιχεία της εξάρτισης και του οπλισμού.
Πλάτος Μέγιστο πλάτος του πλοίου, εκτός από τα στοιχεία της εξάρτισης και του οπλισμού.
Ποδόσταμο (πρύμνης / πλώρης) Δομικό στοιχείο στο οποίο καταλήγει το σκάφος σε κάθε του άκρη. Μπορεί να είναι ίσιο ή καμπύλο.
Χωρητικότητα Συμβατικό μέτρο της χωρητικότητας ενός σκάφους, που ονομάζεται «μεικτή χωρητικότητα», αν συμπεριλαμβάνει όλο τον εσωτερικό του όγκο, ή «καθαρή χωρητικότητα», αν δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό οι χώροι για τα μηχανήματα και τις άλλες συσκευές.
Χωρητικότητα σε τόνους Στα πολεμικά πλοία αντιστοιχεί στο εκτόπισμα, δηλαδή στο συνολικό βάρος. Στα εμπορικά πλοία δηλώνει τον εσωτερικό όγκο σε κυβικούς τόνους ( που αντιστοιχούν σήμερα σε 2.832 κ.μ. ) και όχι σε βάρος.
Κύτος Κυριολεκτικά είναι ο χώρος ανάμεσα στο κατώτερο κατάστρωμα και στα ύφαλα του πλοίου. Γενικότερα , είναι ο εσωτερικός χώρος ενός πλοίου που προορίζεται για το φορτίο.
Νομέας Συνώνυμο της πόστας ( βλ. λέξη ).
Πλευρό πλοίου Υποδεικνύει καθεμία από τις δύο πλευρές του. Η ιταλική έκφραση «a bordo» ( επί του πλοίου ) υποδεικνύει όλα αυτά που βρίσκονται επάνω ή μέσα στο πλοίο. Όταν αναφέρεται στην κίνηση των ιστιοφόρων υποδεικνύει τη διαδρομή που κάνουν, διατηρώντας ουσιαστικά σταθερή τη γωνία με τον άνεμο.
Πλώρη Το μπροστινό μέρος ενός σκάφους.
Πορεία Η διαδρομή που ακολουθεί ένα πλοίο στη θάλασσα γενικώς χαράζεται σε ναυτικούς χάρτες.
Πόστα Βασικό στοιχείο της εγκάρσιας δόμησης κάθε ξύλινου σκάφους. Στις ξύλινες κατασκευές αποτελούνταν από τέσσερα κομμάτια που ονομάζονταν, από κάτω προς τα επάνω : έδρα νομέα, στραβόξυλο, σκαλμός και σκαρμός
Πρύμνη Το πίσω μέρος ενός σκάφους.
Τομή Όταν αναφέρεται σε πλοίο, δείχνει την εικόνα που θα είχε το πλοίο, αν το κόβαμε σε ένα ιδεατό επίπεδο κάθετα στην καρίνα. Άρα, είναι ένας γεωμετρικός όρος και όχι ένα δομικό στοιχείο, όπως ο νομέας που συνήθως αντιστοιχεί σε αυτή.
Ύψος του κύτους Ωφέλιμο ύψος του κύτους σε αντιστοιχία με το μέγιστο πλάτος του πλοίου.
Έδρα νομέα Το κάτω μέρος ενός πλευρού, δηλαδή αυτό που είναι σε επαφή με την καρίνα.
Ζυγόν (καμάρι) Κυρτό δομικό στοιχείο που στηρίζει το κατάστρωμα (στα μικρότερα πλοία, αποκλειστικά το επάνω κατάστρωμα) και συνδέει μεταξύ τους τα τοιχώματα.
Καλίμπρα Μοντέλο που χρησιμοποιούνταν στα ναυπηγεία για τη συναρμολόγηση των τμημάτων μιας ναυτικής κατασκευής.
Κεντρική πόστα Πλευρό που βρίσκεται στο μέγιστο πλάτος.
Παραπέτο Ξύλινο στηθαίο που ορίζει το επάνω κατάστρωμα. Παλαιότερα τοποθετούνταν στο εσωτερικό του κιβώτια που χρησιμοποιούνταν για την φύλαξη, στη διάρκεια της ημέρας, των κρεβατιών των ναυτών, και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αμυντικό οδόφραγμα.
Περίζωση Ανώτερο μέρος του σανιδώματος ενός πλοίου. Συνήθως έχει μεγαλύτερο πάχος από το υπόλοιπο μέρος του σανιδώματος και, μαζί με τη ζυγοδόκη, που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με αυτήν μέσα στο σκαρί, συμβάλλει στην ενίσχυση.
Ποδόστημα Δομικό στοιχείο που κλείνει το σκάφος στην πρύμνη και συνδέεται με την καρίνα διαμέσου ενός άλλου στοιχείου μαζί με οποίο αποτελεί την πτέρνα του πλωτήρα. Στις αρχαίες ναυτικές κατασκευές και, ακόμη και σήμερα, στις πιο μικρές, στο ποδόστημα συνδέονται οι πείροι στήριξης (αρμοί) του πηδαλίου.
Ράβδος-δοκός Το καθένα από τα δύο μέρη μιας πλευράς, πριν ακόμη συναρμολογηθεί.
Σκαλμός Κεντρικό στοιχείο του πλευρού, που βρίσκεται μεταξύ του στραβόξυλου και του στηρίγματος και συνήθως αντιστοιχεί στον άξονα επίπλευσης.
Στήριγμα Ανώτερο στοιχείο ενός πλευρού, που συνήθως εξέχει από το κατάστρωμα και στηρίζει το πλευρό του επάνω καταστρώματος.
Στραβόξυλο Το πρώτο κομμάτι, που συνήθως είναι πιο καμπύλο από τα άλλα, που παρεμβάλλεται σε κάθε πλευρό μεταξύ της έδρας του νομέα και του σκαλμού.
Ύψος της κατασκευής (ή του σκάφους) Κάθετη απόσταση η οποία, στο σημείο του μέγιστου πλάτους, διαχωρίζει το κατώτερο πλευρό της καρίνας από την ανώτερη επιφάνεια του επάνω καταστρώματος.
Γραντί Πλάγια πλευρά του τετράγωνου ιστίου.
Γραντί ραφής Σχοινί ενίσχυσης σε κάθε πλευρά του πανιού. Χρησιμοποιούνται για να υποδεικνύουν τη μακριά πλευρά του πανιού, από την οποία το πανί δενόταν στην κεραία ή στον ιστό.
Κουρτελάτσα Βοηθητικό πανί με τραπεζοειδές σχήμα, το οποίο τοποθετείται δίπλα σε αυτό της γάμπιας, όταν έχει λίγο αέρα.
Μαΐστρα Μεγάλο τετράγωνο πανί ιστιοφόρου και το αντίστοιχο μεγάλο κατάρτι.
Όρτσα Παράγγελμα με το οποίο το πλοίο στρέφεται, ώστε να αποκτήσει πορεία αντίθετη προς τον άνεμο.
Πόντζα Παράγγελμα με το οποίο απομακρύνεται η πλώρη του πλοίου από τη διεύθυνση κατά την οποία φυσάει ο άνεμος .
Πρυμνιό ιστίο Το πιο χαμηλό από τα τετράγωνα πανιά που είναι δεμένα στον ιστό της μετζάνας, συνήθως επάνω από το λατίνι που στηρίζεται πάντοτε στον ιστό της μετζάνας.
Ίσαλος γραμμή Η γραμμή που χαράζεται στις πλευρές ενός πλοίου, στο ύψος όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια της θάλασσας.
Κάβος Χοντρό σχοινί με το οποίο δένουν τα αγκυροβολημένα καράβια.
Καρνάγιο Μικρό ναυπηγείο για επισκευές.
Μέγιστο πλάτος Μέγιστο πλάτος του πλοίου, εκτός από την εξάρτιση και τον οπλισμό.
Σαλπάρω Για πλοίο που σηκώνει άγκυρες και ανοίγεται στη θάλασσα.
Δόλωνας Τετράγωνο πανί που δένεται στον ιστό της μαΐστρας επάνω από τη μαΐστρα. Από αυτό παίρνει το όνομά του ο άξονας που συγκρατεί (ιστός δόλωνα).
Επίδρομο Παλαιότερα ονομαζόταν έτσι το λατινικό πανί που δενόταν στο κατάρτι κοντύτερα στην πρύμνη, το οποίο πήρε από το όνομά του. Στη συνέχεια, το επίδρομο εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από το ωτοειδές ιστίο και έτσι η αντένα του ονομάστηκε αντένα χωρίς πανί, επειδή δεν υποστήριζε πλέον κανένα πανί.
Επιστήλιο Τετράγωνο πανί δεμένο επάνω από αυτό του τρίγκου, και το μικρό κατάρτι που αντιστοιχεί σε αυτό.
Θυρίδα Τετράγωνο ή ορθογώνιο άνοιγμα στις πλευρές, που προοριζόταν για την έξοδο του στομίου του κανονιού κατά τη χρήση. Με ήρεμη θάλασσα και μέσα στο λιμάνι χρησιμοποιούνταν και για αερισμό του εσωτερικού του πλοίου.
Κατάστρωμα Το δάπεδο που καλύπτει εξωτερικά το σκάφος κάθε πλοίου.
Νομέας ή πλευρό Βασικό στοιχείο της εγκάρσιας δομής κάθε ξύλινου σκάφους. Στις ξύλινες κατασκευές αποτελείτο από τέσσερα τμήματα που ονομάζονταν, από κάτω προς τα επάνω: έδρα νομέα, στραβόξυλο, σκαλμός και στήριγμα. Τα πλευρά του, πάντα σε μεγάλη ποσότητα, τοποθετούνται κάθετα στην καρίνα, σχηματίζοντας μια φαρδιά καμπύλη.
Παπαφίγκος Πανί που βρίσκεται πάνω από το δόλωνα. Έτσι ονομάζεται και το αντίστοιχο κατάρτι και η αντένα. Το ίδιο πανί όταν δένεται στο τουρκέτο (καθώς επίσης και στη μαΐστρα ) ονομάζεται πλωριός παπαφίγκος .
Πλώρη Το μπροστινό μέρος του πλοίου.
Πλωτό βάθρο ή ποντόνι Μεγάλη πλωτή δεξαμενή χωρίς μέσα προώθησης που χρησιμοποιείται στα λιμάνια για την μεταφορά μεγάλων φορτίων ή μηχανημάτων μεγάλου όγκου.
Πρύμνη Το πίσω μέρος του πλοίου .
Ταλιαμάς Το μπροστινό μέρος του ποδόσταμου της πλώρης που σχίζει το νερό κατά την πλοήγηση.
Ζενίθ Σημείο της ουράνιας σφαίρας που βρίσκεται στην κατακόρυφη η οποία διέρχεται από τον παρατηρητή.
Ζενιθιακή απόσταση Γωνιακή τιμή της απόστασης ενός αστέρα από τι ζενίθ.
Πλακέτα Προεξοχή με σχισμή που εφαρμόζει επάνω στα αστρονομικά και τοπογραφικά όργανα. Η σχισμή χρησιμοποιείται ως δείκτης.
Πορτολάνος Ναυτικός χάρτης με στοιχεία για τις ακτές και τα λιμάνια.
Γαλεάσσα Πλοίο που έμοιαζε πολύ με γαλέρα, πιο μεγάλο όμως και με μεγαλύτερη επιφάνεια ιστίων. Συνήθως έφερε τρία κατάρτια.
Γαλέρα Πλοίο που προέρχεται από το ρωμαϊκό navis longa και που το 16ο αιώνα έφτασε στη μέγιστη ακμή του. Ήταν κωπήλατη, αν και είχε επίσης λατίνια (τριγωνικά πανιά). Ήταν εξοπλισμένη με κανόνια και χαρακτηριζόταν από ένα μεγάλο μπρούτζινο έμβολο στην πλώρη για να βυθίζει τα εχθρικά πλοία.
