φόρτιση, φόρτωση ή φόρτωμα; (charge, load)

spiros · 7 · 7516

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813973
    • Gender:Male
  • point d’amour
φόρτιση, φόρτωση ή φόρτωμα; (charge, load)

Βλέπω να υπάρχει σύγχυση σχετικά με τη χρήση της μίας ή της άλλης λέξης (φόρτιση / φόρτωση). Συχνά, χρησιμοποιούνται εναλλάξιμα (μεταφράζοντας πολλές φορές το load), πράγμα το οποίο δεν είναι σωστό διότι έχουν διαφορετικές έννοιες. Αντίστοιχα συμβαίνουν στα αποφόρτιση, εκφόρτωση, *αποφόρτωση.

φόρτιση η [fórtisi] Ο33 : 1α. ο εφοδιασμός, το γέμισμα με ηλεκτρικό φορτίο· φόρτωμα: ANT εκφόρτιση, αποφόρτιση1: H μπαταρία χρειάζεται ~. H ~ του συσσωρευτή. β. η ύπαρξη, η συγκέντρωση ηλεκτρικού φορτίου: Σωματίδιο με θετική / αρνητική ~. 2. (μτφ.) συγκέντρωση, συσσώρευση στοιχείων που επιδρούν και επηρεάζουν μια κατάσταση, μια διάθεση, ένα κλίμα κτλ.: Λέξεις / εκφράσεις με μεγάλη συναισθηματική ~. Ο ιστορικός δύσκολα μπορεί να αποφύγει την ιδεολογική ~ και να γράψει τελείως αντικειμενικά.
[λόγ. φορτι- (φορτίζω) -σις > -ση]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

φόρτιση (η) |-ης κ. -ίσεως | -ίσεις. -ίσεων} 1. η συσσώρευση ή η ενίσχυση ηλεκτρικού φορτίου (σε μπαταρία)• (μτφ.) 2. η αύξηση τής έντασης κατά τρόπο που εγκυμονεί κινδύνους, η όξυνση: καλύτερα ν' αποφύγουμε τη ~ τής ατμόσφαιρας 3. το ιδιαίτερο (συναισθηματικό) βάρος, η ξεχωριστή χροιά που μπορεί να έχει μια λέξη: συναισθηματική - [για όσους γεννήθηκαν στη Μικρά Ασία. ονόματα όπως «Σμύρνη». «Αϊβαλί». «Κορδελιό» έχουν ιδιαίτερη φόρτιση]
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

φόρτωση[/b] η [fórtosi] Ο33 : η ενέργεια του φορτώνω. ANT εκφόρτωση: H ~ των εμπορευμάτων στο πλοίο. H ~ του πλοίου με εμπορεύματα.
[λόγ. < μσν. φόρτωσις < φορτω- (δες φορτώνω) -σις > -ση]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

φόρτωμα το [fórtoma] Ο49 : 1α. η ενέργεια του φορτώνω, η φόρτωση. ANT ξεφόρτωμα: H απεργία των λιμενεργατών καθυστέρησε το ~ του πλοίου. β. το αποτέλεσμα του φορτώνω, το φορτίο. || (ιδ.) το βάρος, το φορτίο που μπορεί να μεταφέρει ένα μεταφορικό ζώο ή μέσο: Ένα ~ ξύλα / σανό / πατάτες. ΦΡ γίνομαι σε κπ. ~, ενοχλώ, πιέζω, βαραίνω κπ., γίνομαι ενοχλητικός: Nα μη σας γίνομαι ~. 2. (μτφ.) η επιβάρυνση, το γέμισμα με μεγάλη, υπερβολική ποσότητα: Tο ~ της αφήγησης με περιττές λεπτομέρειες. 3. η φόρτιση: Tο ~ της μπαταρίας.
[μσν. φόρτωμα < φορτώ(νω) -μα]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

φόρτωση
φόρτωση [f'ortosi] ουσ θηλ

φόρτωση εμπορεύματος = loading, freighting, shipping - Διαπιστώθηκε απώλεια εμπορεύματος κατά τη διάρκεια φόρτωσής του από τη φορτηγίδα στο πλοίο. = Part of the shipment was discovered to be missing as it was being loaded from the barge onto the ship. Το πλοίο ήταν έτοιμο για φόρτωση. = The ship was ready for loading
Ελληνοαγγλικό Λεξικό «Κοραής» του Πανεπιστημίου της Πάτρας

