Author Topic: Ορέστης Αλεξάκης  (Read 125769 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 621818
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Re: Ορέστης Αλεξάκης
« Reply #90 on: 23 Mar, 2012, 22:59:32 »
Ένα κόσμημα για τα Ελληνικά Γράμματα

Oρέστης Αλεξάκης
Ποίηση
Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011

Ο ποιητής Ορέστης Αλεξάκης μας προσφέρει την ΠΟΙΗΣΗ του, συλλογική έκδοση της ποιητικής του από το 1960 έως το 2009 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, σε σχήμα περίτεχνο και περιεχόμενο ανατασικό για το πνεύμα του αναγνώστη, καθώς εκτυλίσσεται από ποίημα σε ποίημα η δυναμική του λυρικού ποιητή, η ακαταμάχητη ευαισθησία του, η επίπονη καταβύθισή του στα πέρα των φαινομένων, καθώς και η εξαιρετική διαχείριση της γλώσσας, που διεισδύει στην ουσία των πραγμάτων και ανασύρει επακριβώς με την ιδανική κατά περίπτωση λέξη το στοχευόμενο από τον ίδιο.

Στην καρδιά του Ο.Α. φυτρώνει το δένδρο της ποίησής του, με καρπό πλούσιο και πυκνό, λέξεις με διαφανή φλοιό, πούλπα με θελκτική γεύση και πυρήνα εύθραυστο και πικρό, όπου φωλιάζει ο θάνατος που προκαλεί διαρκώς την έκρηξη της φύτρας της ζωής:

ΕΝΟΙΚΟΣ

Μα Εσύ ποιος είσαι; Ακούω τα βήματά σου
στους ήχους των βημάτων μου Ποιος είσαι;
Ακούω το βάθος της σιωπής σου ως ένα
πηγάδι σκοτεινό ή ανάσα δέντρου
Ακούω την ύπαρξή σου σαν αγνώστου
κι απόμακρου ουρανού την κατακρήμνιση
Κι όμως το ξέρω μ’ έχεις προσαρτήσει
Με κατοικείς είμαι το σπίτι σου έλα
να ζεσταθείς σου ανάβω την καρδιά μου

Δε θέλω ανταμοιβή δε σου γυρεύω
να μου φανερωθείς σου ανοίγω κιόλας
τη μυστική καταπακτή βαθιά μου
να κρύψεις μέσα εκεί τα αινίγματά σου
Δε σου ζητώ σημάδι παρουσίας
Δέχομαι τον πικρό καρπό της λήθης
Τη μοναξιά ‒ την ερημιά των κόσμων

Σωπαίνω μέσα σ’ όλες τις σιωπές σου

Θα ’μαι το κάστρο σου ως την έσχατη ώρα


ΩΡΑΙΟ ΝΑ ΖΕΙΣ

Ωραίο να ζεις μέσα στην Άνοιξη
στο φως και των χρωμάτων τη σπατάλη
στων αρωμάτων τη χλιδή
στη λάμψη και τη φαντασμαγορία

Ωραίο να ζεις σαν τα λουλούδια που αναβλύζουν
σαν τα πουλιά πού ιχνηλατούν
σαν τα σκουλήκια που ζητούν τον προορισμό τους

Ωραίο να ζεις ξαλαφρωμένος τ’ ουρανού το βάρος
ωραίο να ζεις απολησμονημένος
ωραίο να ζεις τρυγώντας γήινες ώρες
ωραίο να ζεις αντίπερα των άστρων

Ωραίο να ζεις πλησιάζοντας τις βρύσες
ωραίο να ζεις ακούγοντας τις φλέβες
ωραίο να ζεις με το ένα μόνο πρόσωπό σου
ξεχνώντας το άλλο στο δικό του κόσμο