Γαλιόνι Ιστιοφόρο πλοίο με μεγάλη χωρητικότητα, το οποίο φέρει δύο ή τρία ιστία με τετράγωνα πανιά, ενώ ο ιστός της μετζάνας φέρει λατίνι (τριγωνικό πανί).
Κούρσεμα Πολεμική ενέργεια που ασκείται με την άδεια του κράτους, με σκοπό την καταστροφή του εμπορικού στόλου εχθρικής χώρας. Διαφέρει από την πειρατεία, η οποία έχει μοναδικό στόχο τη λεηλασία των πλοίων ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους .
Σεμπέκ Σκάφος αραβικής προέλευσης που αρχικά προοριζόταν για ψάρεμα, χρησιμοποιήθηκε, όμως από τους κουρσάρους στη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα. Είχε τρία κατάρτια: τα δύο στην πλώρη, με ένα λατίνι το καθένα, και ένα στην πρύμνη, με ωτοειδές πανί.
Αρμάδα Παλαιότερη ονομασία για μεγάλο πολεμικό στόλο.
Γάμπια Το δεύτερο, επάνω από το κατάστρωμα, τετράγωνο πανί των ιστιοφόρων, ο δόλων.
Διοικητής μοίρας Μέχρι το 19ο αιώνα ήταν ο επικεφαλής διοικητής μιας μοίρας και, συνεπώς, αμέσως ανώτερος του ναυάρχου, στον οποίο συνήθως μεταφέρονταν αρμοδιότητες περισσότερο ναυτικές παρά στρατηγικές.
Επίστεγο (κάσσαρο) Υπερυψωμένο τμήμα της γέφυρας του καταστρώματος ανάμεσα στον ιστό της μαΐστρας και αυτόν της πρύμνης, στον οποίο βρίσκονταν συνήθως οι καμπίνες των αξιωματικών.
Ναυαρχίδα Ένα από τα ισχυρότερα πλοία της πολεμικής μοίρας, στον οποίο επιβαίνει ο ναύαρχος, ως αρχηγός στόλου.
Ναύαρχος Αρχηγός στόλου. Ο ανώτατος βαθμός αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού.
Σεντίνα Εσωτερικό κάτω μέρος του καραβιού, όπου συνήθως τοποθετείτε η σαβούρα και συγκεντρώνονται τα βρόμικα νερά.
Τουρκέτο Το πιο χαμηλό από τα τετράγωνα πανιά του ιστού του τουρκέτου, από το οποίο παίρνει το όνομά του, και το οποίο βρίσκεται πιο κοντά στην πλώρη, με εξαίρεση τον πρόβολο και τα πιθανά κατάρτια που στηρίζονται πάνω σε αυτόν.
Μίστικο Ιστιοφόρο με περισσότερα κατάρτια και πανιά μεικτής μορφής(εξ ου και το όνομα), άρα χωρίς ξεκάθαρο χαρακτήρα. Το 18ο και 19ο αιώνα ονομάστηκε επίσης πολάκα.
Μουράτο (πλαϊνά τοιχώματα) Το πλευρό του πλοίου πάνω από τη γραμμή επίπλευσης. Ο όρος συχνά συγχέετε με τη «μούρα» (που είναι ο συνήθης ελιγμός με τον οποίο, στα πλοία με τα τετράγωνα πανιά, τα πανιά συγκρατιούνται από την κάτω πλευρά προς την πλώρη) και, επίσης, με την «μπορντάτα» (ομοβροντία), η οποία σημαίνει τον ταυτόχρονο κανονιοβολισμό από όλα τα κανόνια μιας πλευράς ενός πλοίου.
Μπουρλότο Πυρπολικό πλοίο φορτωμένο με εύφλεκτα υλικά (και από το 17ο αιώνα και με εκρηκτικά ) το οποίο, είτε με μέσα πρόωσης ή αφήνοντας να κατευθυνθεί μόνο του, ριχνόταν εναντίον των εχθρικών πλοίων προκαλώντας πυρκαγιά.
Ναύσταθμος Λιμάνι ή όρμος με ειδικές εγκαταστάσεις, για τις διάφορες ανάγκες του πολεμικού ναυτικού.
Πίγκος Ιστιοφόρο με τρία σαρακηνά κατάρτια (δηλαδή μονοκόμματα με τετράεδρη κορυφή, που χρησιμοποιούνταν γενικά στα πλοία με πανιά λατίνια), το πλέον πρωραίο εκ των οποίων ήταν επικλινές προς τα εμπρός.
Πλοία γραμμής Ονομασία των πλοίων μάχης λόγω της παράθεσης τους σε ευθεία γραμμή όταν ετοιμάζονταν για τη μάχη.
Επισκευή καρίνας Διαδικασία καθαρισμού και προστασίας της καρίνας που γινόταν κάποτε με επάλειψη πίσσας ή με επένδυση με λεπτά φύλλα χαλκού.
Κατάδικος γαλέρας Ο καταδικασμένος για κοινά εγκλήματα που ήταν αναγκασμένος να κωπηλατεί σε γαλέρες. Συνήθως αλυσοδεμένοι στους πάγκους, οι κατάδικοι ικανοποιούσαν εκεί όλες τις ζωτικές τους ανάγκες και δεν μπορούσαν να ελευθερωθούν από τα δεσμά τους σε περίπτωση που το πλοίο βυθιζόταν. Ο όρος χαρακτήριζε στην αρχή οποιονδήποτε επιβιβαζόταν σε γαλέρα, ακόμα και τον πηδαλιούχο.
Πάγκος Σανίδα τοποθετημένη κάθετα σε ένα σκάφος για να μπορούν να κάθονται οι κωπηλάτες.
Στόλος Το σύνολο των πολεμικών πλοίων μιας χώρας. Δηλώνει επίσης μια ομάδα πλοίων που πλέει σε κάποια θάλασσα.
Αβαρία Κάθε ζημιά ή βλάβη που εξ ολοκλήρου ή εν μέρει θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργικότητα ή την αποτελεσματικότητα ενός πλοίου. Επίσης, οι συνθήκες στις οποίες το πλοίο περιέρχεται ως συνέπεια ανάλογου περιστατικού.
Αγκυροβόλιο Περιοχή της θάλασσας που παρέχει την δυνατότητα για αγκυροβόλημα. Ο ιταλικός όρος «alla fonda» (σε αγκυροβόλιο) υποδεικνύει την κατάσταση του πλοίου που έχει προσορμίσει με τις άγκυρες του σε απόσταση από την παραλία ή από την αποβάθρα.
Αληγείς Άνεμοι που πνέουν από τις περιοχές με υψηλές υποτροπικές πιέσεις. Πνέουν από βορειοδυτικά στο βόρειο ημισφαίριο, και από νοτιοανατολικά στο νότιο ημισφαίριο. Γενικά πνέουν κανονικά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Διάπλους Ο πλους διαμέσου, διάπλευση.
Έξαλα Το μέρος ενός σκάφους που βρίσκεται πάνω από τη γραμμή επίπλευσης.
Εξοπλισμός Το σύνολο των εξαρτημάτων και των οργάνων που υποστηρίζουν και ελέγχουν τα ιστία του πλοίου, καθώς και εκείνα που χρειάζεται για τις συνήθεις ναυτικές εργασίες.
Καλούπι Περίγραμμα-υπόδειγμα που χρησιμοποιούσαν στα ναυπηγεία για να κοπούν τα καμμάτια για την κατασκευή πανομοιότυπων πλοίων.
Κατάρτι Μεγάλο κυλινδρικό δοκάρι κάθετο στον άξονα του πλοίου, όπου κρεμιούνταν οι κεραίες που στηρίζουν τα πανιά, ιστός.
Κοντάρι Μακρύ και ίσιο ξύλο, είδος δόρατος.
Κόφα Ξύλινη πλατφόρμα τοποθετημένη οριζόντια στην κορυφή του ψηλότερου άξονα των καταρτιών, έτσι ώστε να συμβάλλει στη συνολική αντοχή του συμπλέγματος των καταρτιών, παρέχοντας το απαραίτητο έρεισμα στα ξάρτια του δόλωνα (γάμπια). Από αυτή την πλατφόρμα πραγματοποιούνταν ο ελιγμός με τα ψηλά πανιά και στη διάρκεια της μάχης οι πυροβολισμοί με ελαφρά όπλα..
Ρότα Η πορεία του πλοίου.
Τεζάρισμα Η διαδικασία τεντώματος ενός ιστίου ή ενός παλαμαριού ( ή σχοινιού) που είναι απαραίτητη για να το τοποθετήσουν ή να το διατηρήσουν στην κατάλληλη θέση.
Αμπάρι Ο εσωτερικός χώρος ενός πλοίου που προορίζεται για φορτία και βρίσκεται ανάμεσα στο χαμηλότερο κατάστρωμα και τη σεντίνα (χώρος της σαβούρας).
Δοκάρι Καθεμία από τις κύριες δομές που χρησιμοποιούν για να στηρίζουν τα ιστία. Κάθε κατάρτι διακρίνεται με βάση την κατά μήκος ( του τρίγκου, της μαΐστρας - ή μεγίστης -, της μετζάνας) και τα πανιά με τα οποία συνδέονται μέσω των κεραιών, καθώς και με βάση τη διαμόρφωσή τους (σύνθετο, μονοκόμματο και σαρακηνό, με τετράεδρη κορυφή).
Καλαφάτισμα Γέμιση των ρωγμών ενός πλοίου που κάποτε γινόταν με ξεφτίσματα από παλαμάρι στυμμένα και εμποτισμένα με πίσσα τη στιγμή που επισκευαζόταν η σανίδωση. Με ειδικά σκαρπέλα το καλαφάτισμα εισάγονταν με πίεση στις συνδέσεις τη σανίδωση ( λεγόμενες και τσόντες ), έτσι ώστε να τις στεγανοποιήσουν χωρίς να μειώσουν την ελαστικότητά τους.
Λατίνι Τριγωνικό πανί.
Προσαράζω Καθίζω σε ύφαλο ή σε ρηχά νερά.
Σαλπάρω Ρήμα που περιγράφει τους ελιγμούς οι οποίοι γίνονται για το τράβηγμα της άγκυρας από το βυθό και για το ανέβασμά της στο πλοίο, επιτρέποντάς του έτσι να τεθεί σε κίνηση. Ωστόσο το ρήμα χρησιμοποιείται, επίσης, για να υποδείξει την ενέργεια της λύσης των αγκυροβολίων με τα οποία ένα πλοίο είναι δεμένο στην ακτή.
Σλέπι Βοηθητικό ή σωστικό πλοιάριο.
Τρικυμιώδης Έτσι ονομάζεται η θάλασσα όταν ο άνεμος σηκώνει κύματα ψηλότερα των 6 μέτρων. Όταν τα κύματα είναι πιο χαμηλά η θάλασσα είναι κυματώδης, και όταν είναι ακόμη πιο μικρά, ταραγμένη.
Καρέ Στα παλιά ιστιοφόρα, σημείο συγκέντρωσης των αξιωματικών. Ονομαζόταν έτσι επειδή ήταν ο μόνος χώρος σε όλο το πλοίο με ευθύγραμμα όρια που ήταν σε ορθή γωνία μεταξύ τους.
Λέμβος Μικρό πλοιάριο που κινείται με κουπιά ή πανιά, βάρκα.
Διαχωριστικό (μπουλμές) Στοιχείο κάθετης, συνήθως εσωτερικής, διαίρεσης των σκαφών.
Μπουκαπόρτα Άνοιγμα, συνήθως τετράπλευρο, στο άνω κατάστρωμα που επιτρέπει την πρόσβαση και τη φόρτωση στους κάτω χώρους. Διαθέτει ένα στεγανό κλείστρο, το οποίο κάποτε ονομαζόταν «quartiere» (τέταρτο), και ανάλογα με το σχήμα και τη διάσταση του τελευταίου, παίρνει ειδικότερα ονόματα, όπως στέγαστρο, βήμα, στόμιο.
