Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι

wings · 38 · 37520

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι

Ποιήματα δημοσιευμένα στο Translatum:


Είναι καιρός τώρα που θέλω να μπω στα αμπελοχώραφα του Σπύρου (και κυριολεκτώ) αλλά όλο και το ανέβαλλα. Τον Μάη που μας πέρασε, μια σπουδαία κυρία, συντοπίτισσα του δικού μας Σπύρου Δόικα και αδελφή του πιο αγαπημένου δικού μου φίλου (ή καλύτερα, αδελφού) Σπύρου Μάστορα, ευτύχησε να δημοσιεύσει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι, εκδόσεις Γιάννη Σκ. Πικραμένου, Πάτρα.

Προλογίζοντας το βιβλίο, ο δήμαρχος Παξών Σπύρος Μπογδάνος γράφει:

Μέσα από τους στίχους μεταφέρθηκε η γνώση από γενιά σε γενιά. Μέσα στους στίχους, που ο καθένας απλώνει βιώματα και εμπειρίες, φιλοσοφίες και αναζητήσεις, νοσταλγίες και μνήμες, ανταμώνουμε τους συνανθρώπους μας και διακρίνουμε πολλές φορές τον εαυτό μας. Σ' αυτούς χρωστάμε την παράδοση, που διατηρήθηκε από στόμα σε στόμα.
Πέρα από τους επώνυμους, υπάρχουν χιλιάδες ανώνυμοι υμνωδοί, τραγουδοποιοί και ποιητάδες, που διαμόρφωσαν στιχουργήματα δεκαπεντασύλλαβα.
Η κυρία Ευτυχία Μάστορα φιλτράρισε βιώματα, θύμησες, νοσταλγίες και τις έκανε δεκαπεντασύλλαβες αναβρυτσάδες συναισθημάτων, που μας φέρνουν πίσω, σε μια εποχή που έφυγε, αλλά μέσα από τα γραφόμενά της γίνεται γνωστή στους νεότερους. Έχουν το δικό της ύφος και η ντοπιολαλιά μια ξέχωρη χάρη κι ανάσυρση μνήμης.
Ξανάρχονται για να μας θυμίσουν αυτά που δεν πρέπει να λησμονάμε κι οι δεκαπεντασύλλαβοι, σαν άλλες Νόνες, μας γεμίζουν τρυφερές αναπολήσεις, γλυκές στιγμές, που κάποιοι πρωτόγνωρα βιώνουν και ζηλεύουν γιατί δεν τις έζησαν οι ίδιοι.. Είναι σπουδαίο ταλέντο να μπορείς να κάνεις τους άλλους να νοιώθουν όπως εσύ αισθάνεσαι, είναι πραγματικό κατόρθωμα να δίνεις στον άλλο την ευκαιρία να ζήσει κάτι που δεν έζησε, είναι χάρισμα θεϊκό να μεταφέρεις γνώση και θεωρώ ευλογία το να σε γνωρίζουν μέσα από το γραφτό σου λόγο.
Η κυρία Ευτυχία τα κατάφερε. Πολλές φορές με συγκίνησε, με γαλήνεψε, πολλές φορές με μετέφερε εκεί που η ίδια βάδισε, σκίρτησε η καρδιά μου στην αγωνία της, γιατί οι αγωνίες είναι κοινές για όλους και πολλές φορές τη ζήλεψα. Είναι μια βέρα Παξινιά, παράδειγμα σε όποιον θέλει να λέει πως αγαπάει τον τόπο του, είναι ένα άτομο, που εκπέμπει τις τόσες μυρωδιές του νησιού έτσι ώστε να τις οσφραίνεται και να τις απολαμβάνει κανείς όπου γης.
Για το ξεχείλισμα της ψυχής της, πούναι αυτό το βιβλίο, της είμαι ευγνώμων.

