Author Topic: Γιώργος Καφταντζής  (Read 116482 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Καφταντζής, Παράπονο σκοτωμένου στρατιώτη στην Κρήτη

Στις πράσινες κοιλάδες του Καλόκαστρου
που σαλεύουν ρείκια, παπαρούνες, καλαμιές
αγελαδάρης ήμουν, μια παλιοζωή θα πεις
πότε νηστικός, πότε ξαγρυπνισμένος
μα είχα το κυνήγι, το ψάρεμα
ήταν και οι κοπέλες με το γλέντι τους.
Τώρα σ’ αυτό το ξένο μέρος κι από πάνω μου
ερείπια κι ερείπια
και του Βαθύλακκου οι λεμονιές καψαλισμένες
απ’ τον άγριο πόλεμο.
Σύννεφα πάνε και σύννεφα έρχονται
οι μέρες συνάζονται αδιάκοπα μια-μια
η θάλασσα πότε χαρούμενη, πότε λυπημένη.
Κι εκεί στα μέρη του βορρά η μάνα μου
σαν χτες και σαν προχτές
σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
θε να μου γράφει ώρες δακρυσμένη γράμματα
εκείνα τ’ ανορθόγραφα θαυμάσια γράμματα
που παίρνει κανείς απ' την πατρίδα του
μα εγώ ποτέ δε θα τα πάρω, πότε
για να μάθω αν η μοδίστρα η Ελένη
αρραβωνιάστηκε ή με περιμένει ακόμα.
 
Από τη συλλογή Δύσκολες χρονιές (1959)
« Last Edit: 01 Jul, 2017, 01:39:20 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Καφταντζής, Η Πασχαλία
« Reply #46 on: 31 Oct, 2016, 21:11:26 »
Γιώργος Καφταντζής, Η Πασχαλία

Είν’ ένα πλάσμα άθλιο
αυτή η Πασχαλία
μια μπαλωματού εκεί
ασουλούπωτη
χαμηλόκωλη
βλογιοκομμένη.
Να φορούσε τουλάχιστο
κανένα ρούχο της προκοπής...
Πάντα ξεβαμμένους αλατζάδες.
Κι ολοένα έτσι, να, κρατάει άχαρα
κατά μέσα
τις ξεφλουδισμένες της παλάμες
τα μάτια της στη γη.
Βάζω στοίχημα
θα φαντάζεται
πως κανένας δεν την αγαπά.
Κι όμως Πασχαλία
Πασχαλιούλα
εγώ σ’ αγαπώ αδερφή μου!
Α, μην κρύβεις τα χέρια σου.
Γιατί τα κρύβεις;
Και τα μάτια σου;
Τι κατεβάζεις τα μάτια σου;
Ποιος σε καταφρόνεσε συντρόφισσα;
Ποιος σε πίκρανε;
Ξεθεώνεσαι στη δουλειά μα λάμπεις
σαν ανθισμένη αμυγδαλιά
που μάχεται την παγωνιά του κόσμου.
Το ρούχο σου είναι ιερότερο
από άμφια χρυσοκεντημένα
το σφυρί σου πιο μελωδικό
από ένα ορατόριο.
Σύντροφοι εσείς με τα θυελλώδη όνειρα
να θυμάστε τη γυναίκα αυτή του παιδεμού
και σεις οι καλοτυχισμένοι
σας παρακαλώ μην την κακολογάτε
κι όπως εγώ τη βλέπω να τη δείτε.
 