Στόμιο Υποδεικνύει είτε το πλαίσιο ή το κάλυμμα, που είναι τοποθετημένο γύρω από κάθε άνοιγμα του ανώτερου καταστρώματος για να εμποδίζει την είσοδο του νερού, είτε το άνοιγμα με ανθεκτικό κολάρο που έχει γίνει στο κατάστρωμα, ώστε να περαστούν τα κατάρτια.
Ταμπούκι Η δομή προστασίας και κάλυψης των εξόδων από τις σκάλες που οδηγούσαν από τα κατώτερα στο άνω κατάστρωμα : κατά αναλογία ονομάζονταν έτσι όλες οι άλλες παρόμοιες, ως προς τη χρήση και το σχήμα, δομές.
Αναδρομικό ιστίο (βελαστράλι) Το τραπεζοειδές πανί που δένεται σε τρία σημεία στους ιστούς: χαμηλά στην μπούμα ( ή κέρκο), μπροστά στον ιστό και ψηλά στο πίκι.
Επωτίδα (καπόνι) Ο γερανός και το παλάγκο με τα οποία ανέβαζαν τις άγκυρες έως το επίπεδο του άνω καταστρώματος, μετά το σαλπάρισμα, με ένα ειδικό μανουβέλο, το λεγόμενο «εργάτη».
Λάτσο Προπέτεια της πλώρης ή της πρύμνης ενός πλοίου, που τείνει έτσι να έχει μεγάλη κλίση σε σχέση με την ίσαλο γραμμή.
Μπομπάρδα Ολλανδικό πλοίο με πλώρη και πρύμνη πολύ όμοιες μεταξύ τους και χωρίς λάντσο. Χρησιμοποιήθηκε για τη μικρή ακτοπλοΐα και είχε δύο ιστούς: εκείνον της μαΐστρας (ή μεγίστης), τοποθετημένο σχεδόν στα μισά του μήκους, και εκείνον της μετζάνας. Ο ιστός της μαΐστρας ήταν εξοπλισμένος με μαΐστρα, γάμπια και παπαφίγκο και με διάφορους φλόκους, ενώ της μετζάνας ήταν, αντίθετα, εξοπλισμένος με αναδρομικά ιστία (βελαστράλια). Η ονομασία χρησιμοποιείται επίσης για αποκλειστικά εμπορικά πλοία.
Παρέκκλιση Απομάκρυνση ενός πλοίου από τη ρότα του, όταν παρασύρεται από το ρεύμα που δεν είναι παράλληλο προς την κίνησή του.
Στίγμα Σημείο πάνω σε ναυτικό χάρτη που δείχνει τη γεωγραφική θέση πλοίου σε ορισμένη στιγμή της πορείας του.
Καράκας Ιστιοφόρο πλοίο χωρίς κουπιά. Πολεμικό ή φορτηγό, με μεγάλες υποδομές πλώρης και πρύμνης (πρόστεγο κα επίστεγο) έφερε τρία κατάρτια, το καθένα από τα οποία είχε ένα μόνο μεγάλο πανί, τετράγωνο στα μπροστινά κατάρτια ( τρίγκος ή μαΐστρα ) και λατίνι ( τριγωνικό ) στο πίσω κατάρτι ή στη μετζάνα.
Τζόγκα Κινέζικο ιστιοφόρο.
Πινάτσα Παλαιό ελαφρύ ιστιοφόρο με λεπτό σκάφος ( δηλαδή πολύ μακρύ σε σχέση με υο πλάτος ) και συνήθως εξοπλισμένο με τρία κατάρτια, αλλά και με βοηθητικά κουπιά. Συνήθως είχε το ρόλο της περιπολίας των ακτών, ενώ χρησιμοποιήθηκε επίσης σε αποστολές εξερεύνησης και γι’αυτό συχνά περιλαμβανόταν ανάμεσα στα πλοία μιας αποστολής. Αργότερα ( εκτός από «άκατος» ) ονομάστηκε έτσι το μεγαλύτερο μέρος των βοηθητικών πλοιαρίων ενός ιστιοφόρου, που χρησιμοποιούνταν για να ρυμουλκήσουν το ιστιοφόρο όταν δεν φυσούσε.
Αντιμονή Πλέω εν αντιμονή σημαίνει ελαττώνω την ταχύτητα του πλοίου, για την αποφυγή ζημιών από την τρικυμία: για να γίνει αυτό το πλοίο πρέπει να στραφεί προς την κατεύθυνση του ανέμου, «πλέοντας την εγγυτάτη» ,και να μειώσει τα ιστία μόνο στα χαμηλά πανιά (ιστία θυέλλης).
Θύελλα Βιαιότατος και στροβιλώδης άνεμος που πλήττει μία ευρεία θαλάσσια περιοχή, δεν συνοδεύεται όμως πάντα από σύννεφα βροχή και καταιγίδες.
Επίδρομος Παλαιότερα ονομαζόταν έτσι το λατίνι πανί που δενόταν στο κατάρτι κοντύτερα στην πρύμνη, στο οποίο έδινε το όνομά του. Αργότερα , ο επίδρομος εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από το ωτοειδές ιστίο, ενώ η κεραία του ονομάστηκε απλή κεραία , επειδή δεν υποστήριζε πλέον κανένα πανί.
Στράλια Κανονικά τα σχοινιά (ή συρματόσχοινα) που στερεώνουν τους ιστούς στην πλώρη. Καθώς πάνω τους ήταν στερεωμένα τα βοηθητικά ιστία που απλώνονταν όταν ο άνεμος ήταν αδύνατος ή , σε πλοία με τετράγωνα ιστία, όταν έπνεε από μια κατεύθυνση που αυτά τα ιστία δεν ήταν αποτελεσματικά, όλα τα ιστία αυτού του είδους πήραν το όνομά τους από τα στράλια (βελαστράλια).
Σχάρα μπουκαπόρτας ή δικτυωτό καθόδου κύτους Τυπική ξύλινη σχάρα στις ναυπηγικές κατασκευές η οποία συνήθως χρησιμοποιούνταν εκεί που χρειαζόταν να φεύγουν τα νερά από το κατάστρωμα ή έπρεπε να εξασφαλιστεί ο εξαερισμός των κατώτερων χώρων.
Αναρρόφηση (με αντλία ή άλλο μέσο) Η αφαίρεση του νερού από το εσωτερικό ενός πλοίου ή πλεούμενου, χρησιμοποιώντας σέσουλες (ή τσάσκες), ξύλινες κουτάλες με κοντό χερούλι ή , ακόμη, κουβάδες.
Εσχάρα, σκάρα ή σκαρί Τμήμα σχάρας ναυπηγείου που επεκτείνεται στη θάλασσα ως εξωτερική σκάλα ή κινητή πασαρέλα για την άνοδο στα πλοία από σκάφη υπηρεσίας ή από τις αποβάθρες.
Πυριτιδαποθήκη Το μέρος του κύτους όπου αποθηκεύονται το μπαρούτι και τα πολεμοφόδια ενός πλοίου.
Μπότερ Αλιευτικό σκάφος, ολλανδική κατασκευής, χωρίς καρίνα . Χαρακτηριστικό του ήταν ο τρίγκος που έφθανε πολύ πέρα από το κατάρτι.
Φλόκος Τριγωνικό πανί τοποθετημένο ανάμεσα στην πλώρη ή στο άκρο του πρόβολου και στον ιστό ή στο πρώτο κατάρτι ενός πλοίου.
Φλουγιούτ Σκάφος ολλανδικής κατασκευής εξαιρετικά ευκίνητο και ταχύ για τα δεδομένα της εποχής. Είχε ασυνήθιστο μήκος 35 μέτρων στρογγυλή πλώρη στην οποία συχνά τοποθετούσαν κάποιο γλυπτό, και 3 κατάρτια με τρίγωνα και τετράγωνα πανιά.
Βιράρισμα Ελιγμός του πλοίου που εκτελείται για να αλλάξει η πλευρά από την οποία δέχεται τον άνεμο, παιρνώντας την πλώρη είτε προς τη φορά του ανέμου είτε αντίπρωρα προς την κατεύθυνσή του.
Επιδρομίσκος Το τριγωνικό πανί που είναι υψωμένο πάνω από τη ράντα.
Κέρκος ή μάτσα Ειδικός τύπος ράντας που αποτελείται από δύο παράλληλους πασσάλους ενωμένους στο ανώτερο μέρος, δηλαδή σε εκείνο με το οποίο συνδέεται με το κατάρτι. Ονομάζεται έτσι εξαιτίας της ομοιότητάς του με το διχαλωτό οστό στο στέρνο του κοτόπουλου, στα αγγλικά wishbone («κόκαλο της επιθυμίας»), στα ελληνικά «γιάντες».
Κοντραφλόκος Ο πιο προωθημένος από τους φλόκους.
Μαϊνάρω Κατεβάζω κάθε αναρτημένο αντικείμενο κάνοντας να κυλήσει το κινητό μέρος του μηχανισμού που το συγκρατεί. Το ρήμα χρησιμοποιείτε περισσότερο σχετικά με κεραίες, ιστία, σημαίες, σινιάλα.
Μπάντα Γενική ονομασία του πλευρού του πλοίου.
Προτονίδα του τουρκέτου (ακάτιου ιστού) ή στραντζιέρα Ο χαμηλότερος και ο πιο συμπτυγμένος φλόκος.
Υποστολή ή μάζεμα Το μάζεμα των τετράγωνων πανιών σε φεστόνια με ορισμένες μανούβρες με σχοινιά και τα άκρα τους που είναι ειδικά προετοιμασμένα και αποκαλούνται μεσουρίες. Κατά ανάλογο τρόπο τα βελαστράλια μαζεύονται πάνω στους κέρκους ή κατά μήκος των ιστίων.
Ψάθα ή ράντα (επίσης ωτοειδές ιστίο και επίδρομος ) Πανί με σχήμα τραπεζοειδές, το οποίο αν είναι ωτοειδές έχει τρεις γωνίες, ενώ αν είναι τύπου Βερμούδων ( ή Μαρκόνι ), το μπροστινό μέρος του δένεται στο κατάρτι και από χαμηλά στη μάτσα ( ή κέρκο). Το ωτοειδές ιστίο στο ανώτερο μέρος του στηρίζεται στο πίκι.
Ketch Ορισμός ( χωρίς αντίστοιχο στα ελληνικά ) του ιστιοφόρου με δύο κατάρτια με ιστία αρμού. Ο ιστός της μετζάνας βρίσκεται προς την πλώρη του άξονα του τιμονιού.
Wishbone βλ. Κέρκος
Ωτοειδής μαΐστρα Πανί με σχήμα τραπεζοειδές, το οποίο στηρίζεται στα τρία άκρα του από τα κατάρτια : από χαμηλά στη μάτσα ( ή κέρκο), από εμπρός στο κατάρτι και από ψηλά στο πίκι.
Γολετόμπρικο Πριν το 1850, ο όρος γολετόμπρικο αποδίδονταν στα αγγλικά με τον όρο «ερμαφρόδιτο μπρίκι». Ο πρυμιός ιστός είχε πανιά « του μήκους» (ράντα με μάτσα, φλίσι και τέσσερις στραλιέρες). Ο πλωριός ιστός είχε τέσσερις σταυρώσεις (τρίγκο, μονή γάμπια, παπαφίγκο και κόντρα) και τέσσερις φλόκους (φλόκο, έξω φλόκο και φλοκίνι). Το μπάνιο της ράντας ήταν σηκωμένο έτσι ώστε να επιτρέπει στον άνεμο να χτυπά τα πανιά που βρίσκονται μπροστά από αυτό.
Ιστία αρμού Τα ιστία των οποίων η εμπρόσθια ακρόδετηση βρίσκεται στον επιμήκη άξονα του πλοίου ή πολύ κοντά του.
Μήκος ή μυοδρόμων Γολετόμπρικο που διαθέτει ένα τρίτο κατάρτι, στη θέση εκείνου της μετζάνας (δηλαδή πίσω από τα άλλα δύο και προς την πρύμνη), επονομαζόμενο και πάσσαλος, εξοπλισμένο με ωτοειδή ιστία.
Μοίρα Τμήμα στόλου ή στρατού.