Παξοί, 7.2.2005
Σπύρος Μπογδάνος
Δήμαρχος Παξών


Και λίγα λόγια για την ποιήτρια, προτού σας δώσω ένα δείγμα αυτής της γλυκύτατης συλλογής:

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα από γονείς Παξινούς, τον Γεράσιμο Μάστορα (Παπαγεράσιμου) και την Ελένη Διαλέτου (Μάκη).
Πέρασε στους Παξούς τα μακρά καλοκαίρια των παιδικών, εφηβικών και νεανικών της χρόνων, βιώνοντας τα ήθη, τις συνήθειες και τη ντοπιολαλιά του Νησιού.
Φοίτησε στη Παιδαγωγική Ακαδημία του Αρσακείου. Εργάστηκε ως δασκάλα στο Δημοτικό Σχολείο του Φύλλου Καρδίτσας για δύο περίπου χρόνια. Ολοκλήρωσε την επαγγελματική της σταδιοδρομία ως δασκάλα Κωφών στα σχολεία του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών, στην Πάτρα, στον Βόλο και στην Αθήνα.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην κυρία Ευτυχία Μάστορα για την προσφορά της στην ελληνική κοινωνία μέσα από τον ίδιο της τον τρόπο ζωής και την πορεία που επέλεξε να χαράξει.
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 02:00:56 by wings »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812632
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ναι, είναι καταπληκτική η συλλογή της... είχα δει και την παρουσίαση το καλοκαίρι στους Παξούς (κάπου πρέπει να έχω και τις φωτογραφίες, εάν τις βρω θα τις βάλω). Ένας στίχος της μου έκανε φοβερή εντύπωση... τον οποίο και δε θυμάμαι καλά (εάν έχεις το βιβλίο πρόχειρο διόρθωσέ με):

Και στο τραπέζι το ροΐ τη φτώχια να πλουταίνει.

Το ροΐ είναι το δοχείο του λαδιού και δείχνει τη σημασία του στην τοπική κοινωνία (καθώς οι Παξοί ήταν κατ' εξοχήν ελαιοπαραγωγός νήσος).
« Last Edit: 16 Nov, 2006, 16:51:21 by wings »



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Πολύ σωστά το θυμάσαι, Σπύρο μου.

Είναι το ποίημα Παράπονο...

και η στροφή λέει:

Στη στια να καίει το δαυλί, το τσάκνο να σπιθίζει,
να μαγειρεύει η μάνα σου το δείπνο και το γιόμα
και στο τραπέζι το ροΐ τη φτώχεια να πλουταίνει.


Ναι, δεν θυμόμουν αν ήσουν εκεί όταν έγινε η παρουσίαση κι όλο ήθελα να σε ρωτήσω κι όλο το ξεχνούσα. Είναι υπέροχα, απλά ποιήματα που δείχνουν το βάθος ενός ανθρώπου χωρίς επίφαση.
« Last Edit: 09 Jan, 2009, 17:54:14 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812632
    • Gender:Male
  • point d’amour
Και τις βρήκα τις φωτογραφίες...

Στη δεύτερη όλο το πάνελ. Αριστερά ο πατέρας μου, η ποιήτρια, ο Δήμαρχος Παξών (διαβάστε γραπτά του σε τοπική διάλεκτο!) και μια φιλόλογος του νησιού.
« Last Edit: 16 Nov, 2006, 16:51:52 by wings »



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Επανέρχομαι με ένα δεύτερο ευχαριστώ από καρδιάς στην κυρία Ευτυχία Μάστορα γιατί έχουμε την άδειά της να δημοσιεύσουμε όλα της τα ποιήματα στο Translatum.

Εγκαινιάζουμε έτσι μια νέα εποχή για το φόρουμ και αυτό που γράφτηκε ότι είμαστε περίπου ελληνικό Project Gutenberg, όπως βλέπετε, αποτελεί απτή πραγματικότητα. Άντε και σε ακόμη ανώτερα!!!

