well-covered -> καλά καλυμμένος, με καλή κάλυψη, ευτραφής, αφράτος, αφράτη, αφρατούλα, στρουμπουλός, στρουμπουλή, στρουμπουλούλα, τα έχει τα παχάκια του, τα έχει τα παχάκια της, τσουπωτός, τσουπωτή, με πιασίματα

mathilde

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 2
    • Gender:Female
Ο συγγραφέας περιγράφει μία γυναίκα.
"She was well covered, but not clumsy. She kept her lines for those who cared for lines"

έχει κάποιος καμία ιδέα για το πώς θα μπορούσαμε να αποδώσουμε το "well coverd"?

ευχαριστώ πολύ
« Last Edit: 11 May, 2014, 11:43:58 by spiros »


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Σύμφωνα με το OED: well-covered = thickly covered with flesh; hence in colloq. use of a person: plump, corpulent. Συνώνυμο: well-upholstered.

Αρα η κυρία ήταν ευτραφής, αφράτη, στρουμπουλή. Και γενικώς αρκούντως προστατευμένη από το ψύχος που μας περιμένει με την τιμή του πετρελαίου εκεί που πάει.






 

Search Tools