versatile -> πολύπλευρος, πολυμήχανος, ικανότατος, εύστροφος, πολλαπλών χρήσεων, πολυχρηστικός, πολλαπλών εφαρμογών, ευπροσάρμοστος, που προσαρμόζεται εύκολα, εύστροφος, που πάει με όλα, εύκολα συνδυάσιμος, ευκολοσυνδύαστος, ευκίνητος, ευέλικτος, επιτήδειος σε πολλές τέχνες, ασταθής, ευμετάβολος, ευμετάβλητος, άστατος

Offline banned13

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2972
    • Gender:Female
versatile -> ευπροσάρμοστο λαχανικό, βολικό λαχανικό, ευκολοσυνδύαστο λαχανικό, λαχανικό που πάει με όλα

Με ποιο επίθετο θα το αποδώσουμε όταν μιλάμε για λαχανικά;
Having varied uses or serving many functions: “The most versatile of vegetables is the tomato”.
Ευέλικτο; Πολύπλευρο; Πολυπρόσωπο; Ευπροσάρμοστο;
Κανένα από αυτά δεν μου κάθεται καλά όταν μιλάμε για λαχανικό.
« Last Edit: 18 Dec, 2016, 12:36:01 by spiros »





Offline kassiani

  • Newbie
  • *
    • Posts: 28
    • Gender:Female
Πιθανόν, αν έχεις τη δυνατότητα για πιο ελεύθερη μετάφραση, να μπορούσες να χρησιμοποιήσεις το "δημοφιλές" ή το "εύκολο"
Επίσης, πάλι πιο ελεύθερα, "η τομάτα είναι ένα λαχανικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί παντού", "που χρησιμοποιείται εύκολα", "που ταιριάζει σε κάθε πιάτο" και γενικώς να κινηθείς σ' αυτές τις γραμμές.
Και το "ευπροσάρμοστο" δεν είναι κακό, αλλά δεν μου πολυαρέσει για τα λαχανικά.




Offline wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 67809
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • hellenicwings
    • Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
ΛΚΝ

πασπαρτού
το [paspartú] O (άκλ.) : I1. κλειδί ειδικά κατασκευασμένο για να ανοίγει όλες τις κλειδαριές που ανήκουν σε έναν ορισμένο τύπο, που χρησιμοποιείται σε ξενοδοχεία, κτίρια γραφείων κτλ. || βίδα που ταιριάζει παντού. 2. (μτφ., οικ., ειρ.) για κτ. που χρησιμοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις και καταστάσεις, είτε ταιριάζει είτε δεν ταιριάζει: H ασπιρίνη είναι φάρμακο ~. II. κομμάτι από λεπτό χαρτόνι επάνω στο οποίο κολλούν φωτογραφία ή εικόνα με μικρότερες διαστάσεις από αυτό, έτσι ώστε να σχηματίζεται ένα πλαίσιο.  [λόγ. < γαλλ. passe-partout]





Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 790798
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
λαχανικό που πάει με όλα


πολύπλευρος, πολυμήχανος, ικανότατος, εύστροφος, πολλαπλών χρήσεων, πολυχρηστικός, πολλαπλών εφαρμογών, ευπροσάρμοστος, που προσαρμόζεται εύκολα, εύστροφος, που πάει με όλα, εύκολα συνδυάσιμος, ευκολοσυνδύαστος, ευκίνητος, ευέλικτος, επιτήδειος σε πολλές τέχνες, ασταθής, ευμετάβολος, ευμετάβλητος, άστατος

Capable of doing many things competently.
Having varied uses or many functions.
Changeable or inconstant.
(biology) Capable of moving freely in all directions
https://en.wiktionary.org/wiki/versatile
« Last Edit: 18 Dec, 2016, 12:35:51 by spiros »


 

Search Tools