Ωραίο να ξέρεις ‒ κι όμως να σωπαίνεις

Ν’ απλώνεις ρίζες ‒ κι όμως να βυθίζεσαι


Σ’ ένα επιτυχημένο αφιέρωμα που οργανώθηκε για τον Ορέστη Αλεξάκη στο βιβλιοπωλείο Βιβλιορυθμός στη Θεσσαλονίκη με την ενδελεχή φροντίδα της ποιήτριας Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου και την πολύ θερμή ανταπόκριση του κοινού, άκουσα τον ποιητή εκείνο το βράδυ σε μαγνητοφωνημένο χαιρετισμό του, αξέχαστο χαιρετισμό καθώς το μήνυμα αγάπης που εξέπεμψε μας συνεπήρε όλους. Τώρα με το βιβλίο του ανά χείρας ο αναγνώστης νιώθει το είναι του δημιουργού και αντιλαμβάνεται πού βρίσκεται η πηγή του συναισθηματικού του κόσμου, πού ο ποιητής νίβει την πέννα του, πώς ιάται το πνεύμα του για να αποδώσει τον υγιή καρπό του λόγου προς εμάς. Με την ποίησή του ο Ο.Α. δωρίζει ένα κόσμημα στα Ελληνικά Γράμματα.

Μέσα από το ρίγος της ζωής, τον ουράνιο τρόμο και το ανέμισμα του χρόνου βλέπει ο ποιητής τον ερχομό του στη γη ως ύπαρξη ανολοκλήρωτη, με το άλγος του δημιουργού, την οδύνη του αβέβαιου αποτελέσματος, την αγωνία της έμπνευσης, το πάθος του ευρήματος, με τον σεβασμό στη θεϊκή δημιουργία. Έτσι θαρρεί, μας λέγει, ότι φτεροκοπούν οι άνεμοι στις άκρες των δαχτύλων του και μες στο στήθος του τρέμει ανεξιχνίαστο το άπειρο.

Η ταπεινότητα που αρμόζει στον δημιουργό, η αναγνώριση του μικρού μεγέθους του εμπρός στο απίστευτο κάλλος της Πανδημιουργίας εκφράζεται στους παρακάτω στίχους:

Κι ο ποιητής…

…αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων


ή αλλού

…Και πόσο βάθος Κύριε σ’ ένα τρίμμα αγάπης

και πόση μουσική ουρανών
μέσα σε πάμφθηνα πράγματα


Ο θάνατος αποτελεί κεντρικό θέμα στην ποίηση του Αλεξάκη. Είναι απόλυτα συνδεδεμένος με την ακόρεστη λαχτάρα όχι τόσο για ζωή όσο για ποίηση, με το γιατί να σταματήσει το σιγανό τραγούδι που σκορπά τις νότες του πίσω από όλα τα στοιχεία της φύσης, της σχέσης του ανθρώπου με τους άλλους, από την αγάπη που έφυγε αλλά ο χτύπος της καλά κρατεί μες στην καρδιά.
Ο θάνατος αποτελεί κεντρικό θέμα στην ποίηση του Αλεξάκη όχι γιατί αγαπά το σώμα που φθίνει αλλά γι αυτό που θα χαθεί καθώς δεν θα εκπέμπεται μιας και το σώμα είναι ο πομπός, μιας και το πνεύμα μόνο του δεν ζει, θέλει φωνή, θέλει ματάκια άγρυπνα, ζητάει χάδια ερωτικά και το ελιξήριο της φιλίας, τον άνεμο να νοιώθει κάτω από την επιδερμίδα, δάκρυα χρειάζεται που οι πόροι του σώματος του προμηθεύουν.

