χαβάς -> melody, opinionated person (in the phrase "το χαβά του")

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70050
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
χαβάς -> melody, opinionated person (in the phrase "το χαβά του")

Η άσπρη λέξη της ημέρας (27 Οκτωβρίου 2009): χαβάς

Θέμα της εβδομάδας: Λέξεις της καθημερινότητάς μας
  
Ποια σχέση μπορούν να έχουν μεταξύ τους μια μελωδία, ο αέρας, ένα «αγύριστο κεφάλι» και ο Νικόλας Άσιμος; Όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους με τη λέξη «χαβάς», που η αρχική του σημασία είναι «μελωδία τραγουδιού και αέρας». Γι’ αυτό και ο Παπαδιαμάντης σε ένα του διήγημα γράφει: «του είχεν επιδώσει σπασμένη γκάιδαν, προτρέπων αυτόν να παίξη κανένα χαβά», ενώ ο Ρίτσος αναφέρει «ξένους χαβάδες σ’ όργανα ξένα παίζουν στην αστροφεγγιά μας· τους δικούς μας χαβάδες δεν τους αφήνουνε να σεργιανίσουνε στη ρούγα». Η γνωστή φράση «καθένας το χαβά του» χρησιμοποιείται για κάποιον που εμμένει στην άποψή του ή στη συνήθειά του, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις των άλλων, δηλαδή για κάποιον που είναι «αγύριστο κεφάλι», επίμονος και αδιάλλακτος. Στη φράση «έχει του κώλου του το χαβά» ο πρωταγωνιστής λαμβάνει το ρόλο του αδιάφορου και του απόλυτου εγωιστή, αφού ασχολείται συνεχώς με ένα θέμα που τον απασχολεί χωρίς να ενδιαφέρεται για ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ο Νικόλας Άσιμος στο τραγούδι του «Ιδιαίτερος χαβάς» με τη γνωστή του ειρωνεία για την πολιτική κατάσταση γράφει: «Πες τα, πες τα να τ’ ακούμε, πέστε τα εσείς παιδιά // Ν’ ανακαλύπτει ο καθένας τη δικιά του μυρουδιά // Κι έτσι θα έχουμε Χαότη και πλέρια ανομοιότητα // Της καθενός ποιηουργούντα με ιδιαίτερο χαβά.
« Last Edit: 28 Oct, 2009, 12:06:15 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812045
    • Gender:Male
  • point d’amour
χαβάς ο [xavás] O1 : μελωδία τραγουδιού συνήθ. στη ΦP αυτός / αυτή το χαβά του / της, για κπ. που επιμένει στις ίδιες απόψεις ή στην ίδια τακτι κή, αδιαφορώντας για τις αντιρρήσεις ή για τις αντιδράσεις των άλλων: Tόσην ώρα προσπαθώ να τον πείσω ότι έχει άδικο, αλλά αυτός το χαβά του. [τουρκ. hava `αέρας, μελωδία΄ (από τα αραβ.) -ς]
ΛΚΝ



 

Search Tools