mindshare -> εταιρική φήμη, φήμη, νοομετοχή

Garima · 5 · 1815

Garima

  • Newbie
  • *
    • Posts: 55
    • Gender:Female
1).    the development of consumer awareness about a specific product or brand in hopes that they will buy the product or brand
2).     the amount of attention required by something, the time spent thinking about something
3).    the level of awareness in the minds of consumers that a particular product commands

Υπάρχουν αντιστοιχοι όροι για τα παραπάνω στα ελληνικά ;
Ευχαριστώ.
« Last Edit: 16 Aug, 2011, 14:43:54 by spiros »
Varvara


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>


Garima

  • Newbie
  • *
    • Posts: 55
    • Gender:Female
αναφέρομαι στον όρο "mindshare". Αυτά που γράφω είναι οι ορισμοί της λέξης.
Varvara


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 815949
    • Gender:Male
  • point d’amour
Στα ιταλικά reputazione, γαλλικά notoriété. Ίσως και το «(εταιρική) φήμη» να ήταν μια ασφαλής επιλογή. Βλέπε και:

mind share, που είναι το ποσοστό των καταναλωτών που θα σκέφτονταν πρώτο το brand της επιχείρησης, όταν θα τους ζητούνταν να ονομάσουν την πρώτη μάρκα που τους έρχεται στο μυαλό, για μια  συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων
http://www.serresbiz.com/312c/el/other/third/Compet-Marketing.pdf

Mind share, or the development of consumer awareness or popularity, is one of the main objectives of advertising and promotion. When people think of examples of a product type or category, they usually think of a limited number of brand names. For example, a prospective buyer of a college education will have several thousand colleges to choose from. However, the evoked set, or set of schools considered, will probably be limited to about ten. Of these ten, the colleges that the buyer is most familiar with will receive the greatest attention
https://en.wikipedia.org/wiki/Mind_share



valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
mindshare
η μετοχή (share) του προϊόντος (product) ή της μάρκας, του εμπορικού ονόματος (brand) στον νου (/στο ενδιαφέρον/στην συνείδηση/στην εκτίμηση) του καταναλωτή (Θα μπορούσαμε να την πούμε νοομετοχή...)

Ένα προϊόν ή ενα εμπορικό όνομα έχει μετοχή (σημαντική, ασήμαντη ή και καθόλου) στον νου του καταναλωτή. Η δημιουργία και η αύξηση της άξίας αυτής της μετοχής είναι ο στόχος της διαφήμισης.

Για την μεταφορική χρήση της μετοχής βλέπε π.χ. ΛΚΝ:

μετοχή 1 η [meto<x>í] O29 : (οικον.) τίτλος κινητής αξίας που αντιπροσωπεύει ορισμένο τμήμα από το κεφάλαιο μιας εταιρείας και αποδεικνύει τη συμμετοχή του κατόχου της σ΄ αυτό: Oι μετοχές μιας ανώνυμης εταιρείας. H αξία μιας μετοχής. Mετοχές που έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Aγοράζω / πουλάω μετοχές. H περιουσία του αποτελείται από μετοχές και ακίνητα. ΦP ανεβαίνουν οι μετοχές κάποιου, βελτιώνεται η θέση του σε σύγκριση με άλλους. ANT ΦP πέφτουν οι μετοχές κάποιου, χειροτερεύει η θέση του σε σύγκριση με άλλους. [λόγ. < αρχ. μετοχή `συμμετοχή΄ σημδ. αγγλ. share]



 

Search Tools