Με ωριμότητα λυρικού ποιητή ο νεαρός Ορέστης Αλεξάκης, το 1948, γράφει:

…Το ξέρω βέβαια θα χαθώ στον απροσμέτρητο βυθό
και στο βοριά θα σκορπιστούν τα λυρικά φτερά μου
και νυχτοπούλια θα γυρνούν πάνω στη στέγη τ’ ουρανού
μ’ άγριους κρωγμούς τονίζοντας τη ματαιότητά μου…


Όμως λαμπρύνεται μέσα στη συλλογή ο κύκλος της ζωής που δεν αφήνει ακάλυπτη ούτε ρανίδα χρόνου. Η πέννα του ποιητή αποτυπώνει το σχέδιο του κόσμου, το πήγαινε έλα της ζωής, μεγεθύνει την ομορφιά του παιχνιδιού ανάμεσα στο φθαρτό και το αιώνιο. Παράξενη η θέαση του θανάτου στην ποιητική του Ο.Α., όπου φαντάζει ο ανεπιθύμητος ως το λαμπρό μας μέλλον, ως στο ακόλουθο ποίημα:

Πράματα θάματα λοιπόν στο λόφο αντίκρυ
Το βράδυ βλέπομε απ’ το
παραθύρι κυρτές γυναίκες στη σειρά ν’ ανηφορίζουν
την πλαγιά μαυροντυμένες κρατώντας τ’ αναμμένα
τους κεριά-που σβύνουν όταν φτάνουν στην κορφή
και το βαθύ σκοτάδι τις ρουφάει
Και την αυγή
μόλις που πάει να ξεμυτίσει ο ήλιος
ανθοστεφανωμένες κορασιές
με γέλια και φωνές

κατηφορίζουν


O ποιητής λειτουργεί στα όρια του σώματος όπου εκκινεί η εκπομπή της αύρας της ζωής, η εσωτερική εφόρμηση προς τα έξω, η επέκταση των ζωικών δυνάμεων προς το αιώνιο, το άφθαρτο και την αθανασία του πνεύματος που προϋποθέτει η μετάβαση στο θάνατο. Το ποίημα εναγκαλίζεται ευτυχείς θανόντες που τυχαίνουν αντικείμενο της αγάπης, της αποθυμιάς αλλά και της υψηλής ποιητικής δεινότητας του Ο.Α., που τιμά με το συναίσθημά του και την δυναμική της ζωντανής μνήμης το εκλιπόν σώμα. Το οξύμωρο θάνατος-απόλυση των βασάνων προσδίδει την προσδοκία συμφιλίωσης των ζώντων με το αναπόφευκτο. Δεν πρόκειται για παρηγορητική ποίηση εφόσον ο διαρκής βαθύς λυγμός του ποιητή διατρέχει τους θαυμάσιους στίχους του αλλά για υψηλού βαθμού αισθητική απόλαυση του λόγου που μετατρέπει με την φωτιά και την δρόσο του τον χουν σε παράδεισο.

Η αντίληψη της θνητότητας τονίζει την πρόσκαιρη χαρά και απαλύνει την οξύτητα της οδύνης εφόσον εγγυάται το αναπόφευκτο τέλος της, απογειώνει τον έρωτα ως να είναι και είναι η εντονότερη έκφραση της προσφοράς του σώματος στον άλλον, εγγίζει τον πλησίον ως το άλλο μέλος του συν-πάθους και προσβλέπει στον καλύτερο άνθρωπο.

Τα ποιήματα της συλλογής εκπέμπουν ριπές φωτός πάνω στην ομορφιά του κόσμου, που μοιράζει στον καθένα από μας ό,τι του αναλογεί, και σκαλίζουν τα αναμμένα κάρβουνα της αιώνιας αγωνίας του ανθρώπου. Αυτό που τρέμουμε να αντικρύσουμε κατάματα, ο ποιητής το συλλαμβάνει με τον λόγο του και ως εξαίρετος δεσμοφύλακας το κρατά φυλακισμένο μες στα ποιήματά του, όπου προσκαλούμαστε να ανατρέξουμε για να δούμε φωτισμένο το ακατανόητο.