Από τη συλλογή Δύσκολες χρονιές (1959)
« Last Edit: 01 Jul, 2017, 01:39:54 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Καφταντζής: Ε, συ σταμνά
« Reply #47 on: 31 Oct, 2016, 21:18:38 »
Γιώργος Καφταντζής: Ε, συ σταμνά

Ε, σταμνά μου ξεροκέφαλε
με την κοκαλιάρικη παρέα σου
γόνατα, μπράτσα, όλα σας παράλυσαν.
Και τώρα εγώ θα τραγουδώ για σας
και οι σπιούνοι θα με παρακολουθούν
και σεις δεν τον είδαμε, δεν τον απαντήσαμε.
Μα πώς να σας εγκαταλείψω αδέρφια
πώς να καταπιώ τη γλώσσα μου;
Μόνο που θα ’ναι τα τραγούδια μου
από σκουπίδια φρίκης και θανάτου
απ’ ό,τι βρω τριγύρω στα τσανάκια μας.
Για να τροχίσει η λέξη με τη λέξη
ένα κοφτερό σπαθί
να γίνει ο στίχος με το στίχο
μια ανεμόσκαλα πανύψηλη
πυξίδα σε καράβια μεσοπέλαγα
γεφύρι σε οργισμένο ποταμό
με τη μεγάλη χάρη μιας δίκαιης άνοιξης
στης αληθινής ομορφιάς τη βασιλεία.
 
Από τη συλλογή Δύσκολες χρονιές (1959)
« Last Edit: 01 Jul, 2017, 01:40:38 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Καφταντζής, Θάνατος σε γιαπί
« Reply #48 on: 31 Oct, 2016, 21:27:04 »
Γιώργος Καφταντζής, Θάνατος σε γιαπί

Με τσακισμένα κόκαλα
σχεδόν αγνώριστος
εκείνα τα δυνατά χέρια
για κάθε δουλειά
πίσω του κουλουριασμένα.

Έπεσε από χίλιες σκαλωσιές
τώρα θα ξεκουραστεί για καλά.

Στο αίμα του
ζουζουνίζουν μύγες.

Αντίκρυ
σίδερο
αμμοχάλικο
τσιμέντο
σωροί
ακίνητοι
ψυχροί
ανήμποροι.

Ο ήλιος έχτιζε μαζί μας
φώτιζε για αύριο.

Τριγύρω του περίεργοι
αυτός δεν είναι γη ακόμα
δεν κάνουν καλά που μας τον κρύβουν.
Ε, πού τον πάτε
δεν είναι δικός σας
τώρα πιο πολύ δεν είναι δικός σας.
Αφήστε τον κάτω
εδώ είναι το πόστο του
αστέρια φωλιάζουν
στα ξεριζωμένα μάτια
ο γαλαξίας τυλίγεται
στα χυμένα σπλάχνα του.

Γρατσουνιούνται, μαδιούνται
οι αδερφές, η μάνα του
θέλουν να τον πάρουν
αναρωτιέμαι
τι θα τον κάνουν
τόσο πολύ σκοτωμένο;

Τρυπώνει πια παντού
δεν τον παίρνουν
όσο κι αν τον πλύνουν
όσο κι αν τον χτενίσουν
όσο κι αν τον στολίσουν.
Ας τον αφήσουν καλύτερα εδώ
ας τον αφήσουν για μας
να τον βλέπουμε
και να τραγουδούμε
τις σκόρπιες του αποθυμιές
τον παιδεμό και την ελπίδα του.
Ω, άμα τον πάρουν από δω
πώς θα ξαναβρεί το αίμα του;
 
Από τη συλλογή Δύσκολες χρονιές (1959)
« Last Edit: 01 Jul, 2017, 01:41:17 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Καφταντζής, Η ώρα μιας εταίρας

I


Τώρα σε θέλω τέχνη μου
τις ιδανικές εκπλήξεις σου
κάν’ τες ουρλιαχτό
γι’ αυτή τη σάρκα
την ανθρώπινη
που ο έμπορός της
τυλίγει μαστορικά
σαν μια μαύρη αράχνη
τη ζαλισμένη μύγα.