Φρεγάτα Παλιό τρικάταρτο πολεμικό πλοίο.
Διανομέας Ναύτης που είναι υπεύθυνος για τη διανομή των πυρομαχικών.
Προσήνεμος Αυτός που βρίσκεται στην πλευρά από την οποία φυσά ο άνεμος.
Υπήνεμος Αυτός που βρίσκεται στην πλευρά προς την οποία φυσά ο άνεμος.
Αλυσίδα ή καλώδιο πηδαλίου Καθένα από τα δύο σχοινιά ή τις αλυσίδες που, από κάθε πλευρά και διαμέσου μιας ράβδου (της λαγουδέρας) ή πτέρυγας, συμβάλουν στο να μεταδώσουν στο τιμόνι την απαραίτητη περιστροφή για τους ελιγμούς του πλοίου.
Αντένα Το δυνατό κοντάρι στο οποίο είναι περασμένο ένα πανί λατίνι. Όταν οι διαστάσεις του πλοίου το απαιτούν, είναι σύνθετη και κάθε άξονας που το συναποτελεί έχει ένα ιδιαίτερο όνομα: κάρο, κορυφή, στάχυ.
Άνω σακολέβα Μικρό τετράγωνο πανί πάνω από τον ιστό της σακολέβας, που συνήθως βρίσκεται κάτω από το μπομπρέσο.
Άξονας Κάθε κορμός των σύνθετων ιστών.
Επίμηλο του ιστού Εξάρτημα με μορφή πόμολου ελλειπτικού σχήματος τοποθετημένο στην κορυφή των κονταριών της σημαίας και των ιστών.
Κοντάρι ή πάσσαλος του κονραφλόκου Μεγάλο κοντάρι τοποθετημένο ως επιμήκυνση του μπομπρέσου, για να μπορεί να συνδέσει πάνω του η μούρα (η κάτω και μπροστινή γωνία) του πιο προωθημένου φλόκου.
Κοντραφλόκος Ο πιο προωθημένος φλόκος.
Κουρζέτο Πλαίσιο σχηματισμένο από ξύλινες ράβδους (επονομαζόμενες πλάγιες και εγκάρσιες) που χρησιμεύει διαμέσου των επιτόνων του παπαφίγκου να καταστήσει άκαμπτο το ομώνυμο επιστήλιο.
Λαγουδέρα Κοντάρι μεγάλης αντοχής με το οποίο στρίβει το πτερύγιο του τιμονιού.
Λασκάδα Σφοδρός άνεμος που πνέει πλάγια από την πρύμνη.
Μπομπρέσο ή πρόβολος Ιστός οριζόντιος ή με πολύ μεγάλη κλίση, στην ίδια κατεύθυνση με το διαμήκη άξονα του σκάφους που προεξέχει από την πλώρη και συγκεντρώνει τους διάφορους φλόκους.
Σκάτσα (επίσης ξυλοκιβώτιο ιστοπέδης και υποπτερνίδα ιστού) Δομικό στοιχείο στο οποίο στηρίζεται και εφαρμόζει σφηνώνοντας το κάτω άκρο του ιστού, η λεγόμενη μήκια.
Σύνολο αγομένων Κάθε σχοινί που χρησιμοποιείται για προσανατολισμό των ιστίων και των κινητών μερών των ιστίων και ως εκ τούτου μετατοπίζεται, χαλαρώνεται (αμολιέται) ή τεντώνεται (τεζάρεται) κατά τη διάρκεια των ελιγμών του πλοίου.
Ταλάντωση Ραγδαία παρέκκλιση από τη ρότα εξαιτίας της κίνησης των κυμάτων.
Τεσταμόρος Στοιχείο ένωσης και σύνδεσης του άξονα των ιστών που συνήθως αποτελείται από δύο δαχτυλίδια περασμένα και στερεωμένα το ένα μέσα στο άλλο. Μέσα στο πρυμναίο κυκλικό δακτυλίδι, περνιέται το άνω άκρο (η λεγόμενη καλόμπα) του υποκείμενου άξονα, ενώ στο πρωραίο τετράγωνο δακτυλίδι, τοποθετείται το κάτω άκρο του υπερκείμενου άξονα.
Τρότσα (επίσης αγκοίνη) Μηχανισμός σύνδεσης με συναρμογή που ενώνει στους ιστούς τις κεραίες, τις μπούμες και τα πίκια, δηλαδή όλα τα στοιχεία που εκτελούν περιστροφικές κινήσεις.
Βελαστράλι Ιστίο αρμού που δένεται πάνω σε ένα στράλι (στάντζο).
Κολομπίρι Λαιμός του ιστίου.
Πίκι Κοντάρι τοποθετημένο λοξά πάνω σε έναν ιστό που χρησιμοποιείται στα σκάφη με τετράγωνα ιστία για να δεθεί εκεί η άνω πλευρά της ψάθας (η ράντας) της μετζάνας.
Στάντζος ή στράλι Καραβόσχοινο το οποίο, καθώς είναι στερεωμένο στο κατάστρωμα, στηρίζει τον ιστό εντός πλοίου από τη μεριά της πλώρης.
Φώσωνας ή παπαφίγκος βλπ. Παπαφίγκος.
Άκατος Το μεγαλύτερο μέρος των βοηθητικών πλοιαρίων ενός ιστιοφόρου.
Ακρόπρωρο Ξύλινη διακοσμητική παράσταση που κάποτε τοποθετούνταν στο πιο ψηλό σημείο του ταλιαμά ή στην πλώρη του σκάφους.
Ωτοειδές Τύπος σκάφους που χαρακτηρίζεται από τραπεζοειδείς ράντες με τρείς πλευρές δεμένες, στα ιστία. Χαμηλά στην μπούμα (ή κέρκο), μπροστά στον ιστό (ή στη στήλη του ιστού) και ψηλά στο πίκι.
Νηνεμία Στην κυριολεξία απουσία αέρα, άσχετα από την κατάσταση της θάλασσας, η οποία μπορεί να είναι ήρεμη ή ταραγμένη.
Γολέτα Πλοίο με μπομπρέσο (πρόβολος) και δύο κατάρτια επικλινή προς την πλώρη με ωτοειδή πανιά. Όταν στο κατάρτι του τρίγκου (ακάτιος ιστός) ξεδιπλώνεται τετράγωνο πανί, το πλοίο ονομάζεται γολέτα γάμπια.
Κουπαστή Το ανώτερο ύψος των πλευρών μιας βάρκας, στο οποίο τοποθετούνται κατά κανόνα οι σκαρμοί για τα κουπιά.
Μαζεύω Συλλέγω και δένω σφιχτά τα πανιά στα σημεία των ιστών που τα συγκρατούν.
Σάγουλα Ειδική ονομασία ενός συγκεκριμένου τύπου σπάγκου και ονομασία σχοινιού ή κάβου μικρής διαμέτρου.
Σημαδούρα Μέρος του δρομόμετρου το οποίο αποτελείται από μια σανίδα φορτωμένη με έρμα, με τέτοιο τρόπο ώστε να πλέει παραμένοντας κάθετη. Η σημαδούρα ριχνόταν στη θάλασσα από την πρύμνη του πλοίου και παρέμενε θεωρητικά ακίνητη ενώ το πλοίο απομακρυνόταν έτσι, ξετυλιγόταν ο σπάγκος που τη συγκρατούσε ο οποίος έφερε ανά διαστήματα κόμπους, ο αριθμός των οποίων, υπολογισμένος βάσει της κλεψύδρας, έδειχνε τα ναυτικά μίλια που έκανε το πλοίο σε μία ώρα, την ταχύτητά του δηλαδή σε μίλια ανά ώρα: γι’αυτόν ακριβώς το λόγο η ταχύτητα στη θάλασσα εκφράζεται ακόμα και σήμερα σε κόμβους.


http://www.modelclub.gr/forums/index.php?topic=9982.0

Άβακας = καθρέπτης, παπαδιά (βλ. καθρέπτης)
Αβαράρω = απωθώ, σπρώχνω
Αγαντάρω = σταματώ και κρατώ κάτι σταθερά χωρίς να λασκάρω ή να φερμάρω
Αγκυρόσχοινο = σχοινί ή καδένα που συνδέει την άγκυρα με το πλοίο, σχοινί που χρησιμεύει για αγκυροβολία ή πρόσδεση του σκάφους
Αετός = η πρυμιά όρθια πλευρά ενός τριγωνικού πανιού (τα συμμετρικά μπαλόνια έχουν δύο αετούς)
Ακάτιο πανί = πλωριό πανί, τριγωνικό πανί όπως ο φλόκος στον πλωριό ιστό
Άκρα = ακρωτήρι
Ακρόπλωρο ή έμβολο = ιστός που προεξέχει προς την πλώρη, με μικρή κλίση προς τα πάνω. Εκεί δένονται συνήθως τα πλωριά πανιά.
Ακρόπρωρο = ξυλόγλυπτη διακοσμητική παράσταση που τοποθετείται στην πλώρη του σκάφους σαν έμβλημα
Ακρώνηο = το άνω άκρο του κορακιού
Ακτοπλοΐα = η ναυσιπλοΐα κατά την οποία η θέση του σκάφους καθορίζεται με την βοήθεια ορατών και σταθερών σημείων της ξηράς
Αλεώριο = ενδεικτικό σημείο
Αληθινός άνεμος = βλέπε πραγματικός άνεμος
Άλμπουρο (ή άρμπουρο) = ιστός πλοίου (ιταλική ρίζα), κατάρτι. Τα πρώτα κατάρτια ήταν από ξύλο (συνήθως πευκόξυλο όπως το Όρεγκον). Τα ναυταθλητικά ήταν από κενό ξύλο Σίτκα. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 άρχισαν να κερδίζουν έδαφος τα άλμπουρα από αλουμίνιο. Σήμερα στα ακριβά ναυταθλητικά σκάφη χρησιμοποιούνται άλμπουρα από ανθρακονήματα
Αλυσέλικτρο = τύμπανο αλυσίδας (καδένας) άγκυρας, σκρόφα
Αμόλα = μόλα, λύσε, άφησε ελεύθερο
Άμπωτη = φυρονεριά, η πτώση της στάθμης της θάλασσας κατά την παλίρροια (το αντίθετο της πλημμυρίδας) (από την πλήμμη προς την ρηχία)
Ανακωχή = αντιμονή, α λά κάπα, επιβράδυνση, σταμάτημα πορείας σκάφους (στα μηχανοκίνητα με κράτηση μηχανής ή και ανάποδα για δε τα ιστιοφόρα επιβράδυνση έως σταμάτημα του σκάφους με κατάλληλο χειρισμό των πανιών και του πηδαλίου)
Αναπλωρίζω = στρέφουμε την πλώρη κατευθείαν στον άνεμο για να κάνουμε τακ, παίρνουμε βόλτα στα όρτσα, πλέουμε προς τον άνεμο
Αναστροφή (τακ, πότζα) = ορτσάροντας φέρνουμε τον άνεμο από την άλλη πλευρά του σκάφους (όρτσα α λα μπάντα)
Αναφωτίδα = σπιράγιο, υπερκατασκευή, κουτούσι (βλ. σπιράγιο)
Ανεμοδείκτης = εργαλείο που δείχνει την διεύθυνση του ανέμου
Ανεμοδούρι = ανεμούριο (βλέπε ανεμούριο)
Ανεμολόγιο = η αναπαράσταση του κύκλου του ορίζοντα διαιρεμένου σε μοίρες (0º - 360º) και επί του οποίου έχουν σημανθεί οι ονομασίες των διαφόρων ανέμων, ανάλογα με την κατεύθυνση τους.
