field manager -> διευθυντής εξωτερικών δραστηριοτήτων, διευθυντής δικτύου πωλητών

banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Field είναι το πεδίο. Ο αγρός, το γήπεδο. Το πεδίο της μάχης κ.λπ.

Ξεχωρίζουν δύο μεταφορικές σημασίες:

(1) το πεδίο της δράσης (σφαίρα, τομέας) (Encarta: area of activity; an activity or subject, especially one that is somebody’s particular responsibility, speciality, or interest) Π.χ. He is very active in the field of human rights. "Πεδίο" και στα ελληνικά.

(2) place outside institution: the setting outside a workplace, office, school, or laboratory in which somebody has direct contact with clients, the public, or the phenomena being studied (Encarta). Ή σε άλλο λεξικό: somewhere (away from a studio or office or library or laboratory) where practical work is done or data is collected (Example: "Anthropologists do much of their work in the field").
Αυτή η δεύτερη μεταφορική σημασία δεν έχει ακριβές αντίστοιχο στα ελληνικά.

Να μεταφέρω κάποια λήμματα από το Οικονομικό λεξικό των Χρυσοβιτσιώτη και Σταυρόπουλου:

field: Περιοχή δραστηριότητας ορισμένης επιχείρησης έξω από τις εγκαταστάσεις της, όπως με περιοδεύοντες πωλητές, με τοπικά πρατήρια κλπ.

field experiment: Η επιτόπου (στην αγορά) δοκιμή και εξέταση, με τα πραγματικά στοιχεία, και όχι στο γραφείο ή στο εργαστήριο.

field investigation. Επιτόπια έρευνα σε ορισμένο τομέα της αγοράς.

field man. Εξωτερικό στέλεχος. Υπάλληλος επιχείρησης που ταξιδεύει σε ορισμένη περιοχή για την προώθηση πωλήσεων, ανεύρεση αντιπροσώπων ή έλεγχο.

field research. Επιτόπια έρευνα. Συγκέντρωση πληροφοριών, στοιχείων, απόψεων κλπ. με απευθείας επαφή με τους πελάτες, το κοινό κλπ.

field study. Επιτόπια μελέτη. Δειγματοληπτική έρευνα στην αγορά με ερωτηματολόγια, τηλεφωνήματα, συνεντεύξεις κλπ. Πρβλ. desk research.

fieldwork. Επιτόπια έρευνα, αναζήτηση στατιστικών κλπ. στοιχείων στους χώρους εργασίας, στα εργοστάσια παραγωγής, στα σπίτια κλπ.


Από ξένα λεξικά:
Field staff: Salespersons that work out of remote offices
Field staff: Those employees whose work takes them away from a firm's premises , as for example, insurance agents, commercial travelers.

Ισπανικό:
gerente regional: regional manager, district manager, field manager

Γαλλικά:
field study: étude or enquête sur le terrain
field tests: essais sur le terrain
field work: recherches or enquête sur le terrain
fieldworker: scientifique qui travaille sur le terrain

Ένας field manager είναι συνήθως ο υπεύθυνος για το field staff, γενικά για δουλειές που γίνονται έξω από τα γραφεία, στο "πεδίο της καθημερινής μάχης". Μια εταιρεία με έδρα την Ελλάδα που θα ήθελε να αποδώσει τον ξενικό αυτό τίτλο, μπορεί να επιλέξει ανάλογα με τις δραστηριότητές της:

διευθυντής εξωτερικών δραστηριοτήτων  http://www.geniki-trofimon.gr/gr/gen.asp?m=1_7_1
διευθυντής δικτύου πωλητών

Ή τι άλλο; Any bright ideas anyone?

Μην μου προτείνετε "τομεάρχης" (που είναι υπεύθυνος ενός τομέα δραστηριοτήτων μέσα και έξω από έναν οργανισμό) ούτε "περιφερειακός διευθυντής" (που είναι district ή regional manager, κι ας τα βάζει συνώνυμα το ισπανικό λεξικό, γιατί αυτός έχει την αρμοδιότητα μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιφέρειας).
« Last Edit: 05 Dec, 2005, 02:18:45 by spiros »


NadiaF

  • ناديا فامي
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2138
    • Gender:Female
  • Γιατί να το κρύψω; Ναι, είμαι μία φελάχα!
Field είναι το πεδίο. Ο αγρός, το γήπεδο. Το πεδίο της μάχης κ.λπ.