II

Προσπαθούσε να μ’ αγκαλιάσει
μα δεν έβρισκε τα χέρια της
προσπαθούσε να με φιλήσει
μα είχε χάσει τα χείλη της
λαχταρούσε να με δει
μα είχαν χυθεί τα μάτια της.
Το κρεβάτι
έλιωνε απ’ τα δάκρυα
το κατώφλι
έλιωνε απ’ τα δάκρυα
το φεγγάρι
έλιωνε απ’ τα δάκρυα
δε θέλει ρώτημα
ήταν πια χαμένη.
Θα σου δώσω τα χέρια της γυναίκας μου
θα σου δώσω τα χείλη της κόρης μου
θα σου δώσω τα μάτια της μάνας μου.
Να πώς θα ξοφλήσουμε το χρέος
σ’ αυτή την αδελφή μας.

III

Από μέσα της άδειασε η νύχτα
κάτι μακρινό την προσκαλεί
που σμίγει με το αίμα της.
Μην την αποχαιρετάτε
μην την περιμένετε
ο ίσκιος της χάθηκε
σαν πουλί κυνηγημένο
από νηστικό γεράκι.

IV

Μιλούμε για τα σπίτια μας
τις αγάπες, τις δουλειές μας
αυτή ακατάδεχτη
απέραντη
ανήξερη
ποιος ξέρει τι πράγματα μπορεί
ακόμα να την περιμένουν
άγνωστα και σκοτεινά!
Έλα, μη σκιάζεσαι
άπλωσε τα πελώρια χέρια σου!
Ένα κοχύλι βουίζει
στην πιο έρημη γωνιά του κόσμου!
Γέρνει λυπημένη το κεφάλι
μέσα της δε σαλεύει τίποτα
ούτ’ ένα φυλλαράκι.
Δε με νοιάζει
όλα θα κυλήσουν καταπώς πρέπει
δε γίνεται αλλιώς
γι’ αυτό δε με νοιάζει.
Αν δε γίνει σήμερα, θα γίνει αύριο
μια φορά θα γίνει.
Μονάχα να, που άλλος πολύ, άλλος λίγο
υποφέρουμε.
 
Από τη συλλογή Δύσκολες χρονιές (1959)
« Last Edit: 01 Jul, 2017, 01:42:23 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Καφταντζής, Η αγορά των Σερρών

Αν μου ζητούσε κανένας ξένος να του δείξω
το πιο αξιοθέατο μέρος της πατρίδας μου
στην αγορά των Σερρών θα τον πήγαινα
να τον σεργιανίσω, να την καμαρώσει.

Κάθε πρωί όταν ξυπνά η ζωή
παπλωματάδες, γανωτήδες, σιδεράδες, μαραγκοί
για τα εργαστήριά τους τραβούν κουβεντιάζοντας
κανάτια, πόρτες, κλειδαριές
πετούν χαρούμενους ήχους.

Ω, αγορά μου περήφανη
εγώ που σε ξέρω καλά
ξεχωρίζω το γέλιο απ’ το κλάμα σου.
Να, ακούστε κει που καρφώνουν πέταλα
βαρά το ντέφι της η αχνή Σελήνη
σ’ αυτή την αποθήκη του ρυζιού
στράφτει ένας σωρός από δάκρυα.

Α, μεγάλο πράμα αυτή η αγορά
η ίδια η ζωή που παλεύει είναι.
Μ’ αρέσει να περπατάω στα σοκάκια της
ψάχνοντας τα παιδικά μου χνάρια
σ’ αυτά τα μαγαζιά γλέντησα, δούλεψα
πότε αφεντικό, πότε δούλος.
Ε, Σερραίε χωριάτη
που κουβαλάς το βιος σου αποσταμένος
σε καλημερίζω ανοιχτόκαρδα.
Κι εγώ να ξέρεις
από τη φύτρα σου κρατώ
γι’ αυτό πηδώ σαν γλεντοκοπάς
πονώ σαν υποφέρεις.
Μπροστά στις ζυγαριές του δόλου
όταν παζαρεύουν τη δούλεψή σου
μπορώ ν’ αποδείξω πως σε κλέβουν.
Μα την αδικία δεν μπορούν αλίμονο
να σταματήσουν τα τραγούδια μου.