Ανεμόμετρο = όργανο μετρήσεως της ταχύτητας και της διεύθυνσης του ανέμου
Ανεμούρια = μηχανισμοί αποτελούμενοι από πάνινες συνήθως χοάνες και σύστημα περιστροφής τους έτσι ώστε να μας δείχνουν την διεύθυνση του ανέμου, λωρίδες από ύφασμα ή μαλλί (μαλάκια) που τοποθετούνται σε ορισμένα σημεία των πανιών και μας δείχνουν την ομαλή ροή του αέρα στα σημεία αυτά (και κατ’ επέκταση το σωστό ή όχι τριμάρισμα του πανιού)
Ανόδιο = πλάκα κυλινδρικού συνήθως σχήματος από ψευδάργυρο τοποθετημένου στην γάστρα προκειμένου να προστατεύσει σιδερένιο ή αλουμινένιο σκάφος από ηλεκτρόλυση. Ομοίως το ανόδιο προστατεύει την έλικα, το πηδάλιο και γενικά μεταλλικά μέρη του σκάφους στα ύφαλα. Το ανόδιο οξειδώνεται και φθείρεται και κατά διαστήματα πρέπει να αντικαθίσταται
Αντένα = το ξύλινο στήριγμα του τριγωνικού πανιού στο λατίνι
Αντενοκάταρτα = γενικός όρος που αναφέρεται σε κατάρτια, μάτσες, κεραίες, σπινακόξυλα κλπ ιστιοφόρων.
Αντιμάμαλο = το κύμα που επιστρέφει από την ακτή
Αντιμονή = ανακωχή, α λα κάπα (βλ. ανακωχή)
Απάγκιο = τοποθεσία προστατευόμενη από τον πνέοντα άνεμο
Άπαρση (σκάφους) = απόπλους (σκάφους)
Απόκλιση = η γωνία (διαφορά) μεταξύ Μαγνητικού και Αληθινού Βορρά
Αποθαλασσία = ρεστία, swell, κυματισμός της θάλασσας χωρίς την ύπαρξη ανάλογου αέρα και ο οποίος οφείλεται είτε στον άνεμο που προϋπήρχε και ήταν ισχυρότερος είτε στην μεταφορά των κυμάτων από άλλη γειτονική περιοχή στην οποία υπάρχει άνεμος.
Άρμενα = όλα όσα χρησιμεύουν για την ιστιοπλοΐα ενός σκάφους (πανιά, άλμπουρα, ξάρτια, σχοινιά, κ.τ.λ.)
Αρόδο (ή αρόδου) = αγκυροβολία στα ανοιχτά όρμου ή λιμανιού
Βαγονάκι (σιδηρόδρομου σκότας μεγίστης ή σκότας τζένοα) = ντράγκ, βαγονάκι το οποίο κινείται πάνω στον σιδηρόδρομο της μεγίστης (ή της τζένοα), πάνω στο οποίο δένεται, μέσω μπαστέκας, η σκότα της μεγίστης (ή της τζένοα)
Βαθμιδόσχοινο ή σκαλιέρα = τα σκαλοπάτια που στερεώνονται στα ξάρτια ή τους ιστούς
Βαλβίδα Κίνστον = βαλβίδα πιο κάτω από την ίσαλο γραμμή την οποία μπορούμε να κλείσουμε. Συνήθως είναι ρουμπινέτο ασφαλείας σωληνώσεων που διαπερνούν το κύτος. Επιτρέπει την είσοδο θαλασσινού νερού στο ψυγείο της μηχανής και το τρομπάρισμα του νερού της σεντίνας.
Βαρδάρι = σε σκάφη τύπου fractional, συρματόσχοινο ή σχοινί που πιάνει χαμηλότερα από την κορυφή του άλμπουρου (στο ύψος περίπου που πιάνει ο πρότονος) προς το πίσω μέρος του σκάφους και το οποίο, μέσω εντατήρα, ρυθμίζει την κάμψη του ιστού κατά τον διαμήκη άξονα και τεντώνει τον πρότονο
Βελαστράλι = προΐστιο, πανί του στράλιου, πανί συνήθως μικρότερο από το κύριο πλωριό πανί στερεωμένο σε συρματόσχοινο μπροστά από τον ιστό, ο δεύτερος (πίσω) φλόκος
Βέντα της μπούμας = μπαλατσίνι της μάτσας
Βιντσιρέλο = το βιντσάκι για το φερμάρισμα-λασκάρισμα των σχοινιών ιστιοφορίας (υπάρχουν βιντσιρέλα απλά, βιντσιρέλα με ταχύτητες και βιντσιρέλα self-tailing στα οποία δεν χρειάζεται κάποιος να βαστάει τα ‘’μπόσικα’’)
Βίρα = ανέβασε, σήκωσε
Βιράρω = ανεβάζω, σηκώνω
Βύθισμα (σκάφους) = είναι η κατακόρυφη απόσταση από το επίπεδο της ισάλου γραμμής έως το χαμηλότερο σημείο της καρίνας
Γάμπιες (δόλωνες) = στα ιστιοφόρα με τετράγωνα πανιά το δεύτερο πάνω από το κατάστρωμα τετράγωνο πανί που βρίσκεται πάνω στον κύριο ιστό
Γάσα = μόνιμη θηλιά στην άκρη ενός σχοινιού
Γάστρα = το κάτω από την ίσαλο γραμμή μέρος του σκάφους
           Τύποι γάστρας : α) Longkeel (Heavykeel), β) Semikeel και γ) Finkeel
Γκάης = σκότα σπινακόξυλου, σοφράνο σκότα του μπαλονιού, σκότα η οποία ρυθμίζει την γωνία του σπινακόξυλου ως προς τον φαινόμενο αέρα
Γκούζνεκ (Gooseneck) = σύστημα που επιτρέπει την κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις από κάποιο συγκεκριμένο σημείο. Συνήθως συνδέει την μάτσα με τον ιστό.
Γραδελάδα = το ξύλινο πλέγμα πάνω από το δάπεδο του cockpit ή του ντους για να μη λιμνάζουν και να φεύγουν εύκολα τα νερά
Γραντί = η όρθια πλωριά πλευρά ενός τριγωνικού πανιού
Γωφός = το πρυμνιό τμήμα των πλευρών του σκάφους που ορίζεται από τις 135º μέχρι τις 180º από την πλώρη δεξιά και αριστερά
Διαδρομείς = καβαλάρηδες (βλ. καβαλάρηδες)
Διάκι = λαγουδέρα, οίακας (βλ. λαγουδέρα)
Διόπτευση ή ρελέβο ή αντιστοιχία = η κατεύθυνση ενός αντικειμένου σε σχέση με τον βορρά, εκφραζόμενη σε μοίρες με την βοήθεια πυξίδας διόπτευσης.
Δρομόμετρο = όργανο το οποίο μετρά την ταχύτητα κίνησης του σκάφους μέσα στο νερό και σε σχέση με αυτό.
Δρόμων = πλοίο που χρησιμοποιήθηκε στο Βυζάντιο
Εγκοίλια = στραβόξυλα, νομείς (βλ. στραβόξυλα)
Εκπεσμός = η δύναμη που τείνει να κινήσει το σκάφος πλάγια λόγω αεροδυναμικών πιέσεων επάνω στα πανιά
Έκταμα (άγκυρας) = το μήκος της αλυσίδας (καδένας) ή της αλυσίδας και του σχοινιού από την άκρη της άγκυρας έως την άκρη του σκάφους
Εκτόπισμα (πλοίου) = ο όγκος του εκτοπιζόμενου νερού για να πάρουν θέση μέσα στο νερό τα ύφαλα του σκάφους, το βάρος του νερού που εκτοπίζει όταν πλέει κανονικά (το βάρος του εκτοπιζόμενου νερού ισούται με το βάρος του σκάφους).
Έξαλα = το τμήμα του σκάφους που βρίσκεται πάνω από την ίσαλο γραμμή
Εξαρτία ή εξάρτηση ή αρματωσιά = το σύνολο των εξαρτημάτων που χρησιμεύουν για να ταξιδεύει με τον αέρα ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος (ιστοί, ξάρτια, πανιά, κλπ)
Εξαρτισμός αγκυροβολίας = η άγκυρα και το αγκυρόσχοινο
Επίδρομος (μεσοπρότονος – babystay) = συρματόσχοινο παράλληλο προς τον πρότονο που πιάνει πιο χαμηλά και συγκρατεί το κατάρτι μεταξύ πλώρης και σκάτζας (στα σκάφη τύπου masthead). Αυξάνοντας την ένταση στον επίδρομο, λυγίζει το κατάρτι και στεγνώνει (μείωση του βάθους) την μαΐστρας στο επάνω μέρος της.
Επίτονος = ξάρτι για την στήριξη του ιστού ως προς τον διαμήκη άξονα του σκάφους του οποίου το ένα σημείο στήριξης είναι πίσω στην πρύμη και το άλλο στην κορυφή του ιστού
Εργάτης = βίντσι εφοδιασμένο με κάθετο τύμπανο (σκρόφα) από το οποίο περνάει η καδένα και χρησιμεύει για την πόντιση και το σήκωμα της άγκυρας
Έρμα = σαβούρα, το υλικό εκείνο (συνήθως μολύβι ή μαντέμι) που τοποθετημένο στο κατώτερο μέρος του σκάφους (καρίνα), λόγω του μεγάλου βάρους του, συντελεί στο να χαμηλώνει το κέντρο βάρους του σκάφους δίνοντας του μεγαλύτερη ευστάθεια
Ζωνάρι = o προφυλακτήρας από ελαστικό ή ξύλο που ‘’τρέχει’’ περιμετρικά στα πλευρά του σκάφους και το προφυλάσσει όταν έρχεται σε επαφή με το μόλο ή άλλο σκάφος
Ημιολικό ιστίο = μικρό πανί με ελεύθερη ποδιά που χρησιμοποιείται αντί για την μαΐστρα όταν πνέουν δυνατοί άνεμοι
Ημίτονοι = μαγγιόρα (βλ. μαγγιόρα)
Ίσαλος γραμμή = η νοητή γραμμή η οποία ενώνει όλα τα σημεία από όπου το σκάφος αρχίζει να προβάλει πάνω από το νερό
Ιστός επιδρόμου = πρυμναίο κατάρτι (για τα δικάταρτα, τρικάταρτα, κλπ) γνωστός και σαν μετζάνα
Καβαλάρηδες = διαδρομείς, εξαρτήματα στα οποία η μία τους άκρη είναι δεμένη επάνω στο γραντί της μαΐστρας και η άλλη <<τρέχει>> μέσα στον σιδηρόδρομο του ιστού και οι οποίοι χρησιμεύουν στο βιράρισμα και μαϊνάρισμα της μαΐστρας.
Καβαλέτο = βάση στην οποία τοποθετείται ένα σκάφος στην στεριά προκειμένου να γίνει συντήρηση ή διαχείμαση του
Κάβος = ακρωτήριο
Κάβος = το σχοινί με το οποίο δένεται ένα σκάφος
Καβοπιάνο = μακρύς κάβος πολλών χρήσεων που χρησιμοποιείται κυρίως για την ρυμούλκιση ή για να δέσουμε την πρύμη μας στην στεριά, όταν είμαστε αγκυροβολημένοι σε κάποιο όρμο
Καδένα = αλυσίδα (από την Ιταλική λέξη catena)
Κάθοδος = καταπακτή, κουβούσι (βλ. καταπακτή)
Καθρέπτης = άβακας, παπαδιά, η κάθετη επίπεδη πλευρά (κόψιμο) της πρύμης του σκάφους
Καμήλα = το ανασήκωμα του καθίσματος του τιμονιέρη για καλύτερη ορατότητα, που θυμίζει ράχη καμήλας
Καμπάνα σπινακόξυλου = η υποδοχή για την στερέωση του ενός άκρου του σπινακόξυλου στο άλμπουρο και για την ρύθμιση του ύψους του από το κατάστρωμα του σκάφους μέσω ειδικού για τον σκοπό αυτό σιδηρόδρομου.