Ξεκινώ με ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα (για λόγους ευνόητους άμα δείτε την αφιέρωση) από τη συλλογή αυτή:


Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Αυτό το παραμύθι

Στον αδελφό μου Σπύρο

Ξανάρθε το φθινόπωρο, ξανάφανε ο Σεπτέμβρης,
και πάλι ξεκινήσαμε το ίδιο το ταξίδι
με το καράβι της γραμμής, ίσια για το Νησί μας.
Κι αργομετρώ τα κύματα, στην κουπαστή ακουμπώντας,
να φεύγουν και να κυνηγούν, να ’ρχονται και ν’ αφρίζουν
κι αναθωρώ στον ουρανό γλάροι να φτερουγάνε
και ψάχνω πέρα το Νησί, μα δεν το ξεχωρίζω,
κι όσο κι αν αρμενίζουμε, λες και δεν προχωρούμε.

Και γύρισα να σου το πω μα εσύ συλλογιζόσουν
και πρόλαβα το δάκρυ σου, πριν βγάλεις το μαντήλι,
που κίναγεν η μάνα μας και κίναγες μαζί της,
για να μαζέψει τη σοδειά, τη φτώχεια να γλυκάνει.
Βαρύς χειμώνας στους Παξούς, να βρέχει, να κρυώνει
κι ο ήλιος να το λησμονά να βγει να σας φωτίσει,
μα κι όταν σας θυμότανε, τον πρόφταινε το βράδυ.

Κι εσύ, εφτάχρονο παιδί, στεκόσουν στο πορτόνι
και καρτερούσες να φανεί, για το σχολειό τραβώντας,
ο δάσκαλος ο Κάφυρης, που πέρναγε καβάλα
και πίσω τον ξατρέχανε αλαφροπερπατώντας
πεντέξι σχολιαρόπαιδα… και πήγαινες μαζί τους.

Νωρίς η μάνα είχε βγει ζωσμένη τη μπροστέλα*
και κράταγε δυο κουσουριά* κι έφερνε και μια λάτα*
κι ως χάραζεν η χαραυγή, την έβρισκε στο δρόμο,
πότε για τα Παλιάμπελα, πότε για τις Ραχούλες
και πότε στην κατηφοριά, ίσια για τα Λιβάδια.
Και προχωρούσε βιαστικά, τις στράτες να προλάβει,
σκυφτή να μάσει τα κλωνιά, κανείς μην τα πατήσει.
Κι ολημερίς εμάζευε στα δύο διπλωμένη
και δούλευαν τα χέρια της χωρίς να σταματάνε
και γιόμιζε η μπροστέλα της, τα κουσουριά κι η λάτα
και πριν νυχτώσει φόρτωνε για το ντρουβειό* του Νιάχα.

Σ’ άκουγα κι όσα μου ’λεγες σαν παραμύθι μοιάζαν
κι αυτή την ίδια τη στιγμή σφυρίζει το καράβι
κι εσύ στη μέση τ’ άφηνες αυτό το παραμύθι
και μπήκαμε κι αράξαμε στου Γάη το λιμάνι.

_____________________________
* Γλωσσάρι
μπροστέλα = ποδιά με μεγάλη τσέπη, που έβαζαν τις ελιές καθώς τις μάζευαν
κουσουρί = καλάθι
λάτα = ντενεκές
ντρουβειό = ελαιοτριβείο


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:53:29 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Επαναφέρω τον εαυτό μου στην τάξη και σας δίνω το πρώτο ποίημα της συλλογής (γιατί το προηγούμενο ήταν το 15ο). Θα δείτε, λοιπόν, πόσο δίκιο έχει στην εισαγωγή του ο δήμαρχος Παξών:

Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Πατρώα γη

Τώρα που φτώχυνε η ζωή μες στα πολλά της πλούτη
και ορφανέψαν οι καρδιές στη μοναξιά του κόσμου,
τώρα που φίλοι και δικοί μακραίνουν και ξεχνιούνται
και που λιγόστεψε το φως στα μάτια της ψυχής μας,
γυρίζω στην πατρώα γη, στο Άλλοτε, στο Τότε,
να ξαναβρώ ό,τι χάνεται απ’ τ’ άχαρο το Τώρα,
την Πίστη μας, τη Γλώσσα μας, την άπαρτη τη Μνήμη,
τα τρία αυτά μυριάκριβα κι ατίμητά μου δώρα
που δεν τα πήραν οι καιροί κι οι χρόνοι δεν τα σβήσαν,
που μου ’τυχαν κληρονομιά κι είπα να τα μοιράσω,
να μνημονεύουμε οι παλιοί, να μάθουν οι καινούργιοι
κι όλοι μαζί προσκυνητές για τους Παξούς να πάμε,
εκεί που εικόνες ομορφιάς και μνήμες ιστορίας
μιλούν με χίλια στόματα σ’ όποιον μπορεί κι ακούει;