Ω, πόσο είναι αγορά μου όμορφα τα μαγαζιά σου
τι κουβαλητές οι δουλευτές σου.
Κοίταξε πώς υπομένουν καλόβολα
τη μαύρη συννεφιά του κόσμου
με πόση εμπιστοσύνη
εγκαταλείπονται στον ήλιο.
Εμείς οι δυο αγορά τα πάμε μια χαρά
ας ντρέπονται οι ντυμένοι για τη γύμνια
ας φοβούνται οι χορτάτοι για την πείνα
περιττό από μένα να φυλάγεσαι
άσε με να σε μελετάω
και να χαρτογραφώ τη θλίψη σου.

Μαγεία λεν και Μοναξιά
τα δυο ποτάμια που σε διασχίζουν.
Κι απ’ τον κάμπο που σε τριγυρίζει
έρχονται μυρίζοντας ήλιο και βροχή
το στάρι, το βαμβάκι, τα σταφύλια, οι ελιές
το κάρβουνο και το μέλι απ’ τα βουνά μας.

Πίσω απ’ τους στολισμένους μπάγκους
χρυσάφι συνάζει ο δανειστής
μαύρο φίδι τσιμπάει τον οφειλέτη.
Το ξέρω, τη ζωή πολλές φορές
την ξεγελάς αγορά μου
μα τι φταις εσύ αν την ξεγελάς;
Δες τα ρολόγια σου πότε-πότε
κουράζονται, σταματούν
μα ο χρόνος διαβαίνει.
Όταν πέσει το σκοτάδι
έξω απ’ τα κλεισμένα μαγαζιά
το βαρύ βήμα του νυχτοφύλακα
μετράει τη βουβή ελπίδα
που σε σκεπάζει με χίλια όνειρα.

Έτσι είναι, κλείνεις, ανοίγεις
πότε γιορτάζεις, στολίζεσαι
πότε θρηνοκοπάς τυλιγμένη πένθος
για το θάνατο κάποιου μαγαζάτορα.
Και πονάς, δε γίνεται, πονάς.
Τον πόνο σου να τον δει κανένας
δεν είναι δύσκολο
φτάνει να σε προσέξει.
Γιατί όλα πονούν σ’ αυτή την αγορά
κι αυτός ο μάγερας ο γελαστός
με γαλάζια ριγωτή ποδιά
κι αυτό το καπνισμένο φανάρι της πλατείας
κουβαριάζονται από πόνο.

Μ’ αυτή την αγορά πολλές φορές
μπορεί κανείς να χάσει το κέφι του.

Εδώ γεννιούνται, πεθαίνουν
αλογάριαστη σειρά τους περιζώνει.

Αχ, όλοι εσείς τριγυρνάτε
πάνω-κάτω ασταμάτητα
γιατί τη ζωή αγαπάτε, τίποτ’ άλλο.

Άντε τώρα σας παρακαλώ
διαλαλήστε το βιος σας δυνατά
δυόμιση χιλιάδες χρόνια αγορά μου
ακούω τη μελωδική φωνή σου.

Αυτή ’ναι η αγορά που πρέπει ν’ αγαπήσετε.
Καλημερίστε την.
Βάσανα και λαχτάρες ακούονται μέσα της.
Φτάνει αγορά μου.
Όταν σωπαίνεις και θυμάσαι
ανάμεσα στον καπνό και στ’ όνειρο
τότε καταλαβαίνω πως ζητάς βοήθεια.
Σάμπως πόσοι απομείναμε θαρρείς
απ’ τους ποιητές που μπορούν να σε καταλαβαίνουν;

Γι’ αυτό ίσως πιο πολύ να σε πονώ
και όταν ξαποστάσω θέλω
το φέρετρό μου να ’ναι αγορά μου από σένα
γεμάτο απ’ τη βουή σου.
 
Από τη συλλογή Δύσκολες χρονιές (1959)
« Last Edit: 01 Jul, 2017, 01:44:14 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Καφταντζής, Το τραγούδι του καπνού

Βουνά ψηλά
μαύρα βουνά
βουνά γεμάτα φρίκη
και πίσω απ’ τα βουνά
ένα φτωχικό σπιτάκι.
Μια γκαζόλαμπα
το μαχαιρώνει
το ταρακουνάει.

