inquebrantable -> ακλόνητος, αδιακύμαντος, απαρασάλευτος, αταλάντευτος, ατράνταχτος

magenta

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6078
inquebrantable -> ακλόνητος, αδιακύμαντος, απαρασάλευτος, αταλάντευτος, ατράνταχτος

Αυτός ο όρος προέρχεται από το Ισπανοελληνικό και Ελληνοϊσπανικό λεξικό της Ματζέντα. Ενδέχεται να έχουν γίνει τροποποιήσεις από τους χρήστες ή τους συντονιστές για τον εμπλουτισμό και τη βελτίωσή του.
Ισπανοελληνικό λεξικό, Ισπανοελληνικό γλωσσάρι, λεξικό ισπανικά-ελληνικά, γλωσσάριο, μετάφραση. Diccionario español - griego, glossario, traducción. Spanish-Greek dictionary, Spanish-Greek glossary, terms, computers.


 

Search Tools