ῥώννῡμι -> be in good health, strengthen, have strength, have might, be eager, be enthusiastic

Offline Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
Έρρωσθε!

https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=152492.msg337493#msg337493

Quote
Για αυτούς που (συχνά) βλέπω να αναζητούν την ερμηνεία της λέξεως ΕΡΡΩΣΘΕ.
έρρωσο = να είσαι γερός, προστακτική του ρώννυμι
ρώννυμι  = ενισχύω # δυναμώνω # ισχυροποιώ # ενδυναμώνω # κραταιώνω # κρατύνω # χαλυβδώ # τονώνω, ρήμα - μέλλων επιρρώσω- αόριστος επέρρωσα - παρακείμενος με χρήση ενεστώτα έρρωμαι.
Έρρωσθε και ευδαιμονείτε!
« Last Edit: 02 Jun, 2011, 02:21:35 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


Offline Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
Χαίρετε και αγαλλιάσθε  :-)
« Last Edit: 07 May, 2011, 20:25:25 by Frederique »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.



Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 806760
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Πλὴν τοῦ ῥῶσις, ἡ ὑγίεια· ῥωννύω καὶ ῥώννυμι, τὸ ἐνδυναμῶ· ῥώμη, ἡ δύναμις· ῥωμαλέος, ἀνὴρ ἰσχυρός· Ῥώμη, πόλις· Ῥωμαῖος ἀνήρ· Ῥῶμος, Ῥωμύλος, καὶ Ῥωμανὸς, κύρια· ῥώθων, ῥώθωνος· ῥὼψ, ὁ θάμνος, καὶ  κλίνεται ῥωπός· ῥωγαλέον ἱμάτιον, τὸ διεσχισμένον· Ῥὼς, ὁ Ῥοῦσος· καὶ ῥωχμὴ, ἡ σχισμὴ τῆς πέτρας.
Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (0087: 036), “Herodiani partitiones”, Ed. Boissonade, J.F.

ῥώννῡμι, Hp.Alim.2; ῥωννύω, Ti.Locr.103e, Gal.6.581: fut. ῥώσω (ἐπιρ-) Plu.2.9e: aor.
ἔρρωσα Arat.335, Plu.Pomp.76, (ἐπ-) Hdt.8.14, Th.4.36:—Pass., ῥώννῠμαι Plu.Rom.25, Cor.24, etc.: fut. ῥωσθήσομαι Apollod.1.6.3, (ἐπιρ-) Luc.Somn.18: aor. ἐρρώσθην Th.4.72, Pl.Phdr.238c, (ἐπ-) S.OC661: pf. ἔρρωμαι (v. infr.):—strengthen, τροφὴ ῥώννυσι Hp. l.c.; ῥ. τὰν ψυχὰν ποτ' (= πρὸς) ἀλκάν Ti.Locr. 103b; ὁρμάν ib.e; τὰς πόλεις Plu.Per.19: but
mostly in pf. Pass. (with pres. sense) ἔρρωμαι, and plpf. ἐρρώμην (as impf.):—have strength or might, γέροντές ἐσμεν κοὐδαμῶς ἐρρώμεθα E.Heracl.636; ἐρρῶσθαι τὴν ψυχήν X.HG3.4.29; so ἐρρώσθη χρήμασιν Plu.Publ. 23.
to be eager, enthusiastic, glossed by προθυμεῖσθαι, Cratin. 411; ἔρρωντο ἐς τὸν πόλεμον Th.2.8, cf. 8.78, 4.72: c. inf., to be eager to do, ἔρρωτο πᾶς ξυνεπιλαμβάνειν Id.2.8, cf. Lys.13.31, Pl.Smp. 176b.
to be in good health, Th.7.15: freq. in imper. ἔρρωσο, farewell, the usual way of ending a letter, as in X.Cyr.4.5.33, and at the close of Pl.Ep.1, 2, and 10; ἔρρωσο πολλά Men.Georg.84; ἔρρωσθε Id.Pk.50; also φράζειν τινὶ ἐρρῶσθαι Pl.Phd.61b, D.18.152, 19.248; εἰ ἔρρωσαι . . καλῶς ἂν ἔχοι, ἐρρώμεθα δὲ καὶ αὐτοί PPetr.2p.27 (iii B.C.); εἰ ἔρρωσθε εὖ ἂν ἔχοι IG7.413 (Oropus, Senatus consultum, i B.C.), cf. SIG768 (Epist. Aug.).
freq. in part. ἐρρωμένος (q.v.).
Liddell, Scott, Jones Ancient Greek Lexicon (LSJ)


ῥώννυμι - Ancient Greek - English Dictionary (LSJ)
« Last Edit: 31 Mar, 2013, 14:12:44 by spiros »


Offline valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13953
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
    • ΕΛΕΤΟ
Το ρώννυμι/ρωννύω βρίσκεται «στην καρδιά» των σημερινών λέξεων (του ΛΚΝ):

αναρρώνω
ανάρρωση
αναρρωτήριο
αναρρωτική
αναρρωτικός
αρρωσταίνω
αρρώστια
άρρωστος
επίρρωση
εύρωστος
ευρωστία
...


και όρων (της TELETERM):

ρωστήρας (διάταξη που «δυναμώνει» το ηλεκτρικό ρεύμα), ηλεκτρονόμος  -> relay
ρωστηριακός -> relay {adj.}
ολορρωστηριακός -> all-relay {adj.}
ταχυρρωστήρας -> high-speed relay



 

Search Tools