Στην Ποίηση [1960-2009] του Ορέστη Αλεξάκη το τρισδιάστατο είναι ένα έντονο στοιχείο που μετατρέπει τη λεκτική αισθητική σε εικαστικά στιγμιότυπα, σχήματα και χρώματα. Έχουμε τμήμα θεματικής που παραδοσιακά είναι δεμένη με το μαύρο κι όμως στο ποιητικό σύνολο ενδύεται πολλαπλά χρώματα που αποδίδουν την ορμή της δημιουργίας. Τα ποιήματα δεν χαρακτηρίζονται από την υποτονικότητα του τέλους και την αδυναμία της φθίνουσας φοράς αλλά λαμπυρίζουν εσπαρμένα με φωτεινά σημεία όπου λειτουργούν ολοκληρωμένες φάσεις ζωής. Η μοναχικότητα του θανάτου εδώ συνοδεύεται από αγαπημένα πρόσωπα που ξορκίζουν το δράμα της εξαφάνισής μας από το πρόσωπο της γης, εξάλλου μια φορά υπήρξαμε για πάντα υπήρξαμε. Η αγάπη εγκυμονεί την ελπίδα, το φως πλέκεται με το σκοτάδι, το τέλος και η αρχή γίνονται ένα. Ο ποιητής λαμπρύνει με τους στίχους του τον ζόφο του χαμού καλώντας τις δυνάμεις της ζωής να εξοντώσουν την οδύνη:

Προς τι λοιπόν η θλίψη κι ο καημός;

Γέμισε πάλι φως
ο λίγος κήπος

*

Αγαπημένα χρώματα
της Γης

μυστηριώδη νεύματα
του απείρου

 *

Έρωτα
κηπουρέ των εγκοσμίων


Όταν ο χρόνος θα φροντίσει με τον μοναδικό του τρόπο να εκκαθαρίσει τις υποθέσεις του με την ποιητική τέχνη θεωρώ ότι θα κατατάξει τον Ορέστη Αλεξάκη στο άφθαρτο ευρετήριό του, όπου από το όνομά του και την ποίησή του θα αναδύεται άρωμα μεγάλου ποιητή.

Άννυ Κουτροκόη - Χατζηπουλίδου, Ένα κόσμημα για τα Ελληνικά Γράμματα, Πόρφυρας, τεύχος 141
« Last Edit: 23 Mar, 2012, 23:11:06 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67025
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ορέστης Αλεξάκης, Σχόλιο
« Reply #91 on: 20 May, 2015, 14:44:43 »
Μ’ ένα δικό του ποίημα, απ’ τα τελευταία του, νιώθω πως ήρθε πια η ώρα ν’ αποχαιρετίσω τον σπουδαίο ποιητή και φίλο Ορέστη Αλεξάκη:



Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Σκοτεινή μητέρα
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Σκοτεινή μητέρα (1986))


Ορέστης Αλεξάκης, Σχόλιο

Ίσως στη διάρκεια των μετακομίσεων
από τη μια στην άλλη χώρα
ή από τη μια δεκαετία στην άλλη
ή από τη μια στην άλλην εκδοχή
ή ακόμη
στη διάρκεια τόσων ταραχών
τόσων συγκλονισμών, τόσων θανάτων
χάθηκαν πράγματα πολλά
πολλά και χρήσιμα
– πολύτιμα αντικείμενα, κειμήλια
συμβόλαια, χάρτες, σκαριφήματα
τεκμήρια κι αποδείξεις δικαιωμάτων
Αυτές λοιπόν οι απώλειες μας καθόρισαν
Αυτές προσδιόρισαν το τότε μέλλον
– σήμερα ξοδευμένο παρελθόν –
δεσμευτικά οριοθετώντας τη ζωή μας