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)


Αλήθεια, πόσοι από εμάς μπορούμε ακόμα κι ακούμε όσα γύρω μας μιλούν με χίλια στόματα;
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:38:58 by wings »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812632
    • Gender:Male
  • point d’amour

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Τα κάλλη του Νησιού μου

Χρόνια νοώ, χρόνια μετρώ και χρόνια συλλογιέμαι
που πέρασαν και διάβηκαν και στην καρδιά κοιμούνται
κι ως ήρθα πάλι στους Παξούς στη θύμηση ξυπνήσαν
και ζωντανέψαν τα παλιά στα τωρινά μπλεγμένα.

Παίρνω τη στράτα την παλιά, να φτάσω στο χωριό μου,
εκεί στα Μαστοράτικα, στο πατρικό μου σπίτι
και περπατώ και σταματώ κι ολόγυρα κοιτάζω.
Δεν είναι ξένα που θωρώ μαι και γνωστά δεν είναι
και βούρκωσαν τα μάτια μου και μάζεψε η καρδιά μου,
να βλέπω λιόδεντρων κορμούς, μα που δεν έχουν κλώνους,
να βλέπω σκάλες* γύρω μου κι οι γρέμπες* γκρεμισμένες,
να βλέπω σπίτια παξινά κι οι αφοδιές* τους άδειες
και τα πορτοπαράθυρα σφιχτομανταλωμένα
και τα κηπάρια αφρόντιστα, πνιγμένα στα χορτάρια.
Οι τράφοι δίχως πρόβατα, οι ράχες δίχως γίδια
και τα στρατόνια απάτητα μες στις μερτιές χαμένα.

Κι ως έφτασα στα πατρικά, στον Άγιο Κωνσταντίνο,
τρέχω να παραπονεθώ στον τάφο των γονιών μου.
Ας ξύπναγεν η μάνα μου να κατεβεί στον Κάμπο*,
ας σκώνονταν κι η νόνα μου στην Πλακωτή* να πάει,
να φέρουνε κι οι δυο νερό, να πιω να ξεπονέσω.

Και ξαστερώνει η καρδιά, φωτίζονται τα μάτια,
ξανακοιμούνται τα παλιά και χαίρομαι το τώρα,
την καταπράσινη στεριά, τη θάλασσα σμαράγδι,
την Παναγιά, την Παπαντή, τον Άγιο Χαραλάμπη,
τον Αϊ-Νικόλα του Γαγιού, το Μογγονήσι πέρα
και τις πανύψηλες ελιές που κρύβουνε τον ήλιο.

Φιλώ το χέρι του Χριστού κι ευχαριστώ Του λέω,
που ’χει πολλά κι αμέτρητα τα κάλλη του Νησιού μου.

_____________________________
* Γλωσσάρι
σκάλες = κλιμακωτές επιφάνειες του εδάφους
γρέμπες = μάντρες από τοπική πέτρα, ξερολιθιά
αφοδιές = αυλές
Κάμπος, Πλακωτή = τοποθεσίες με στέρνες δημόσιας χρήσης


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:40:24 by wings »


metafrastis

  • Guest
Εντυπωσιασμένος κι εγώ. Πολύ όμορφα ποιήματα, με μια ειλικρίνεια κι ένα ύφος που δυστυχώς χάνονται στις μέρες μας.
« Last Edit: 16 Nov, 2006, 16:55:40 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Μα είναι πολύ γοητευτικό το ότι γράφει σε τοπικό δεκαπεντασύλλαβο και, όπως λες, Παντελή, περνάει μια ειλικρίνεια κι έναν τρόπο γραφής που χάνονται όσο περνούν τα χρόνια. Κι ακόμη δεν είδες τίποτε.:-)
« Last Edit: 16 Nov, 2006, 16:55:22 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Το τάξιμο της Παπαντής

