Η τέχνη των τοίχων (της Στέλλας Χαραμή)

wings · 1 · 2894

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70694
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Η τέχνη των τοίχων
Στέλλα Χαραμή

«Λέγομαι τάδε και υπάρχω». Η ερμηνεία του Γάλλου φιλοσόφου Ζαν Μποντριγιάρ για το tag, την υπογραφή του street artist, συμπτύσσει το λεξικό μιας γλώσσας που μεταμόρφωσε αστικές επιφάνειες, από τη Φιλαδέλφεια και τη Νέα Υόρκη ως το Βερολίνο και την Αθήνα, σε μια εκτυφλωτική παλέτα. Η γλώσσα του graffiti, του «γράφειν» στους τοίχους, διακηρύσσει μια κραυγή έκφρασης και επικοινωνίας. Οι τοίχοι προειδοποιούν «για την ανάγκη να εντοιχίζουμε τα συναισθήματά μας, να τα μορφοποιούμε με τρόπους που να εισέρχονται στη δημόσια σφαίρα προωθώντας νέες μορφές συνείδησης», παρατηρεί ο αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνιολογίας του ΑΠΘ, Γρηγόρης Πασχαλίδης.

Ο Wake και ο RTM, εδώ και εννιά χρόνια, «σαρώνουν» τοίχους, σε μια προσπάθεια αλληλεπίδρασης με την κοινότητα των γκραφιτάδων και το δημόσιο χώρο. «Το graffiti λειτουργεί ως φορέας κοινωνικοποίησης για εμάς», λένε. Ο ιστορικός Τέχνης και σημειολόγος Χάρης Καμπουρίδης αναπαράγει τον όρο του μελετητή Μαρκ Χάλιντεϊ «αντι-γλώσσα» για να περιγράψει το graffiti. «Είναι μια συστηματοποιημένη έκφραση με συγκεκριμένο νόημα και σύνταξη που χρησιμοποιείται για την επιβεβαίωση της συνοχής μιας κοινωνικής ομάδας. Υπό την έννοια αυτή, είναι περισσότερο κρυπτική γλώσσα, εσωτερικής κατανάλωσης», εξηγεί.

Το graffiti μοιάζει, λίγο-πολύ, με τις δημιουργίες από άμμο. Ο καλλιτέχνης που εκθέτει το έργο του στην γκαλερί του δρόμου είναι προετοιμασμένος για τον εφήμερο χαρακτήρα της τέχνης του. «Το αφήνεις στο έλεος της πόλης», λέει ο Wake. Αν και το «πάτημα» ενός έργου από κάποιον άλλο writer υποδηλώνει «παραβίαση χώρου και έλλειψη σεβασμού» -όπως επισημαίνει ο Κυριάκος Ιωσηφίδης, επικεφαλής της γνωστής για τις τοιχογραφίες της ομάδας των Carpe Diem -ο RTM το αξιολογεί ως μια ύστατη προσπάθεια συνομιλίας. «Δεν νιώθω ότι τα έργα μου έχουν ημερομηνία λήξης, αλλά διάρκεια ζωής. Συνομιλούν ακόμα και με εκείνον που τα σβήνει επειδή δεν του αρέσουν».

Όσο κι αν η γλώσσα του graffiti συντηρεί μια διάθεση συλλογικού ναρκισσισμού των street artists, θα ήταν άδικο να ταυτιστεί με αυτή. Ο γκραφιτάς Dee71 είχε στο παρελθόν καταστήσει το graffiti συνώνυμο με ένα όνειρo πάνω σε τοίχο. Εμβαθύνοντας στο γλωσσικό αυτό κώδικα, ο συγγραφέας και blogger Μανώλης Ανδριωτάκης επιχειρεί την αποκωδικοποίησή του στο ντοκιμαντέρ «Spray» (θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Eco Films). Με τη σύζυγό του, Μέντυ Μέγα, καταγράφουν εκατοντάδες παρεμβάσεις και οικογένειες αστικής εικονογραφίας: ιδεογράμματα, σύμβολα, τοιχογραφίες, πολιτικά σχόλια, stencil, ζωγραφιές, μηνύματα που προωθούν την ακτιβιστική δράση -«Βαθιά ανάσα μέχρι το θάνατο του αυτοκινήτου»-, συνθήματα με χιούμορ -«Παντελή, είμαι έγκυος»-, όλες προσπάθειες αυτοέκφρασης και αισθητικής αναζήτησης. «Κάνουμε μια υποκειμενική ανάγνωση των τοίχων της πόλης, αφού δεν υπάρχουν εννοιολογικά ή άλλα εργαλεία για να αποκωδικοποιήσεις τα graffiti. Το μήνυμα που κομίζουν δεν είναι ξεκάθαρο, ενώ πολλά αντιστέκονται σε μια μόνο ανάγνωση», διαπιστώνει.

