μπαϊλντίζω -> I've had it, I'm knackered, I've had enough

Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
μπαΐλντισα -> I've had it ?
slang.gr


μπαϊλντίζω [baildízo] Ρ2.1α μππ. μπαϊλντισμένος : (οικ.) κουράζομαι πολύ, σωματικά ή ψυχικά, αισθάνομαι ότι εξαντλήθηκε η αντοχή μου: Mπαΐλντισα από τη δουλειά / από τα βάσανα.

[τουρκ. bayιld(ι) γ' εν. αορ. του ρ. bayιlmak `λιποθυμώ΄ -ίζω]
« Last Edit: 20 May, 2011, 18:36:21 by Frederique »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813940
    • Gender:Male
  • point d’amour
I'm knackered, I've had enough

[ίσως καλύτερα να μπαίνει σε ενεστώτα: «μπαϊλντίζω»]



Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
Done! [στον τίτλο]
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


 

Search Tools