John Keats, Ode to a Nightingale (Τζον Κητς, Ωδή σε ένα αηδόνι)

spiros · 1 · 5802


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 852400
    • Gender:Male
  • point d’amour
John Keats, Ode to a Nightingale (Τζον Κητς, Ωδή σε ένα αηδόνι)

Ode to a Nightingale
John Keats

MY heart aches, and a drowsy numbness pains
My sense, as though of hemlock I had drunk,
Or emptied some dull opiate to the drains
One minute past, and Lethe-wards had sunk:
'Tis not through envy of thy happy lot,
But being too happy in thine happiness,
That thou, light-wingèd Dryad of the trees,
In some melodious plot
Of beechen green, and shadows numberless,
Singest of summer in full-throated ease.

O for a draught of vintage! that hath been
Cool'd a long age in the deep-delvèd earth,
Tasting of Flora and the country-green,
Dance, and Provençal song, and sunburnt mirth!
O for a beaker full of the warm South!
Full of the true, the blushful Hippocrene,
With beaded bubbles winking at the brim,
And purple-stainèd mouth;
That I might drink, and leave the world unseen,
And with thee fade away into the forest dim:

Fade far away, dissolve, and quite forget
What thou among the leaves hast never known,
The weariness, the fever, and the fret
Here, where men sit and hear each other groan;
Where palsy shakes a few, sad, last grey hairs,
Where youth grows pale, and spectre-thin, and dies;
Where but to think is to be full of sorrow
And leaden-eyed despairs;
Where beauty cannot keep her lustrous eyes,
Or new Love pine at them beyond to-morrow.

Away! away! for I will fly to thee,
Not charioted by Bacchus and his pards,
But on the viewless wings of Poesy,
Though the dull brain perplexes and retards:
Already with thee! tender is the night,
And haply the Queen-Moon is on her throne,
Cluster'd around by all her starry Fays
But here there is no light,
Save what from heaven is with the breezes blown
Through verdurous glooms and winding mossy ways.

I cannot see what flowers are at my feet,
Nor what soft incense hangs upon the boughs,
But, in embalmèd darkness, guess each sweet
Wherewith the seasonable month endows
The grass, the thicket, and the fruit-tree wild;
White hawthorn, and the pastoral eglantine;
Fast-fading violets cover'd up in leaves;
And mid-May's eldest child,
The coming musk-rose, full of dewy wine,
The murmurous haunt of flies on summer eves.

Darkling I listen; and, for many a time
I have been half in love with easeful Death,
Call'd him soft names in many a musèd rhyme,
To take into the air my quiet breath;
Now more than ever seems it rich to die,
To cease upon the midnight with no pain,
While thou art pouring forth thy soul abroad
In such an ecstasy!
Still wouldst thou sing, and I have ears in vain—
To thy high requiem become a sod.

Thou wast not born for death, immortal Bird!
No hungry generations tread thee down;
The voice I hear this passing night was heard
In ancient days by emperor and clown:
Perhaps the self-same song that found a path
Through the sad heart of Ruth, when, sick for home,
She stood in tears amid the alien corn;
The same that ofttimes hath
Charm'd magic casements, opening on the foam
Of perilous seas, in faery lands forlorn.

Forlorn! the very word is like a bell
To toll me back from thee to my sole self!
Adieu! the fancy cannot cheat so well
As she is famed to do, deceiving elf.
Adieu! adieu! thy plaintive anthem fades
Past the near meadows, over the still stream,
Up the hill-side; and now 'tis buried deep
In the next valley-glades:
Was it a vision, or a waking dream?
Fled is that music:—do I wake or sleep?

Ωδή σε ένα αηδόνι
Τζον Κητς

Α, πώς πονά η καρδιά μου! και μια απόκοσμη ζάλη
τυραννά το κορμί μου, σα να ‘πια, πριν λίγο, φαρμάκι
ή λες κι έχω αδειάσει μια κούπα μ’αφιόνι,
κι άξαφνα μες στα δώματα της λήθης χάθηκα.
όμως, στ’ αλήθεια, δεν είναι ζήλια για τη θεϊκή σου μοίρα.
χαρά είναι, χαρά για την αμέτρητη ευτυχία σου.
ω συ των δέντρων η δρυάδα, με τα διάφανα φτερά,
μια παναρμόνια μουσική, αγκαλιασμένη με της οξιάς
το πράσινο, και τις τρεμάμενες σκιές. σ’ένα παντοτινό
τραγουδώντας καλοκαίρι, με το λαιμό σου έτοιμο να σπάσει.

ω, μα για τούτο τα’αεράκι που έρχεται απ’ τ’ αμπέλια,
γι’ αυτή την αιώνια δροσιά που αναδίδει η βαθιά σκαμμένη γη
για της μηλιάς, της κερασιάς, και της συκιάς τα δώρα,
για τους χορούς εκείνους, τα λυγερόηχα τραγούδια μέσα στην ευτυχία
του ήλιου – και την ψυχή μου ακόμη θα ‘δινα.
ένα ποτήρι γεμάτο από τη φλόγα του νοτιά
γεμάτο απ’ την αληθινή, την ξαναμμένη ιπποκρήνη
με χάντρες αφρισμένες κι αστραφτερές, χορεύοντας
ολόγυρα στα χείλη μου που καιν πορφυρωμένα,
α, πως λαχτάρησα να πιω, κι ευθύς μαζί σου να πετάξω
στα πιο βαθύσκιωτα δάση, κι όπου δε φτάνει μάτι ανθρώπου.