Μετά από δεκαετίες υπόγειων διαδρομών, η αφομοίωση του graffiti από το κυρίαρχο σύστημα (γκαλερί, διαφημιστικές εταιρίες) είναι μια παραδοχή της δυναμικής της γλώσσας του. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που οι θεσμοθετημένες τέχνες ή το marketing οικειοποιούνται περιθωριακές υποκουλτούρες. «Το ίδιο όμως ισχύει και για τις αντι-συστημικές γλώσσες», παρατηρεί ο κ. Πασχαλίδης. «Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μια διαρκής διαπάλη ανάμεσα στις συστημικές και τις αντι-συστημικές γλώσσες για το ποια θα κυριαρχήσει στο κοινωνικό φαντασιακό, αμφότερες λεηλατούν το οπλοστάσιο της άλλης».

Αναμφίβολα, η γκαλερί αναιρεί την ισχύ και τη ζωτικότητα που έχει το graffiti στο δημόσιο χώρο. Επί παραδείγματι, μια τοιχογραφία λειτουργεί διακοσμητικά για τον αστικό χώρο και απευθύνεται σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Οπως σημειώνει ο Σέιμ των Carpe Diem, το μικρού μεγέθους graffiti «γίνεται για προσωπική, κυρίως, ικανοποίηση, ενώ μια μεγάλη τοιχογραφία ξαφνιάζει ευχάριστα τους περαστικούς». Η σύγκριση είναι άτοπη για τον Sake, γκραφιτά που σημαδεύει τους τοίχους της Αθήνας από το 1994. «Η γκαλερί έχει τέσσερις τοίχους, η πόλη άπειρους», λέει.

Γλώσσα-δάνειο από τις αμερικανικές μεγαλουπόλεις, τα graffiti της Αθήνας έχουν εισαγάγει νέους γλωσσικούς κανόνες εμπνευσμένους από το αθηναϊκό τοπίο. Ο Κυριάκος Ιωσηφίδης διαπιστώνει μια προσαρμογή των χρωμάτων και των γραμμάτων των graffiti στο δικό μας περιβάλλοντα χώρο. «Αρχικά κάναμε μια αναπαραγωγή των styles της Νέας Υόρκης», υπερθεματίζει ο Wake. «Σταδιακά καταλάβαμε ότι η γλώσσα αυτή είναι κενή νοήματος για τα δικά μας δεδομένα και αυτό φαίνεται από την ωριμότητα πολλών παιδιών που στρέφονται στη street art, μια εξίσου παρεμβατική, αλλά πιο κατανοητή γραφή».

Εκτός από σχόλιο στην κυρίαρχη αστική αισθητική, για πολλούς το graffiti σηματοδοτεί ένα εργαλείο στη διεκδίκηση του δημόσιου χώρου. «Σε μια εποχή που η πίστη στη δημόσια σφαίρα εκφυλίζεται ταχύτατα, η τέχνη στο δρόμο αναστρέφει (σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον) αυτό το φαινόμενο», γράφει ο θεωρητικός της Τέχνης, Θανάσης Μουτσόπουλος, στο λεύκωμα του Κυριάκου Ιωσηφίδη «Στο δρόμο» (εκδόσεις Μεταίχμιο), επισημαίνοντας την προοπτική που παρουσιάζει η επιμονή των γκραφιτάδων στη δωρεάν τέχνη. Κι αν η ανακατάληψη του δημόσιου χώρου φαντάζει αδύνατη από μια γλώσσα εικόνων, το graffiti αρθρώνει στοιχειωδώς λόγο απέναντι στους αποφασιστικούς παράγοντες που ορίζουν την αισθητική της πόλης (διαφημιστές, αρχιτέκτονες, εργολάβους). Όπως σημειώνει ο κ. Πασχαλίδης, «το graffiti μπορεί να θεωρηθεί ως η αυθαιρεσία εκείνων που δεν έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν την όψη του περιβάλλοντός τους. Μια μορφή “προσβολής” ενάντια σε μια πολύ πιο αποφασιστική και μόνιμη ύβρη».
...

Από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ (20 Απριλίου 2008)


 

Search Tools