stimulating -> που διεγείρει, διεγερτικός, διεγερτική, διεγερτικό, ερεθιστικός, ερεθιστική, ερεθιστικό, ενδιαφέρων, προκλητικός, προκλητική, προκλητικό, ενδιαφέρουσα, ενδιαφέρον, συναρπαστικός, συναρπαστική, συναρπαστικό, κεντρίζει το ενδιαφέρον, κινεί το ενδιαφέρον, προκαλεί το ενδιαφέρον, αναζωογονητικός, αναζωογονητική, αναζωογονητικό, ενίσχυση, παροχή κινήτρων, τόνωση, ενθάρρυνση


Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 752068
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
ενδιαφέροντες

Π.χ:
Ενδιαφέρεται περισσότερο για ανθρώπους απ' οτιδήποτε άλλο
Δείχνει μεγαλύτερο/περισσότερο ενδιαφέρον προς τους ανθρώπους απ' οτιδήποτε άλλο

Παρόμοιο και το exciting (συναρπαστικό) / excited (όχι απαραίτητα ερεθισμένος, μπορεί απλά να είναι ενθουσιασμένος!).
« Last Edit: 16 Feb, 2012, 17:05:08 by spiros »




 

Search Tools