Κάνιγκχαμ (Cunnigham)= σχοινί το οποίο τεντώνει προς τα κάτω το γραντί της μεγίστης, όταν ο άνεμος αυξάνει τότε φέρνει την κοιλιά της μεγίστης προς τα πίσω. Για να το αποφύγουμε αυτό υπάρχει ένα σύστημα το οποίο τραβάει την βάση της μάτσας προς τα κάτω άρα τεντώνει το γραντί της μεγίστης και φέρνει την κοιλιά του πανιού προς τα εμπρός
Καντηλίτσα = ναυτικός κόμπος, ειδική αιώρα για το ανέβασμα στο κατάρτι
Καπάντισμα (broaching) = συμβαίνει όταν χάνεται ο έλεγχος του ιστιοφόρου καθώς αυτό ποδίζει ή ορτσάρει, ανεξέλεγκτο κουπαστάρισμα. Ενέργειες :
           α) λασκάρουμε γρήγορα την μαΐστρα,
          β) λασκάρουμε την σκότα του μπαλονιού
Καρδάνια ανάρτηση = σύστημα στο οποίο στηρίζεται η πυξίδα και το οποίο της επιτρέπει να διατηρείται σε οριζόντια θέση
Καρίνα (ή καρένα ή τροπίδα) = το πρόσθετο προς τα κάτω τμήμα της γάστρας που φέρει συνήθως το έρμα και περιορίζει τον εκπεσμό, βοηθάει το ορτσάρισμα και δίνει ευστάθεια πορείας και πλεύσης (το βάρος της είναι συνήθως το 35-40% του συνολικού βάρους του σκάφους)
Καρούλι = ράουλο (βλ. ράουλο)
Κάσαρο (hatch) = άνοιγμα από το οποίο αφ’ ενός μεν μπαίνει φως στο σκάφος αφ’ ετέρου δε μπορούμε να μπούμε από αυτό στο εσωτερικό του σκάφους (βρίσκεται επί του καταστρώματος – εκτός της φάλκας)
Καταμέτρηση = ο ακριβής προσδιορισμός των δυνατοτήτων ενός σκάφους (σύμφωνα με κάποιο μαθηματικό τύπο) προκειμένου το σκάφος αυτό να συμμετάσχει σε αγώνες με άλλα ισοδύναμα σκάφη.
Καταπακτή = κάθοδος, κουβούσι, καταπακτή με άνοιγμα στο κατάστρωμα που συγχρόνως εξυπηρετεί και στον φυσικό εσωτερικό φωτισμό και αερισμό
Κατάπρυμα = ταξίδεμα παράλληλα με τον άνεμο
Κατάρτι = άλμπουρο, άρμπουρο, ιστός (βλ. άλμπουρο)
Κατάστρωμα = κουβέρτα, η επιφάνεια που εκτείνεται παράλληλα με την στάθμη του νερού και ενώνει τις κορυφές των πλευρών, της πλώρης και της πρύμης.
Κιθάρα = κόντρα διάκι (βλ. κόντρα διάκι)
Κλου = το κάτω πρυμνιό πορτούζι της μαΐστρας ή της τζένοας (εκεί που ο αετός συναντά την ποδιά)
Κόμβος = είναι η απόσταση σε ναυτικά μίλια που διανύει ένα σκάφος σε μία ώρα δηλ.     κόμβοι = ναυτικά μίλια την ώρα
Κόντρα διάκι = κιθάρα, σπαστή προέκταση της λαγουδέρας η οποία επιτρέπει στον τιμονιέρη να την χειρίζεται όταν κάθεται στην κουπαστή ή έξω από το σκάφος
Κοράκι = η πλωριά προέκταση του σωτροποιού (του κεντρικού δοκαριού στο κάτω μέρος του σκάφους, από την πλώρη έως την πρύμη, από τα πλευρά του οποίου ξεκινούν τα στραβόξυλα).
Κορυφή = το επάνω πορτούζι τριγωνικού πανιού (μεγίστης, τζένοας, μπαλονιού)
Κοτσανέλο = σκαλμίσκος, δέστρα, σημείο στο οποίο δένουμε μαντάρια, σκότες, ξάρτια και λοιπά σχοινιά
Κοτσάρω = γαντζώνω, δένω, στηρίζω
Κουβέρτα = κατάστρωμα (βλ. κατάστρωμα)
Κουβούσι = καταπακτή, κάθοδος, (βλ. καταπακτή)
Κουμπάσο = ναυτικός διαβήτης για την μέτρηση αποστάσεων στους ναυτικούς χάρτες
Κουπαστάρισμα = η κλίση του σκάφους εξ αιτίας πνέοντος ανέμου, κυμάτων ή άλλης αιτίας.
Κουπαστή ή δρύφρακτο = το παραπέτο του σκάφους
Κουρέας = μπαστέκα με σχοινί η οποία μετακινείται επάνω στην σκότα της τζένοα ή του μπαλονιού και η οποία μέσω της έλξης του σχοινιού αλλάζει το σημείο έλξης της σκότας
Κουτούσι = σπιράγιο, υπερκατασκευή, αναφωτίδα (βλ. σπιράγιο)
Κούτσα = σεντίνα (βλέπε σεντίνα)
Κρηπίδωμα = το προς την θάλασσα τμήμα της προβλήτας λιμανιού
Κρικόδεσμος = ναυτικός κόμπος
Κρυφό = μικρό ενσωματωμένο στο πανί σχοινάκι για να ελέγχει-στρώνει τον αετό, ανάλογα με την περίσταση
Λαγουδέρα = διάκι, οίακας, ο μοχλός μέσω του οποίου κινούμε δεξιά – αριστερά το φτερό του πηδαλίου
Λαζαρέτο = μπαλαούρο, αποθηκευτικός χώρος υλικών στην πρύμη του σκάφους
Λασκάδα = πλεύση με φορό άνεμο (105º - 135º) (225º - 255º) (λέξη Βενετσιάνικη και Ισπανική – lascada)
Λασκάρω = ξεσφίγγω υπό έλεγχο κάτι το οποίο είναι τεντωμένο (σχοινί, κάβο, συρματόσχοινο, κτλ)
Λατίνι = σκάφος με τρίγωνα πανιά στηριγμένα σε αντένα (δημιούργημα των Αράβων)
Λεβάρω = σηκώνω πανί
Λεντίες (springs) = οι χιαστοί κάβοι που δένουν το σκάφος κατά την πλαγιοδέτηση
Λιμενοδείκτης = βιβλίο που περιέχει λεπτομερείς λιμενικούς χάρτες, περιγράφει τις ακτές και έχει οδηγίες για τους ναυτιλομένους (πορτολάνος, από το Ιταλικό Portolano)
Μαγγιόρα = ημίτονοι, ξάρτια για την στήριξη του ιστού ως προς το εγκάρσιο του σκάφους τα οποία ξεκινούν από τις πλευρικές ξαρτόριζες και καταλήγουν στον ιστό στο ύψος του σταυρού
Μαϊνάρω = κατεβάζω, υποστέλλω
Μαΐστρα ή μεγίστη = το πανί ιστιοφόρου που κρεμιέται από το άλμπουρο και στερεώνεται στην μάτσα
Μακαράς = μηχανικό μέσο για την μετακίνηση βαρών και αλλαγή διεύθυνσης των σχοινιών. Τα κυριότερα μέρη του μακαρά είναι η θήκη, το ράουλο και ο άξονας
Μαλάκια (ανεμούρια) = οι λωρίδες από ύφασμα ή μαλλί που τοποθετούνται σε ορισμένα σημεία των πανιών και μας δείχνουν την ομαλή ροή του αέρα στα σημεία αυτά (και κατ’ επέκταση το σωστό ή όχι τριμάρισμα του πανιού)
Μανέλα = η χειρολαβή για το γύρισμα των βιτζιρέλων
Μαντάρια = τα σχοινιά για το βιράρισμα – μαϊνάρισμα των πανιών που πιάνουν στην κεφαλή τους (μαΐστρας, τζένοας, μπαλονιού, κλπ)
Μαντάρι σπινακόξυλου = σχοινί το οποίο ρυθμίζει το ύψος της ελεύθερης άκρης του σπινακόξυλου (συνεργάζεται με το ποδάρι του σπινακόξυλου)
Μάπα = μεταλλικό άγκιστρο σε σχήμα ανάποδου <<U>> επάνω στην κουβέρτα του σκάφους πάνω στο οποίο στερεώνουμε ένα σχοινί ή ένα ναυτικό κλειδί
Μαρίνα = λιμάνι σκαφών αναψυχής
Μάσκα = το πλωριό τμήμα των πλευρών του σκάφους που ορίζεται στις 45º από την πλώρη δεξιά και αριστερά
Ματισιά = το πλέξιμο δύο σχοινιών μαζί για να ενωθούν
Μάτσα = μπούμα, κοντάρι για την στερέωση της ποδιάς της μαΐστρας
Μεγίστη = τριγωνικό πανί σκάφους στηριγμένο στο άλμπουρο
Μεντζάνα = το πρυμναίο κατάρτι ενός δικάταρτου, τρικάταρτου κλπ σκάφους
Μεσοπρότονος = επίδρομος, babystay (βλέπε επίδρομος)
Μόλα = αμόλα (βλ. αμόλα)
Μούδα = η μείωση της επιφάνειας των πανιών
Μουδάρισμα = μείωση της επιφάνειας (εμβαδού) της ιστιοφορίας όταν αυξάνει ο άνεμος
Μουδόσχοινο = τα σχοινιά τα οποία βρίσκονται σε μία σειρά ανάμεσα στο ποδάρι και το πορτούζι ης μαΐστρας στην 1η, 2η και 3η μούδα και τα οποία χρησιμεύουν στο να μαζεύουν το πανί που περισσεύει κατά το μουδάρισμα
Μπαλατσίνι μάτσας (βέντα της μπούμας) = το σχοινί που συγκρατεί την μάτσα όταν δεν είναι βιραρισμένη η μαΐστρα
Μπαλαούρο = λαζαρέτο (βλ. λαζαρέτο)
Μπαλκόνι πρύμης = προστατευτικό μεταλλικό κιγκλίδωμα της πρύμης
Μπαλκόνι πλώρης = προστατευτικό μεταλλικό κιγκλίδωμα της πλώρης 
Μπαλόνια = προστατευτικοί κύλινδροι ή σφαίρες που σκοπό έχουν να προστατεύουν το σκάφος από συγκρούσεις στην αποβάθρα ή με άλλα σκάφη. Παλαιότερα ήταν φτιαγμένα από πλεγμένα σε κόμπους σχοινιά. Σήμερα χρησιμοποιούνται είτε μπαλόνια από αφρώδη πλαστικά, είτε φουσκωτά
Μπαλόνι = είδος τριγωνικού σφαιροειδούς πανιού
Είδη μπαλονιών :
Runner = βαθύ μπαλόνι με μεγάλους ώμους και πολύ μεγάλη επιφάνεια (κατάπρυμα – δευτερόπρυμα)
Reacher = στεγνό μπαλόνι με μικρούς-κλειστούς ώμους (πλαγιοδρομία με δυνατότερο άνεμο)
Allpurpose = ενδιάμεσο μπαλόνι που ταιριάζει σε όλες τις πλεύσεις
Ακόμα :
Συμμετρικά (symmetrics) : έχουν ίδιο γραντί και αετό και κατά την χρήση τους απαιτείται σπινακόξυλο
Ασύμμετρα (asymmetrics ή gennakers) : Το γραντί είναι μεγαλύτερο από τον αετό. Κατά την χρήση του δεν απαιτείται σπινακόξυλο αλλά τσιμπούκι (bowsprit)
Μπαλονόξυλο = σπινακόξυλο (βλ. σπινακόξυλο)
Μπανέλες = πήχεις, λεπτές βέργες από ξύλο ή πλαστικό οι οποίες τοποθετούνται σε ειδικές θήκες του πανιού για την σταθεροποίηση του αετού και για την διατήρηση του σχήματος του πανιού (μεγίστης)
Μπάντα = πλευρά, το μεσαίο τμήμα των πλευρών του σκάφους που ορίζονται από τις 45º μέχρι τις 135º από την πλώρη δεξιά και αριστερά
Μπαρούμα = σχοινί δεμένο στην πλώρη μικρού σκάφους το οποίο χρησιμοποιείται για ρυμούλκηση ή πρόσδεση
Μπαστέκα = ράουλο το οποίο δεν έχει σταθερή θέση και το οποίο διαθέτει μηχανισμό ασφαλείας που του επιτρέπει να στερεωθεί οπουδήποτε, ανάλογα με τις ανάγκες. Υπάρχουν κανονικές μπαστέκες αλλά και ανοιγόμενες (ματζαπλί).