Στη σάλα τη γυμνή, τη χαμηλή
εφτά νομάτοι σπιτικοί
θρηνούν έναν πεθαμένο.

— Ε, σεις
πάψτε να τον κλαίτε.
Πάψτε να τον κλαίτε
γερμένοι απάνω του
σαν ιτιές κλαίουσες.
— Αυτός ο πεθαμένος
ήταν ένα ποτάμι αίματα
ήταν ένα κουβάρι όνειρα
ήταν οι άσπρες μέρες μας.

Κάνε κάτι φιτίλι εσύ
που λιώνεις το μπακίρι
στα ξεραμένα μούτρα τους.
Κάνε κάτι ερημιά εσύ
που υφαίνεις την καταχνιά
στις ρίζες τ’ ουρανού.

— Εσύ που τραγουδάς
αν είσαι ποιητής
έπρεπε να ξέρεις
πώς τον σπείραμε
πώς τον αναστήσαμε!
Ήταν άνοιξη
και οι γυναίκες μας
τον έσπειραν με τη φλόγα τους
τον θυμιάτισαν με τη σάρκα τους
τον νανούρισαν με τα σκέλια τους
τον πότισαν με το γάλα τους.
Σ’ αυτό το κοκκινόχωμα
το ξερό
το αγκαθερό
το ανυπότακτο
πάλεψε με την αγριοφωτιά
πάλεψε με τη μελίγκρα
πάλεψε με τους γυμνοκοχλιούς.
Α, εσύ που τραγουδάς
πολλά θα μάθαινες
αν άνοιγες τ’ αυτιά σου
στο γλυκό φουρφούλισμα
που έκαμνε ο άνεμος
στην πικρή καρδιά του
στις ορθάνοιχτες παλάμες του.
— Κι όμως πρέπει
να μην τον κλαίτε.
Άι τώρα, πάψτε
μην τον κλαίτε
πάψτε, πρέπει.
Γιατί τον κλαίτε
ανώφελα;
— Αυτός ο πεθαμένος
ήταν η ελπίδα μας
ήταν το ψωμί μας
ήταν το μερίδιό μας.

Να, εκεί τον τραγουδούσαμε
κάνοντας νυχτέρι.
Το κιτρινοκίτρινα
φύλλα του
φύλλο το φύλλο
αρμαθιάσαμε.
Να τον βλέπατε
στη λιάστρα έξω
κρεμασμένο
πώς χάιδευε το νοτιά
πώς ρουφούσε τον ήλιο
πώς ίδρωνε!
Να τον βλέπατε
ζεστό σα στήθος
λαμπερό σα φλουρί!
— Ω, μην τον ξενυχτάτε
μην τον βρέχετε με δάκρυα.
— Αυτό το λείψανο
ήταν το σπλάχνο μας
ο ιδρώτας μας
η ανάσα μας.
— Ένα χρόνο τον κλαίτε
εκεί ξαπλωμένο
δεν κουραστήκατε;
— Ώσπου να ’ρθουν οι έμποροι
να τον εκτιμήσουν
να τον κουβαλήσουν
να ησυχάσουμε.
— Φέτος οι έμποροι
δε θα κάνουν αγορές
το δήλωσαν στις εφημερίδες
επίσημα. Είναι πικρό
μα έμποροι
δε θά ’ρθουν στο σαλόνι σας
να πιουν ρακί
να συμφωνήσουν
να τον πάρουν.
Καλύτερα να τον πετάξετε...
— Το Κράτος μάς είπε:
«Κάψτε τον.»
Μα εμείς
ώσπου να σαπίσει
θα τον κλαίμε.
Καλύτερα να σαπίσει
παρά να τον κάψουμε.
Τι επιτέλους
την καρδιά μας θα κάψουμε;
 
Από τη συλλογή Δύσκολες χρονιές (1959)
« Last Edit: 01 Jul, 2017, 01:45:42 by wings »