ιδιοσκεύασμα -> proprietary medicinal preparation, proprietary medicinal product

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812016
    • Gender:Male
  • point d’amour
ιδιοσκεύασμα ->  proprietary medicinal preparation, proprietary medicinal product

ιδιοσκεύασμα το [iδioskévazma] Ο49 : φαρμακευτικό παρασκεύασμα ορισμένης φαρμακοβιομηχανίας. [λόγ. ιδιο- + σκεύασμα κατά το παρασκεύασμα]

σκεύασμα το [skévazma] Ο49 : παρασκεύασμα: Φαρμακευτικά σκευάσματα. [λόγ. < ελνστ. σκεύασμα `παρασκεύασμα φαγητού΄ κατά τη σημ. του παρασκεύασμα]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη


 

Search Tools