Μα
δεν υπάρχει λόγος να το σκέφτεσαι
γιατί κι αν είχαν
οι απώλειες αυτές αποφευχθεί
άλλες θα είχαν πιθανόν συμβεί στη θέση τους
που θα καθόριζαν εκείνες – πάλιν ερήμην μας –
το μέλλον της ανύποπτης ζωής μας
Δεν έχουν νόημα συνεπώς οι μεταμέλειες
Όποιες κι αν ήταν οι αποκλίσεις, τελικά
στον ίδιο δρόμο θα μας οδηγούσαν
Στην ίδιαν έρημο ξανά θα οδοιπορούσαμε
βασανισμένοι από ήλιο κι άμμο
ψάχνοντας ένα μήνυμα ουρανού
διψώντας για νερό και δικαιοσύνη

Στην ίδιαν έρημο θα γυάλιζαν τα οστά μας

(Αδημοσίευτο)

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014)
« Last Edit: 18 Feb, 2018, 14:12:31 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67025
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Re: Ορέστης Αλεξάκης
« Reply #92 on: 27 May, 2015, 14:22:26 »


Στη μνήμη του Ορέστη Αλεξάκη και της Αγγελικής Ελευθερίου
Εκπομπή «Βραδινό σινιάλο» στο Εθελοντικό Ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης FM 100,6 (26/05/2015)
Επιμέλεια & παρουσίαση: Βικτωρία Καπλάνη


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67025
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη


Μιλά και απαγγέλλει ο Ορέστης Αλεξάκης.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, το Σάββατο 21 Μαρτίου 2015 η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία και ο Κύκλος Ποιητών παρουσίασαν την εκδήλωση «Το βλέμμα του Ποιητή» στη Στοά Βιβλίου.

Δεκαέξι ποιητές γεννημένοι τις δεκαετίες από το 1920 έως και το 1990 συνομίλησαν μεταξύ τους και με το κοινό και διάβασαν δικά τους και άλλων ποιήματα.

Συμμετείχαν:
Νάνος Βαλαωρίτης, Αντιόπη Αθανασιάδου, Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Θεώνη Κοτίνη, Κώστας Παπαγεωργίου, Βάγια Κάλφα, Δήμητρα Χριστοδούλου, Δημήτρης Αθηνάκης, Γιώργος Μπλάνας, Γιάννης Αντιόχου, Ορέστης Αλεξάκης, Λένα Καλλέργη, Κώστας Κουτσουρέλης, Κατερίνα Χανδρινού, Πάνος Κυπαρίσσης, Αγγελική Κορρέ.

Συντόνισαν η Τιτίκα Δημητρούλια και η Παυλίνα Παμπούδη.

Πηγή: Το βλέμμα του Ποιητή στη Στοά Βιβλίου

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67025
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο
« Reply #94 on: 28 Jun, 2015, 15:44:55 »


Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το πανηγύρι των άστρων
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))


Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείς
πως έχει πλέον η ώρα προχωρήσει
πως πρέπει πια να κλείσεις το πρατήριο
κι αν ίσως
δεν συμπληρώθηκε εντελώς ο χρόνος
αν μένει κάποιο υπόλοιπο ωραρίου
όμως για ποιο σκοπό να περιμένεις
αφού το εμπόρευμα έχει εξαντληθεί
στο δρόμο η κίνηση έχει λιγοστέψει
φίλος δεν θά ’ρθει να σ’ επισκεφθεί
– πού χάθηκαν; Πώς χάθηκαν οι φίλοι; –
και τι να κάνεις πια στον άδειο χώρο
μόνος κι ασάλευτος ένα tableau vivant
μ’ αυτό το κρύο χαμόγελο που μάταια προσποιείται
σβήσε το φως
κλείσε τη θύρα
ηρέμησε
ξέχνα για μια στιγμή την ύπαρξή σου
τα δούναι και λαβείν της κάθε μέρας
τον κουρνιαχτό... το συρφετό της πόλης

Και σκέψου λίγο το βαθύ ουρανό
Τα εκατομμύρια πάνω εκεί των άστρων...