θέλω να διώξω μακριά, να λησμονήσω για πάντα
όσα ποτέ δε γνώρισες, μέσα στη θαλπωρή των φύλλων:
την κούραση, τον πυρετό, τον μαύρο πανικό μας,
εδώ, που οι άνθρωποι οι βαριόμοιροι αδιάκοπα στενάζουν
και τρέμουνε ολοζωίς, μπροστά, στα βάραθρα του χρόνου,
κι η νιότη, πριν να τη χαρείς, σα φάντασμα περνάει.
εδώ, που η σκέψη σ’αφορμές κι άγονες εικασίες αιώνια
πλανιέται, καθώς πέφτει σκοτάδι στα μισόκλειστα βλέφαρα.
κι η ομορφιά, για μια στιγμή, θα περάσει από κοντά μας,
μα τι κρίμα! κανείς να την κρατήσει δε βρήκε τη δύναμη.

θέλω να φύγω από δω, κοντά σου θέλω να πετάξω,
όχι με του διόνυσου το άρμα και τη συντροφιά,
αλλά με τα’άφαντα φτερά της ποίησης!
όσο κι αν απελπίζεσαι, κι αν μετανιώνει η σκέψη.
ω, επιτέλους να ‘μια κοντά σου. η νύχτα μελωδίες πλημμύρισε.
ψηλά, η σελήνη, μια βασίλισσα στο θρόνο της,
ολόγυρα της έχοντας τις αστρικές νεράιδες.
όμως εδώ, το φως τ’ αληθινό δε φτάνει.
μονάχα αυτό το λίγο, που απ’ τον παράδεισο γλίστρησε
και παράπεσ’ ανάμεσα στα μούσκλια και τ’ αχνά μονοπάτια.

ίσως, να μη μπορώ να διακρίνω τι λογής λουλούδια είναι στα πόδια μου
και ποιο απαλό θυμίαμα πλαγιάζει πάνω στα κλωνάρια.
αλλά μες στο μειλίχιο σκοτάδι, μαντεύω κάθε γλύκα,
που ο μήνας ο καλόκαρδος χαρίζει,
στη χλόη, στο θυμάρι, στης λεμονιάς τα δέντρα,
στη σφάκα την αγέρωχη ή στους ονειροπόλους μενεξέδες.
μα ναι, δεν είναι δύσκολο να ξεχωρίσω του μάη το πρωτότοκο
παιδί, εκεί βαθιά στα κατακόκκινα τα ρόδα,
που μέσα τους φωλιάζει της δροσούλας το κρασί
και μυριάδες έλυτρα αμέριμνα χορεύουν, τα βράδια του καλοκαιριού.

της νύχτας ακούω τα βήματα! και συλλογιέμαι πόσες φορές
τη γαλήνη του θανάτου δεν έχω ποθήσει!
με τρυφερά ονόματα τον κάλεσα, με γλυκύτατους ήχους.
αχ, ας έπαιρνε πια την πνοή μου στον αέρα!
ναι, απόψε καλύτερα, μου φαίνεται, θα ‘ταν να πεθάνω
εκεί κοντά στο μεσονύχτι, χωρίς κανένα πόνο,
ενώ εσύ θα σκορπάς τη μαγεία στων οριζόντων
τα πέρατα, με τέτοιαν έκσταση –θεέ μου!
α, να μπορούσα ν ’ακούω το τραγούδι σου, κι όταν θα ‘χω
ολότελα χαθεί. Όταν, λύνοντας τις πένθιμες τρίλιες σου,
ένας σβώλος χώμα, θα ‘μια εκεί κοντά.

ω, πλάσμα της χαράς, δεν ήσουν γεννημένο για το θάνατο!
οι ξαγριεμένες γενιές των ανθρώπων να σ’αφανίσουν δεν μπόρεσαν.
το ξέρω, αυτή η φωνή, που ακούω μες στην παράφορη νύχτα,
σε καιρούς παλαιούς θ’ακούστηκε μαγεύοντας βασιλιάδες ή παλιάτσους
κι ίσως το ίδιο αυτό τραγούδι να ‘χε σαν το ροδόσταμο σταλάξει
στη λυπημένη την καρδιά της ρουθ, που νοσταλγώντας
το σπιτικό της, μια μέρα, στάθηκε δακρυσμένη, στο κύμα των σταχυών
τις άχαρες θωρώντας ομορφιές, του ξένου τόπου.
κι είναι το ίδιο τραγούδι που, συχνά, το θαύμα
έφερν ‘ως τα παραθύρια, που άνοιγαν ξάφνου, πάνω
στην άγρια, τρικυμισμένη θάλασσα, πέρα εκεί
στις μακρινές, τις έρημες χώρες των νεράιδων…

ναι είπα τη λέξη ‘’ερημιά’’, κι αμέσως, σήμαντρα
πλήθος χτυπούν και πίσω με καλούν βιαστικά στην πικρή μοναξιά μου.
αντίο λοιπόν! ούτε κι αυτή η φαντασία δεν μπορεί
ώρα πολλή να ξεγελάσει, κι ας λεν’ πως ειν μια απατηλή θεά
αντίο! αντίο! το θλιμμένο τραγούδι σου ολοένα χλωμιάζει,
περνά, πάνω απ’ τα κοντινά λιβάδια, πάνω απ’ τα ήμερα ποτάμια.
λίγο χαιδεύει τις πλαγίες των λόφων, κι έπειτα πάει
να πεθάνει, σ’ένα χαντάκι της αντικρινής κοιλάδας…
αλήθεια, ένα όραμα ήταν ή μες στο φως
ονειρευόμουν; σβήνει σιγά σιγά κι η μουσική. Δεν ξέρω.
ξυπνητός είμαι τάχα ή βυθισμένος στον ύπνο;


Search Tools