Ισπανικό:
gerente regional: regional manager, district manager, field manager

διευθυντής εξωτερικών δραστηριοτήτων  http://www.geniki-trofimon.gr/gr/gen.asp?m=1_7_1
διευθυντής δικτύου πωλητών

Ή τι άλλο; Any bright ideas anyone?

Μην μου προτείνετε "τομεάρχης" (που είναι υπεύθυνος ενός τομέα δραστηριοτήτων μέσα και έξω από έναν οργανισμό) ούτε "περιφερειακός διευθυντής" (που είναι district ή regional manager, κι ας τα βάζει συνώνυμα το ισπανικό λεξικό, γιατί αυτός έχει την αρμοδιότητα μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιφέρειας).


Συμφωνώ με όλα όσα λες... πλην της ισπανικής απόδοσης (όπως σημειώνεις κι εσύ) που έβαλα με έντονα γράμματα παραπάνω. Κάπου τα μπέρδεψαν κι αυτοί όπως και εμείς όταν τον Διευθυντή Περιφέρειας ή Περιφερειακό Διευθυντή τον ταυτίζουν με τον Field Manager. Είναι δύο έννοιες (και εργασίες) τόσο διαφορετικές που αν μεταφραστεί λάθος ο τίτλος μπορεί να προκαλέσει σύγχιση και ενίοτε προβλήματα. Γιατί ο Regional Manager είναι υπεύθυνος για μια ολόκληρη περιοχή ενός ο Field για κάποιον εξωτερικό τομέα δραστηριότητας, άρα σε κατώτερο ιεραρχικά επίπεδο από τον Regional Manager. Επίσης, δεν έχει αρμοδιότητα συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, αλλά ενος συγκεκριμένου τομέα σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή - αν δεν κάνω λάθος - π.χ. Field Manager, Sales ή ο,τιδήποτε άλλο.

Π.χ. ο Field Engineer είναι ο μηχανικός που απασχολείται στο εργοτάξιο και όχι μέσα στα γραφεία. Αυτός φυσικά θα μπορούσε να μεταφραστεί ως "Μηχανικός Εργοταξίου". Αλλά, ο Field Manager, ειλικρινά δεν ξέρω πως θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά και ίσως γι' αυτό το αφήνουν στα αγγλικά στις περισσότερες ελληνικές εταιρείες.

Αυτά τα ολίγα και πολύ φτωχά από μένα... για να δούμε τι ιδέες θα κατεβάσουν άλλοι συνάδελφοι...
Μην κοιμάσαι, είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνήσεις, θα το μετανοιώσεις!
Nadia-Anastasia Fahmi



progvamp

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1572
    • Gender:Female
Από το λεξικό "Αστυνομικός Θησαυρός Ι - Police Thesaurus I, Αλφαβητικό Λεξικό Αστυνομικής και Νομικής Ορολογίας - Police And Law Lexicon"  του κ. Ιωάννη Πανούση:

FIELD: τομέας, αντικείμενο εργασίας, γήπεδο, πεδίο, σφαίρα, χώρος

*athletic field: αθλητικός χώρος
*district field office: (αστυν.) περιφερειακό γραφείο μάχιμης υπηρεσίας,
*field activity record:  (αστυν.) αρχείο των δραστηριοτήτων μιας μάχιμης υπηρεσίας,
*field forces: (αστυν., στρατ.) μάχιμες δυνάμεις,
*field gun: (όπλ.) πεδινό πυροβόλο,
*field of view: οπτικό πεδίο,
*field officer: (αστυν.) μάχιμος αστυνομικός,
*field personnel: (αστυν.) μάχιμο προσωπικό,
*field service: (αστυν.) μάχιμη υπηρεσία,
*field unit: (αστυν.) μάχιμη υπηρεσία,
*field work: πρακτική εργασία, δημοσκόπηση,
*field worker: μάχιμος, ο λαμβάνων συνέντευξη,
*in the field: (στρατ. αστυν.) στο πεδίο, στην πράξη,
*in the field of: στον τομέα του,
*in the field of crime control: (αστυν.) στον τομέα του ελέγχου της εγκληματικότητας,
*police field matters: (αστυν.) θέματα αστυνομικής φύσεως,
*rating field: πεδίο κατάταξης,
*simulated field exercise: (διδ.) άσκηση που γίνεται σύμφωνα με την τεχνική της "simulation" 1

1. simulation = (διδ.) προσομοίωση, ειδική σύγχρονη τεχνική διδασκαλίας κατά την οποία οι μαθητές καλούνται να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο σ' ένα σενάριο που φέρεται ως πραγματικό

« Last Edit: 05 Dec, 2005, 00:23:56 by progvamp »


 

Search Tools