(Αδημοσίευτο)

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014)
« Last Edit: 18 Feb, 2018, 14:12:53 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67025
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ορέστης Αλεξάκης, Ενδόκοσμος

Α. Το επακόλουθο


Αμφιβολία δεν σκίαζε το πρόσωπό σου
γνώριζες πως θ’ ανοίξει ξάφνου η θύρα
Και πως θα μπει με το σκοτάδι τυφλής μνήμης
Να ψηλαφίσει αξύπνητες φωνές

Σαν άνοιξες το γέρικο σεντούκι
Με τη φρυγμένη μυρωδιά τού χρόνου
Ένιωθες πως ξυπνάς τα βήματά της
Πως θρυμματίζεις γυάλινες σιωπές

Τώρα φοράς το πήλινο χαμόγελό σου
Να τη δεχτείς με κοσμικές χειρονομίες
Πως τάχα οι μυστικές κλωστές κοπήκαν
Πως πια προσάραξες στις γήινες εποχές

Πώς ν’ αρνηθείς το μαγικό της βλέμμα
Κι όλο το φως που μέσα του αναβλύζει
Δεν έχεις άλλο δρόμο απ’ τη σιωπή της
Κι όσες εκεί φεγγίζουν χαραυγές

Από τη συλλογή Οι κόνδορες και το αντιπρανές (1982)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67025
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ορέστης Αλεξάκης, Κάτοπτρα

ΣΤ. Διαμαρτυρία


Υπάρχει τόσος θάνατος λοιπόν;
ρωτούσε ο φίλος

Τότε γιατί περνούσαν τραγουδώντας
οι λαμπεροί μεταλλικοί στρατιώτες;


Γιατί σκορπούσαν φως και παραμύθι
οι αόρατες αγερικές καμπάνες;

Γιατί κρεμούσαν στα κλαδιά λευκά στεφάνια
οι μυστικοί αρραβωνιασμένοι;

Γιατί χαμογελούσαν στ’ όνειρό τους
τα φτερωτά κορίτσια;

Από τη συλλογή Οι κόνδορες και το αντιπρανές (1982)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67025
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ορέστης Αλεξάκης, αισιοδοξία
« Reply #97 on: 11 Sep, 2016, 19:53:37 »
Ορέστης Αλεξάκης, αισιοδοξία
 
Και μολονότι ξένος και μονήρης
ανθίζω κάποτε στο φως ωραίος και πλήρης

παρ’ όλ’ αυτά τα κάτοπτρα που ωστόσο
μ’ αμφισβητούν και μ’ ασχημίζουν τόσο

Από τη συλλογή Η λάμψη (1983)
« Last Edit: 03 Jun, 2017, 14:52:33 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67025
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ορέστης Αλεξάκης, Ενδόκοσμος

Β. Μαρία των άστρων


Τώρα που βλέπω τη μορφή σου στη φεγγοβολή της
Ανατρέχω στις επίγειες αστροφεγγιές μας
Σ’ αυτό το ρίγος από λίμνες κι αθέατα δάση
Σ’ αυτό το φέγγος από αναπόληση και γυρισμό

Σ’ έλεγα Μαρία για να σε διακρίνω
Από τ’ άπειρα θαύματα των διαλογισμών μου
Για να δίνω πρόσωπο στους καθρεφτισμούς σου
Σ’ έλεγα Μαρία για να σε κρατώ

Στο σπίτι που σε σκοτεινούς καιρούς ανθοφορούσε
Πριν σιδερόφραχτοι χειμώνες το γκρεμίσουν
Ήταν η έναυλη σιωπή σου μνήμη πατρίδας
Ήταν το δάκρυ σου έκλαμψη προσμονών

Ξέρω πως ψάχνεις να με βρεις στα μέσα σου άστρα
Κι εγώ σε ψάχνω ανάφτερη στα λυκαυγή μου
Πώς ζήσαμε τόσο κοντά του χωρισμού τον στρόβιλο
Και τώρα πια πώς σμίγουμε σε μια στιβάδα φως

Από τη συλλογή Οι κόνδορες και το αντιπρανές (1982)