φόρτιση
φόρτιση [f'ortisi] ουσ θηλ
ΦΥΣ / ΗΛΕΚΤΡΟΛ θετική, αρνητική συσσωρευτή • συγκέντρωση ηλεκτρικού φορτίου = charge, charging, load, loading
συναισθηματική, ιδεολογική, ψυχολογική = charge, load, pressure Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το 68% των υποψηφίων μητέρων ανέφεραν ότι είχαν ψυχολογική φόρτιση. = During pregnancy, 68% of mothers-to-be reported that they experienced psychological pressure. Η φόρτισή της τη στιγμή του αποχωρισμού ήταν πολύ μεγάλη. = The pressure she felt the moment they separated was intense.
Ελληνοαγγλικό Λεξικό «Κοραής» του Πανεπιστημίου της Πάτρας

φόρτωμα ηη burden, load II μτφ. bother.
Ελληνοαγγλικό λεξικό Σταυρόπουλου

αποφόρτιση η [apofórtisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποφορτίζω. 1. (τεχν.) αφαίρεση ή απώλεια ηλεκτρικού φορτίου· εκφόρτιση. 2. (μτφ.) μείωση ή εξάλειψη της συναισθηματικής έντασης.
[λόγ. αποφορτι- (αποφορτίζω) -σις > -ση μτφρδ. γαλλ. déchargement (στη σημ. 1)]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

εκφόρτωση η [ekfórtosi] Ο33 : (λόγ.) ξεφόρτωμα: ~ οχήματος / πλοίου. ~ εμπορευμάτων.
[λόγ. εκφορτω- (δες εκφορτώνω) -σις > -ση]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

load
n. - φορτίο, βάρος, "παρτίδα", σύνολο φορτίου, "φόρτωμα", γέμιση, γόμωση, εμπύρευμα, φόρτος (έργου κ.λπ.), ανδρικό σπέρμα
v. - φορτώνω, "γεμίζω", οπλίζω, φορτίζω, βάζω μολύβι (σε μπαστούνι, ζάρια)
http://www.answers.com/topic/load

charge
v. - χρεώνω, καταλογίζω, κατηγορώ, προσάπτω, εμπιστεύομαι (σε), αναθέτω (σε), επιφορτίζω, επελαύνω, εφορμώ, αναφορτίζω, φορτίζω (π.χ. μπαταρία), γεμίζω, οπλίζω (βόμβα κ.λπ.), (στρατ.) γομώνω, (οικον.) επιβαρύνω
n. - (οικονομική) επιβάρυνση, χρέωση, (νομ.) κατηγορία, κατηγορητήριο, μέριμνα, φροντίδα, εποπτεία, ευθύνη, διαχείριση, κουμάντο, πρόσωπο υπό επιτήρηση ή κηδεμονία, επέλαση, έφοδος, γόμωση (βλήματος κ.λπ.), γέμισμα, ηλεκτρικό φορτίο, φόρτιση, φορτίο, φόρτωμα
http://www.answers.com/topic/charge
« Last Edit: 27 Apr, 2011, 20:11:37 by spiros »


valeon

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Είναι ζήτημα θεματικού πεδίου ή και υποπεδίου. Σε ό,τι αφορά την <Ηλεκτρονική>, <Ηλεκτρολογία> και τις <Κτιριακές κατασκευές>:

φορτίο (σε πυκνωτή) <Ηλεκτρονική> -> charge
φόρτιση (πυκνωτή, μπαταρίας, ...) <Ηλεκτρονική> -> charging

φόρτος (σε κύκλωμα) <Ηλεκτρονική> -> load
φόρτωση (κυκλώματος) <Ηλεκτρονική> -> loading

φορτίο (ηλεκτρικής εγκατάστασης) <Ηλεκτρολογία> -> load

φορτίο (σε κτιριακή κατασκευή) <τομέας πολ. μηχανικού> -> load
φόρτιση (κτιριακού στοιχείου) <τομέας πολ. μηχανικού>  -> loading

Η λέξη φόρτωμα δεν χρησιμοποιείται στους παραπάνω τομείς.



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813973
    • Gender:Male
  • point d’amour
Η αφορμή ήταν η διαπίστωση της χρήσης της λέξης «φόρτιση» (για να ακουστεί πιο «επιστημονικό») όταν η αγγλική είναι «load».


valeon

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Οι πολιτικοί μηχανικοί χρησιμοποιούν από παλιά τους όρους φορτίο - φόρτιση για τους όρους load - loading. Σε εκείνο το πεδίο δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς :-)



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813973
    • Gender:Male
  • point d’amour

Thomas

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2916
    • Gender:Male
  • Άκουγε πάντα τους άλλους. Όλο και κάτι θα μάθεις

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813973
    • Gender:Male
  • point d’amour
Λογικό ακούγεται. Θα ήταν περίεργο αν ήταν «ιική φόρτιση».


 

Search Tools