Βρέθηκα πάλι στους Παξούς, απόδιαβα* το Πάσχα,
το Μάη και την Άνοιξη που το νησί μου λάμπει
κι οι εκκλησιές ανοίγουνε, που η Παπαντή διαβαίνει
και συναντά στο διάβα της τον Άγιο Κωνσταντίνο,
την εκκλησιά που στέκεται στο πατρικό μου δίπλα
κι έχει στη μέση θησαυρό τον τάφο του Δεσπότη
κι έχει ψηλό καμπαναριό, τον ουρανό να δείχνει.

Τότε λογάριασα να ’ρθω, να τηνε προσκυνήσω.
την Παναγιά την Παπαντή, την αγιασμένη εικόνα,
να τηνε βρω αξετίμωτη* στην εκκλησιά μας μέσα,
να ψάλω την Παράκληση, στεφάνι να της πλέξω
με τ’ άνθη που στολίζουνε τα παξινά κηπάρια
γιούλια και τριαντάφυλλα, βιολέτες και μολόχες.

Κι ως τέλειωσε η Παράκληση και σήμανε η καμπάνα
κι ως φύγαν οι προσκυνητές, χαιρέτησαν κι οι ψάλτες
κι ως αναχώρησε ο παπάς και τα κεριά σβήστηκαν,
έγειρα και γονάτισα στης Παπαντής τα πόδια,
να μολογήσω και να πω τον άγιατρο καημό μου.
Με θάμπωσεν η ξενιτιά και ρίζωσα στα ξένα
κι έκανα βιος και πρόκοψα και περισσά όλα τα ’χω
μα έρχεται η ώρα κι η στιγμή, που μ’ απολείπουν όλα
γιατί οι χαρές λιγόστεψαν κι οι πίκρες περισσεύουν.

Κι ανάβει τότες αστραπή ο πόθος του νησιού μου
κι όσο η ψυχή το λαχταρά ο πόθος δε νικιέται∙
και πήρα και ταξίδεψα της γης και του πελάγου
κι ήρθα να παρηγορηθώ, ήρθα να γαληνέψω.

Κι ως πάτησα του τόπου μου τη γη τη βλογημένη
μου εφάνη πως γιατρεύτηκα κι αλλιώτικα ανασαίνω
της θάλασσας το νότισμα, των λιόδεντρων την αύρα,
τα μύρα των κυπαρισσιών, του σκιναριού το μόσχο.
Το πετρομάνι δύναμη κι απαντοχή μου δίνει,
το πέταμα του κάονα* για λευτεριά το νιώθω.

Κι εκεί που αλάφρωσε η καρδιά κι ημέρεψεν ο νους μου,
ωσάν του ανέμου ρίπισμα ο στοχασμός μου κράζει
πώς πάλι θα ξαναβρεθώ στης ξενιτιάς τη ρότα.
Με λάβωσεν ο στοχασμός κι η κεφαλή μου γέρνει
κι απ’ τη βαριά λαβωματιά τα μάτια μου νοτίσαν.
Κάνε μου χάρη, Παπαντή, όσες φορές κι αν φύγω
απ’ τ’ ακριβό μου το Νησί, τόσες και να γυρίσω
και μιαν απ’ όλες τις φορές να μείνω εδώ για πάντα.

Και σκώνοντας τα μάτια μου την Παναγιά αντικρίζω
κι η Παναγιά μου κάστηκε* σα να χαμογελούσε
και τούτο το χαμόγελο για τάξιμο το πήρα.

