Κι όμως, «user» δεν σημαίνει πάντα «χρήστης»

spiros · 1 · 2132

Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 792090
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Κι όμως, «user» δεν σημαίνει πάντα «χρήστης»

Μια λέξη απλή, κοινή, καθημερινή, με την οποία όλοι είναι εξοικειωμένοι, μπορεί να μετατραπεί σε μεταφραστική παγίδα όταν ο μεταφραστής λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο και δεν έχει την απαιτούμενη εγρήγορση για να εντοπίσει αποκλίσεις από τη «συνήθη» χρήση μιας λέξης. Τα δίγλωσσα λεξικά, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, δεν επαρκούν για να μας βοηθήσουν, και λειτουργούν μόνο ως μπούσουλας πάνω στον οποίο μπορεί να χτίσει η φαντασία μας καθώς οι διαδρομές της γλώσσας, και ως εκ τούτου της μετάφρασης, είναι οιονεί άπειρες, όσοι άλλωστε και οι συνδυασμοί και οι συνάψεις μεταξύ των λέξεων. Ας δούμε για παράδειγμα αυτόν τον διάλογο:

— I dumped my boyfriend
— Why did you do that?
— Because he was a user. He never really loved me.

Εδώ τα συμφραζόμενα θα πρέπει να μας πονηρέψουν. Σίγουρα ο φίλος της δεν ήταν χρήστης υπολογιστή (ή κάλλιστα μπορεί να ήταν αλλά δεν αναφερόταν σε αυτόν υπό αυτή την ιδιότητα). Επίσης, από τα συμφραζόμενα δύσκολα να βγάλουμε το αυθαίρετο συμπέρασμα ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών. Τι είδους «χρήστης» όμως ήτανε; Αν ρίξουμε μια ματιά σε μονόγλωσσα αγγλικά λεξικά μπορεί να βρούμε κάποιο στοιχείο που μπορεί να μας βοηθήσει:

user (plural users)
One who uses or makes use of something, a consumer.
A person who uses drugs, especially illegal drugs.
(computing) A person who uses a computer or a computing network, especially a person who has received a user account.
(pejorative) An exploiter, an abusive user (a person who uses something or someone unfairly, selfishly and/or unethically).
https://en.wiktionary.org/wiki/user


Και λέω για αγγλικό μονόγλωσσο λεξικό, διότι τα αγγλοελληνικά, δύσκολο να μας βοηθήσουν:

ουσ. (ο) χρησιμοποιών, καταναλωτής, επικαρπωτής, νομεύς
ουσ. (νομ.) επικαρπία, δικαίωμα χρήσεως, right of user δουλεία, δικαίωμα δουλείας
Penguin Hellenews

[iUzer] ουσ. χρήστης: drug user χρήστης ναρκωτικών § end-user τελικός χρήστης # ΦΡ. user-friendly (για Η/Υ κτλ.) διευκολυντικός για το χρήστη
χρήστης. Πρόσωπο που χρησιμοποιεί το σύστημα του υπολογιστή.
Ματζέντα Χρυσή

user noun χρήστης
Σύγχρονο Αγγλοελληνικό και Ελληνοαγγλικό Φυτράκη


Στο αγγλικό βρίσκουμε κάποια συνώνυμα με τα οποία μπορούμε να παίξουμε, π.χ. «εκμεταλλευτής». Αλλά πάλι, αν πούμε σε διάλογο ότι «παράτησα τον φίλο μου γιατί ήταν εκμεταλλευτής», πώς να το κάνουμε, δεν ακούγεται και τόσο φυσικό. Μήπως να κάνουμε μια αλλαγή στο συντακτικό; Π.χ. μετατροπή ουσιαστικού σε ρήμα; Το «Παράτησα τον φίλο μου γιατί με εκμεταλλευόταν» ακούγεται σίγουρα πιο φυσικό. Ίσως ακόμη καλύτερα: «Παράτησα τον φίλο μου γιατί με χρησιμοποιούσε».

Οπότε, φτάσαμε σε μια αποδεκτή μετάφραση μετατρέποντας ένα ουσιαστικό που δηλώνει μια δεδομένη κατάσταση παρόντος χρόνου σε ρήμα παρελθόντος χρόνου. Διαρκείας μάλιστα.
« Last Edit: 27 Jun, 2011, 18:01:42 by spiros »


 

Search Tools