σκεύασμα -> preparation, product

spiros · 1 · 2533

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812078
    • Gender:Male
  • point d’amour
σκεύασμα -> preparation

σκεύασμα το [skévazma] Ο49 : παρασκεύασμα: Φαρμακευτικά σκευάσματα. [λόγ. < ελνστ. σκεύασμα `παρασκεύασμα φαγητού΄ κατά τη σημ. του παρασκεύασμα]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη
« Last Edit: 02 May, 2011, 20:48:14 by spiros »


 

Search Tools