bore -> προκαλώ πλήξη, προκαλώ ανία, κουράζω, διατρυπώ, τρυπώ, διανοίγω, ανοίγω, προχωρώ σκάβοντας, προχωρώ ανοίγοντας δρόμο, κουράζω, ανιαρός, βαρετός, κουραστικός, πληκτικός, ανία, πλήξη, αγγαρεία, ενόχληση, μπελάς, ανάχυση, ανακοπή, φράγμα ύδατος, διάμετρος, διαμέτρημα, καλίμπρα, διάμετρος κυλίνδρου, εσωτερική διάμετρος

spiros · 10 · 3263








spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812632
    • Gender:Male
  • point d’amour
[bOor] ουσ. γεώτρηση: bore for water γεώτρηση για νερό # (για κάννη πυροβόλου:) διάμετρος, διαμέτρημα, "καλίμπρα": small-bore guns πυροβόλα όπλα μικρού διαμετρήματος # παλιρροιακό κύμα εισερχόμενο σε εκβολή ποταμού # μηχ. διάμετρος κυλίνδρου (κινητήρα εσωτερικής καύσης): bore and stroke διάμετρος και διαδρομή εμβόλου # (για ανθρώπους:) βαρετός, ανιαρός, πληκτικός: don't be such a bore! μη γίνεσαι τόσο βαρετός! # (για καταστάσεις:) αναποδιά, "μπελάς": what a bore! κοίτα αναποδιά!

[bOor] ρ. (δια)τρυπώ, (δι)ανοίγω (με εκσκαφή ή περιστροφικό μέσο): they bored a tunnel άνοιξαν σήραγγα § this drill can bore through rock το τρυπάνι αυτό μπορεί να τρυπήσει βράχο # προχωρώ σκάβοντας ή ανοίγοντας δρόμο: the mole bored underground ο τυφλοπόντικας προχωρούσε σκάβοντας § we bored our way through the crowd διασχίσαμε με δυσκολία το πλήθος # κουράζω, προκαλώ ανία ή πλήξη: I don't want to bore you with details δεν θέλω να σας κουράσω με λεπτομέρειες
Magenta

[bOor] ρ. (δια)τρυπώ, (δι)ανοίγω (με εκσκαφή ή περιστροφικό μέσο): they bored a tunnel άνοιξαν σήραγγα § this drill can bore through rock το τρυπάνι αυτό μπορεί να τρυπήσει βράχο # προχωρώ σκάβοντας ή ανοίγοντας δρόμο: the mole bored underground ο τυφλοπόντικας προχωρούσε σκάβοντας § we bored our way through the crowd διασχίσαμε με δυσκολία το πλήθος # κουράζω, προκαλώ ανία ή πλήξη: I don't want to bore you with details δεν θέλω να σας κουράσω με λεπτομέρειες

ουσ. ανιαρός, βαρετός, κουραστικός, πληκτικός, ανία, πλήξη, αγγαρεία, ενόχληση, μπελάς, ρμ. προκαλώ πλήξη, κουράζω

ουσ. ανάχυση, ανακοπή, φράγμα ύδατος
Penguin Hellenews English-Greek dictionary
« Last Edit: 13 Sep, 2013, 07:42:41 by spiros »


Apparatus

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1618
    • Gender:Male
  • Ως ουδέν γλυκίων ης πατρίδος ουδέ τοκείων γίγνεται



 

Search Tools