Μπαστιχάγιο = το, συνήθως από προφίλ αλουμίνιο, ζωνάρι του σκάφους που καλύπτει και ενισχύει την ένωση του κύτους και του καταστρώματος
Μπαστούνι = τσιμπούκι (βλ. λέξη)
Μπατάρισμα = ανατροπή (σκάφους)
Μπεντένι = κάβος του οποίου την μία άκρη την δένουμε σε μία δέστρα του σκάφους και την άλλη, αφού την περάσουμε σε ένα κρίκο στον ντόκο του λιμανιού την έχουμε στο σκάφος. Αυτό διευκολύνει στην αναχώρηση ενός σκάφους από το λιμάνι
Μπόσικος = χαλαρός
Μπότζα = υποστροφή, τσίμα (βλ. υποστροφή)
Μποτζάρω = στερεώνω καλά
Μπότζι = το κούνημα του σκάφους
Μπουλμές = εσωτερικό εγκάρσιο ή επίμηκες στεγανό χώρισμα
Μπούμα = μάτσα (βλ. μάτσα)
Μπούμ βάνγκ (Boom Vang) = πολύσπαστο της μάτσας ή βέντο της μπούμας, χειριστήριο της μαΐστρας που ελέγχει την γωνία της μάτσας με το κατάρτι
Μπούνια = υδρορροές στο μπαστιχάγιο για να φεύγουν τα νερά από το κατάστρωμα
Μπουρού = σφυρίχτρα για ηχητικά σήματα στην ομίχλη
Μπούσουλας = πυξίδα
Ναύδετο = σύστημα αγκυρών, αλυσίδων και σημαδούρας μονίμως τοποθετημένων σε όρμο ή λιμάνι για την πρόσδεση σκαφών
Ναυτικό μίλι = μονάδα μέτρησης απόστασης (1 μίλι = 1.852 μέτρα) (1 πρώτο λεπτό τόξου)
Νεκρός τομέας = η περιοχή στην οποία δεν μπορεί να πλεύσει ένα ιστιοφόρο χωρίς να κάνει τακ λόγω της κατεύθυνσης του ανέμου
Νέτα = ελεύθερα (καδένα, άγκυρα, σχοινιά), έτοιμα, τέλος
Νετάρω = ελευθερώνω, τελειώνω, ταχτοποιώ
Νομείς = στραβόξυλα, εγκοίλια (βλ. στραβόξυλα)
Ντόκος = προκυμαία, προβλήτα λιμανιού, αποβάθρα
Ντουκιάζω (ντουκιάρω) = μαζεύω και τυλίγω το σχοινί για αποθήκευση.
Ντραγκ = βαγονάκι (βλ. βαγονάκι)
Ξάρτια = τα συρματόσχοινα που στηρίζουν το άλμπουρο
Ξαρτόριζες = τα σταθερά σημεία επί του σκάφους στα οποία δένεται η μία άκρη των ξαρτιών (παταράτσων, μαγγιόρων, κλπ)
Ξεκοτσάρω = το αντίθετο του κοτσάρω
Ξυλάρμενος = σκάφος με μαζεμένα τα πανιά μέχρι να περάσει η κακοκαιρία
Οίακας (οίαξ) = λαγουδέρα, διάκι (βλ. λαγουδέρα)
Όκκιο = το άνοιγμα από όπου περνάμε τους κάβους ή την καδένα της άγκυρας
Οκτάρι = ναυτικός κόμπος
Ορτσάρω = στρέφω προς τον άνεμο, ανεβαίνω τον άνεμο.
Παλάγκο = πολύσπαστο, τροχαλία (βλ. πολύσπαστο)
Παλαμάρι = καραβόσχοινο, κάλος, χοντρό σχοινί για το δέσιμο σκάφους στην στεριά (τουρκική λέξη)
Παλίρροια = η περιοδική ανύψωση (πλημμυρίς) και πτώση (άμπωτης) της επιφάνειας της θαλάσσης
Πανιόλα = το αφαιρούμενο δάπεδο πάνω από τις σεντίνες στο εσωτερικό του σκάφους
Παπαδιά = καθρέπτης, άβακας (βλ. καθρέπτης)
Παραβάλω = πλευρίζω
Παράβλημα = μαξιλάρι που κρέμεται έξω από το σκάφος για προφύλαξη (από διπλανά σκάφη, κλπ)
Παραβολή = πλεύρισμα
Παραλλαγή = η γωνία που σχηματίζει ο Αληθινός Βορράς με τον Βορρά Πυξίδας
Παράτονα = παταράτσα (βλ. παταράτσα)
Παραφωτίδα = υδατοστεγές πλευρικό παράθυρο
Παρεκτροπή = παρεκτροπή της μαγνητικής πυξίδας ονομάζεται η διαφορά μεταξύ του μαγνητικού βορρά και της ένδειξης της πυξίδας λόγω της ύπαρξης μεταλλικών αντικειμένων εντός του σκάφους
Πασαρέλα = το μαδέρι ή η σκάλα για την αποβίβαση και επιβίβαση από την πρύμη
Παταράτσα (παράτονα) = ξάρτια για την στήριξη του ιστού ως προς το εγκάρσιο του σκάφους τα οποία ξεκινούν από τις πλευρικές ξαρτόριζες περνούν από τον σταυρό (ή τους σταυρούς) και καταλήγουν στην κορυφή του ιστού
Πάτημα = φάτσα (βλ. φάτσα)
Πεταλούδα = τρόπος διάταξης των πανιών σκάφους
Πέτσωμα =  το εξωτερικό περίβλημα του καταστρώματος (εκεί που πατάμε) και είναι φτιαγμένο από ξύλο, πλαστικό ή μέταλο

Πηδάλιο = όργανο με το οποίο δίνεται η κατεύθυνση του σκάφους, το τιμόνι του σκάφους
Πήχεις = μπανέλες (βλ. μπανέλες)
Πίκι = αντένα που μοιάζει με την μάτσα που στηρίζει το επάνω μέρος ημιολικού ιστίου
Πίντα = δέστρα σε σχήμα πασσάλου ή απλού σταυρού ή διπλού σταυρού στο σκάφος ή στην προβλήτα
Πλευρά (μπάντα) = το μεσαίο τμήμα των πλευρών του σκάφους που ορίζονται από τις 45º μέχρι τις 135º από την πλώρη δεξιά και αριστερά
Πλεύσεις = γωνίες πλεύσης σε σχέση με τον άνεμο
           Νεκρός τομέας (νεκρή ζώνη)     :              337,5º - 022,5º
           Κλειστή όρτσα (οξεία εγγυτάτη) : 022,5º - 045º   &   315º - 337,5º
           Ανοιχτή όρτσα (εγγυτάτη)         :     045º - 075º   &   285º - 315º
           Πλαγιοδρομία                             :     075º - 105º &   255º - 285º
           Λασκάδα (φορός)                       :     105º - 135º   &   225º - 255º
           Δευτερόπρυμα (επίφορος)         :     135º - 165º   &   195º - 225º
           Πρύμα (ουριοδρομία)                 :                 165º - 195º
Πλημμυρίδα = η ανύψωση της στάθμης της θάλασσας κατά την παλίρροια (το αντίθετο της άμπωτης) (από την ρηχία προς την πλήμμη)
Πλοηγός = πιλότος, αυτός που οδηγεί πλοίο μέσα από επικίνδυνα περάσματα ή το οδηγεί μέσα στο λιμάνι ή το βγάζει από αυτό (πλοίο + άγω)
Πλώρη ή πρώρα = το μπροστινό μέρος του σκάφους
Πλωτή άγκυρα = ειδικό εργαλείο που μοιάζει με ανεμούριο το οποίο το χρησιμοποιούμε σε περίπτωση μεγάλης θαλασσοταραχής ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση χρειαστεί για την μείωση στο ελάχιστο της ταχύτητας του σκάφους.
Ποδάρι (πανιού)= tack, το κάτω πλωριό πορτούζι της μαΐστρας ή της τζένοα
Ποδάρι σπινακόξυλου = φορ-γκάιντ, σχοινί το οποίο κρατάει το σπινακόξυλο έτσι ώστε η ελεύθερη άκρη του να μην σηκώνεται περισσότερο από όσο απαιτείται (συνεργάζεται με το μαντάρι του σπινακόξυλου)
Ποδιά = η κάτω βάση ενός τριγωνικού πανιού
Ποδίζω = στρέφω αντίθετα προς τον άνεμο, κατεβαίνω τον άνεμο
Ποδόδεσμος = ναυτικός κόμπος
Ποδόσταμο = η πρυμνιά προέκταση του σωτροπιού
Πολύσπαστο = σύστημα τροχαλιών, παλάγκο, συνδυασμός μακαράδων από τους οποίους ο ένας μένει ακίνητος ενώ ο άλλος κινείται (έτσι επιτυγχάνει την μείωση της εφαρμοζόμενης δύναμης).
Πόντισμα = ρίξιμο στην θάλασσα
Ποντόνι = πλωτή γέφυρα ή αποβάθρα στην οποία προσδένονται σκάφη
Πορτούζι (μπουντούζι) = κρίκος από μέταλλο για την ενίσχυση των οπών πάνω στα πανιά και από τις οποίες δένουμε σχοινιά για την στήριξη ή ρύθμιση τους.
Πουντέλια = στυλίσκοι, κολωνάκια συνήθως μεταλλικά που στηρίζουν το παραπέτο ή τους χειραγωγούς (τα ρέλια)
Πραγματικός άνεμος (αληθινός άνεμος) = είναι ο άνεμος (διεύθυνση και ένταση) που αισθάνεται ένας ακίνητος παρατηρητής
Πρόβολος = τσιμπούκι (βλ. λέξη)
Προδέτηση = δέσιμο του σκάφους κάθετα προς την προβλήτα με την πλώρη προς αυτήν
Προΐστιο = βελαστράλι (βλ. βελαστράλι)
Πρότονος = ξάρτι για την στήριξη του ιστού ως προς το διάμηκες του σκάφους του οποίου το ένα σημείο στήριξης είναι μπροστά στην πλώρη και το άλλο επάνω στον ιστό (στα masthead στην κορυφή και στα fractional λίγο πιο κάτω από την κορυφή). Επάνω στον πρότονο στερεώνεται και το γραντί της τζένοας (ή του φλόκου)
Πρυμάτσες = τα δύο σχοινιά στην πρύμη για την πρόσδεση του σκάφους στην προβλήτα
Πρύμη (ή πρύμνη) = το πίσω μέρος του σκάφους
Πρυμνοδέτηση = δέσιμο του σκάφους κάθετα προς την προβλήτα με την πρύμνη προς αυτήν
Πυξίδα = μπούσουλας, όργανο χρήσιμο για την ναυτιλία του σκάφους το οποίο μας δείχνει τον μαγνητικό βορρά
Πυρσός = φωτεινό ναυτιλιακό βοήθημα (φανός, φάρος) το οποίο έχει σκοπό να διευκολύνει τους ναυτιλλόμενους για τον προσδιορισμό της θέσης τους, την ασφαλή χάραξη της πορείας τους και την προειδοποίηση για διαφόρους ναυτιλιακού κινδύνους
Ράδα = αγκυροβόλιο έξω από το λιμάνι
Ράντα = συνήθως τραπεζοειδές πανί στην πρύμη του σκάφους
Ράουλο = καρούλι, μακαράς, τροχός με αυλακωτή στεφάνη για μετάδοση κίνησης ή ανύψωση βάρους μέσω ιμάντα
Ρελέβο = διόπτευση (βλέπε διόπτευση)
Ρέλια = τα περιφερειακά προστατευτικά κιγκλιδώματα στις μπάντες του σκάφους
Ρεμέτζο (ρεμέντζο) = άγκυρες – αλυσίδες – σχοινιά – τσαμαδούρες και λοιπά εξαρτήματα ενός μόνιμου αγκυροβόλιου
Ρεμετζάρω = δένω το σκάφος σε ένα ρεμέτζο
Ρεστία = αποθαλασσία, swell, (βλ. αποθαλασσία)
Ρόδα = κυκλικό τιμόνι το οποίο χάρις σε υδραυλικό ή μηχανικό σύστημα (συρματόσχοινα) επιτυγχάνει την κίνηση δεξιά – αριστερά του φτερού του πηδαλίου.
