πίρος ή πείρος; -> πίρος

Offline Dr Moshe

  • Moderator
  • Jr. Member
  • *****
    • Posts: 297
    • Gender:Male
  • Shir HaShirim 8:6,7
    • Linguarium
Ας μου επιτραπεί εδώ μια επισήμανση, που ίσως έχει κάποια σημασία, αφού πρόκειται για σχετικώς σπάνια λέξη (στον γραπτό λόγο). Ίσως χρησιμεύσει σε ορισμένα νήματα, όπου μεταφράζονται τεχνικοί όροι.

Το ουσ. πίρος «είδος στρόφιγγας» γράφεται συχνά με -ει-, επειδή συνδέθηκε εσφαλμένα (παρετυμολογικά) με το αρχ. πείρω «διαπερνώ, διατρυπώ». Ας σημειωθεί ότι η λ. προέρχεται από το διαλεκτικό ιταλ. piro, το οποίο εικάζεται ότι ανάγεται σε δημώδ. λατ. *epiru(m) < λατ. epiūrus < αρχ. ἐπίουρος «φρουρός, φύλακας – ξύλινο πώμα» (οπότε πρόκειται για αντιδάνειο).

Μολονότι δεν είναι επιβεβαιωμένα όλα τα ενδιάμεσα στάδια, είναι προτιμότερο να απλογραφούμε τη λέξη, πίρος (με -ί-), όπως ήδη πράττουν τα λεξικά (ΛΚΝ, ΛΝΕΓ, ΛΣΓ).

Καλημέρα στους αγαπητούς συνεργάτες. Ευχαριστώ.
« Last Edit: 22 Apr, 2014, 13:30:48 by wings »
A Reina, mi tesoro

אשׁת־חיל מי ימצא ורחק מפנינים מכרה :Mishle משׁלי  31:10
A woman of valour who can find? For her price is far above rubies (JPS)


Offline vmelas

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 4932
    • Gender:Female
Σας ευχαριστούμε για άλλη μια φορά ... είναι πραγματικά μια πληροφορία που ποτέ δεν είχα φανταστεί και είχα αποδεχτεί την ορθογραφία χωρίς δεύτερη σκέψη.

Πολλές καλημέρες!




Offline wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 67809
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • hellenicwings
    • Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Ευχαριστούμε, Θόδωρε, και καλή βδομάδα.

Οφείλω να ομολογήσω ότι ή δεν είχα δει ποτέ τη λέξη «πίρος» ή κι αν την είδα την προσπέρασα, και ποτέ δεν την κοίταξα στο ΛΚΝ (όπου συνήθως ανατρέχω).

Θόδωρε, μου επιτρέπεις, φαντάζομαι, να παραθέσω εδώ το λήμμα του ΛΚΝ:

πίρος ο [píros] O18 :  1. ξύλινος ή μεταλλικός κύλινδρος που τον χρησιμοποιούν για να συνδέουν μεταξύ τους κομμάτια ή εξαρτήματα μιας κατασκευής ή ενός μηχανισμού: O ~ ενός εμβόλου. 2. ξύλινο πώμα βαρελιού.  [ιταλ. piro -ς]


 

Search Tools