Ροδάντζα = μεταλλικό ή πλαστικό εξάρτημα για να δημιουργήσει ένα βρόγχο (<<μάτι>>) σε σχοινιά ή συρματόσχοινα
Ρότα = πορεία πλοίου (ιταλική λέξη)
Σαβούρα = έρμα (βλ. έρμα)
Σειράδια = τσαμαντάλια (βλ. τσαμαντάλια)
Σενιάρω = φτιάχνω, ταχτοποιώ
Σεντίνα = κούτσα, το τμήμα του σκάφους που βρίσκεται αρκετά χαμηλά, κάτω από τα πανιόλα, όπου συγκεντρώνονται τα νερά που μπαίνουν ή χύνονται στο σκάφος
Σημαδούρα = τσαμαδούρα, αντικείμενο που επιπλέει στη θάλασσα και χρησιμεύει για την επισήμανση επικίνδυνων, σημαντικών κλπ σημείων
Σιγόντο = ο άνεμος ο οποίος έρχεται από πιο ανοιχτή γωνία από εκείνη που έχουμε και μας επιτρέπει να ορτσάρουμε
Σιδηρόδρομος = μεταλλική ράγα επάνω στην οποία μπορεί να μετακινηθεί ελεύθερα ένα μεταλλικό εξάρτημα, το βαγονάκι.
Σιδηρόδρομος ιστού = σιδηρόδρομος επί του ιστού στον οποίο κινούνται οι διαδρομείς (καβαλάρηδες, βαγονέτα) της μαΐστρας όταν αυτή βιράρεται ή μαϊνάρεται.
Σιδηρόδρομος μαΐστρας = σιδηρόδρομος, τράβελερ, κάθετος ως προς τον διαμήκη άξονα του σκάφους, πάνω στον οποίο κινείται το βαγονάκι της σκότας της μαΐστρας ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτό την γωνία της μάτσας (άρα και της μαΐστρας) ως προς τον διαμήκη άξονα του σκάφους αλλά και ως προς το άλμπουρο
Σιδηρόδρομοι τζένοα = σιδηρόδρομοι επάνω στο κατάστρωμα του σκάφους δεξιά και αριστερά, παράλληλοι προς τον διαμήκη άξονα του σκάφους, πάνω στους οποίους κινούνται τα βαγονάκια από τις σκότες της τζένοας ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτό το twist και το βάθος της ποδιάς της τζένοα
Σιδηρόδρομος καμπάνας σπινακόξυλου = σιδηρόδρομος που χρησιμεύει για την μετακίνηση της καμπάνας του σπινακόξυλου επάνω – κάτω στο άλμπουρο, μεταβάλλοντας έτσι το ύψος του σπινακόξυλου.
Σκαλιέρα = βαθμιδόσχοινο (βλέπε βαθμιδόσχοινο)
Σκαλμίσκος = κοτσανέλο (βλ. κοτσανέλο)
Σκαντάγιο = σχοινί με ένα βάρος από μολύβι για την μέτρηση του βάθους της θάλασσας
Σκαρί = σκελετός καραβιού
Σκάτζα = η θέση της βάσης του άλμπουρου
Σκορτσάρισμα = απότομη τάση, τίναγμα
Σκότες = τα σχοινιά για τριμάρισμα των πανιών που πιάνουν στο κάτω πρυμνιό άκρο τους
Σκρόφα = το κάθετο τύμπανο (αλυσέλικτρο) του εργάτη από το οποίο διέρχεται η καδένα της άγκυρας
Σκυλάκια = τσαλίκες, άγκιστρα τα οποία είναι στερεωμένα στο γραντί της τζένοας ή του φλόκου με την βοήθεια των οποίων κινείται και στέκεται επάνω στον πρότονο
Σοφράνο = η προσήνεμος πλευρά, από εκεί που φυσάει ο αέρας.
Σπηλιάδα = Απότομη και σύντομη αύξηση της ταχύτητας του ανέμου, ξαφνική ριπή ανέμου   
Σπιράγιο = υπερκατασκευή, κουτούσι, αναφωτίδα, ότι είναι κατασκευασμένο πάνω από το κατάστρωμα
Σπινακόξυλο = μπαλονόξυλο, κοντάρι για να κρατάει το μπαλόνι όσο σοφράνο απαιτείται για να μην επικαλύπτεται από την μαΐστρα
Σταυρόκομπος = ναυτικός κόμπος
Σταυρός (ιστού) = ράβδος κάθετη στον ιστό η οποία χρησιμεύει στην καλύτερη στήριξη του ως προς το εγκάρσιο του σκάφους με την βοήθεια των παταράτσων. Συχνά οι σταυροί έχουν μία κλίση προς τα πίσω
Σταβέντο = η υπήνεμη πλευρά, αντίθετα από εκεί που φυσάει ο αέρας.
Στίγμα = ο ακριβής προσδιορισμός ενός σημείου επί της επιφανείας της γης (ξηράς ή θάλασσας) με την βοήθεια γεωγραφικών συντεταγμένων.
Στραβόξυλα = νομείς, εγκοίλια, τα ξύλα (σε ζεύγη) που αποτελούν τον σκελετό του σκάφους. Το μεγαλύτερο ζευγάρι από τα στραβόξυλα που βρίσκεται στο μέσον του σκάφους λέγεται ‘’μάστορης’’.
Στράλια = τα συρματόσχοινα (πρότονος, επίτονος) τα οποία στηρίζουν τον ιστό κατά τον διαμήκη άξονα
Στραλιέρες = τριγωνικά πανιά ενδιάμεσα στα άλμπουρα (σε clipper)
Στρίτσο = ο χώρος αποθήκευσης της καδένας της άγκυρας στην πλώρη
Σωτρόπι = το κεντρικό δοκάρι στο κάτω μέρος του σκάφους, από την πλώρη έως την πρύμη, από τα πλευρά του οποίου ξεκινούν τα στραβόξυλα.
Τακ = αναστροφή (βλ. αναστροφή), το κάτω πλωριό πορτούζι της μεγίστης ή της τζένοα, το κάτω σοφράνο πορτούζι του μπαλονιού
Ταμπούκι = το επάνω συρταρωτό καπάκι της φάλκας, αποθήκη στην πρύμνη
Τεζάρω = τεντώνω, σφίγγω
Τζαβέτες = οι βίδες που ενώνουν το σωτρόπι και τα στραβόξυλα (στα πλαστικά σκάφη τον σκελετό) με το έρμα και την καρίνα.
Τζένοα (ή τζένοβα) = φλόκος του οποίου το μέγεθος είναι μεγαλύτερο από 100% (πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην Γένοβα από την οποία πήρε το όνομα του)
Τζούντα = μία γωνία με πορτούζι από τις τρεις τριγωνικού πανιού
Τιμόνι = πτερύγιο τοποθετημένο κάθετα στην επιφάνεια της θάλασσας και μέσα σε αυτή, στο πίσω μέρος του σκάφους, με σκοπό τον έλεγχο της κατεύθυνσης του
Τράβελερ = σιδηρόδρομος μαΐστρας (βλ. λέξη)
Τριμάρισμα (πανιών) = η ρύθμιση των πανιών ιστιοφόρου σκάφους για να έχει την καλύτερη απόδοση (ταχύτητα)
Tροπίδα = καρίνα ή καρένα (βλ. καρίνα)
Τροχαλία = μηχανικό σύστημα με ράουλα για μετάδοση κίνησης ή ανύψωση βαρών
Τσαλίκες = σκυλάκια (βλ. σκυλάκια)
Τσαμαδούρα = σημαδούρα
Τσαμαντάλια = σειράδια, μικρά σχοινάκια τα οποία είναι ραμμένα σε σειρές πάνω στην μαΐστρα με τα οποία δένουμε το πανί που κρέμεται όταν έχουμε πάρει μούδα
Τσέπες = θήκες στην μαΐστρα μέσα στις οποίες μπαίνουν οι μπανέλες
Τσίμα = υποστροφή, μπότζα (βλ. υποστροφή)
Τσιμπούκι (μπαστούνι – πρόβολος) = ιστός ο οποίος τοποθετείται στην πλώρη στο κατάστρωμα του σκάφους και προεξέχει προς τα εμπρός και ο οποίος χρησιμεύει είτε α) για την στήριξη της βάσης του πρότονου προκειμένου ο πρότονος να είναι πιο μπροστά είτε β) για την στήριξη του τζένακερ ή του ασύμμετρου μπαλονιού
Υπερκατασκευή = σπιράγιο, αναφωτίδα, κουτούσι (βλ. σπιράγιο)
Υπήνεμος = σταβέντο (βλ. σταβέντο)
Υποστροφή = τσίμα, μπότζα, γίνεται υποστροφή όταν ποδίζοντας φέρνουμε τον άνεμο από την άλλη πλευρά του σκάφους
Ύφαλα = το τμήμα του σκάφους που βρίσκεται κάτω από την ίσαλο γραμμή
Φαινόμενος άνεμος = είναι ο άνεμος (ένταση και διεύθυνση) που αισθανόμαστε πάνω σε ένα σκάφος και ο οποίος είναι η συνισταμένη του πραγματικού ανέμου και της ταχύτητας και διεύθυνσης του σκάφους
Φάλκα =η κεντρική είσοδος προς το εσωτερικό του σκάφους
Φανός (φανάρι) = πυρσός που εκπέμπει φως αισθητά μικρότερης φωτιστικής έντασης από εκείνο που εκπέμπουν οι φάροι.
Φάρος = πυρσός ο οποίος εκπέμπει φως μεγάλης φωτιστικής εντάσεως
Φάτσα = πάτημα, ο άνεμος που έρχεται από πιο κλειστή γωνία (πιο όρτσα) από εκείνη που έχουμε και μας αναγκάζει να ποδίσουμε
Φερμάρω = τεντώνω, σφίγγω (σχοινιά, κάβους, κλπ)
Φιλιστρίνι (φινιστρίνι)= πλευρικό ανοιγόμενο παράθυρο
Φίμωμα = το δέσιμο της άκρης του σχοινιού για να μην ξεφτίσει
Φλόκος = τριγωνικό πανί που κρεμιέται από τον πρότονο (πανί μικρότερο από την τζένοα)
Φλούκα = Απότομη και σύντομη μείωση του ανέμου
Φορ-γκάιντ = το σχοινί που κρατάει το σπινακόξυλο προς τα κάτω για να μην σηκωθεί (προς τα πάνω το κρατάει το μπαλατσίνι του σπινακόξυλου)
Φουντάρω = ρίχνω άγκυρα
Φρένα = τα σημεία από τα οποία περνάμε τα σχοινιά για να τα ασφαλίσουμε χωρίς να τα δέσουμε
Φυλασσόμενο σκάφος = σκάφος που έχει προτεραιότητα
Φυλάσσον σκάφος = σκάφος που δεν έχει προτεραιότητα και οφείλει να την δώσει
Φύλλο = η πρυμνιά πλευρά της μεγίστης
Φυρονεριά = άμπωτη (βλέπε άμπωτη)
Φωτοσημαντήρας = φανός που είναι τοποθετημένος επάνω σε αγκυροβολημένη σημαδούρα
Χαβούζα (cockpit) = το πρυμνιό, συνήθως, μέρος διακυβέρνησης του σκάφους
Ψαλιδιά = ναυτικός κόμπος
https://www.skyrosnc.gr/index.php/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8A%CE%B1/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/item/12-%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CF%8A%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CF%8C%CF%81%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD.html

« Last Edit: 17 Jan, 2020, 09:04:56 by spiros »


 

Search Tools