_____________________________
Σημείωση
Το ποίημα αναφέρεται σε παμπάλαια ευλαβική συνήθεια των Παξινών. Τη Δευτέρα του Πάσχα μεταφέρουν την περικαλλή εικόνα της Υπαπαντής από τον Ναό της σε διαφόρους ναούς του νησιού των Παξών, όπου παραμένει για μία ή δύο εβδομάδες. Τότε ψάλλονται καθημερινώς Παρακλήσεις και γίνονται Λειτουργίες με μεγάλη συμμετοχή πιστών. Η εικόνα επιστρέφει με λιτανεία στον Ναό της προ της Πεντηκοστής. Ο Άγιος Κωνσταντίνος είναι ναός πού ανήκε παλαιά στην πατρική μου οικογένεια και η νότια πλευρά του ορίζει το κηπάρι του πατρικού μας σπιτιού, στο οποίο διέμενε ο κτήτωρ του Ι.Ν. μακαριστός επίσκοπος Αμυκλών Ιωακείμ Μάστορας (+1773). Στο κέντρο του Ι.Ν. υπάρχει ο τάφος του.


_____________________________
* Γλωσσάρι
απόδιαβα = μετά
κάονας = γλάρος
αξετίμωτη = ανεκτίμητη
μου κάστηκε = μου φάνηκε


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 06 Jan, 2018, 22:07:08 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παράπονο...

Στάσου διαβάτη Παξινέ κοντά μου που διαβαίνεις
κι είναι σα να μη με θωρείς κι ούτε να με γνωρίζεις,
παλιέ μου γνώριμε ακριβέ, παλιέ καλέ μου φίλε,
που σου ’ταζα και σου ’δινα ό,τι πολύτιμο είχα,
σε σένα και στον κύρη σου, στη μάνα, στα παιδιά σου,
στον πάππου και στη νόνα σου γενιές κι αιώνες πίσω.

Ποτέ μου δεν απόκαμα, ποτέ δεν είπα «φτάνει»
κι ας μ’ έδερναν κακοκαιριές, κάψες και χιοναγέρες,
πιστά τα καλοκαίρια σου να ισκιώνω το λιοπύρι,
πιστά που ερχόταν χειμωνιά, να παίρνεις τον καρπό μου,
τον ακριβό μας θησαυρό, το ευλογημένο λάδι,
ν’ αρταίνεις τη νερολαδιά* και το ψωμί το φρέσκο,
ν’ ανάβεις τη λαδοφωτιά* να φέγγει στο σκοτάδι
και με το λαδοφάναρο τις νύχτες να φωτίζεις.

Στη στια* να καίει το δαυλί*, το τσάκνο* να σπιθίζει,
να μαγειρεύει η μάνα σου το δείπνο και το γιόμα
και στο τραπέζι το ροΐ τη φτώχεια να πλουταίνει.

Στις εκκλησιές, στα μνήματα να καίνε τα καντήλια
και στου σπιτιού την κάμαρη, ψηλά στο εικονοστάσι
κι άλλο καντήλι ακοίμητο την πίστη να μετράει.

Οι πίλες* σου ξεχείλιζαν κι οι ξέστες* κι οι καπάσες*
να τρέφεις τη φαμίλια σου, να την καλοπορεύεις
και πέρσσευε το λάδι σου να κάνεις καλοσύνες.

Κι ήταν ο μόχθος σου πολύ κι ο κόπος σου περίσσιος
κι ο ίδρωτας στο μέτωπο σαν ποταμός κυλούσε,
κι είχες τον ύπνον ελαφρύ στου αναπαμού το στρώμα.

Με βλέπεις τώρα; ρήμαξα κι η ομορφιά μου εχάθη
κι έχω πικρό παράπονο που δίνω και δεν παίρνεις
και μ’ άφησες ακλάδευτη κι αλίπαντη και χέρσα
και λόγγιασαν στη ρίζα μου τα βάτα και τα βράχλα*
κι οι γρέμπες* μου σωριάστηκαν και μένουν γκρεμισμένες
κι απόμεινα άγονη, άκαρπη και περιττή και στείρα.

Μα σαν τη μάνα που σχωρνά, τη μάνα που προσμένει,
μένω κι εγώ και καρτερώ κι ό,τι έχω στο χαρίζω,
την πράσινή μου φυλλωσιά να ισκιώνει το Νησί μας,
να ζωγραφίζει τη στεριά, τις θάλασσες να βάφει
κι όλοι να λέν’ «σαν τους Παξούς άλλο νησί δεν έχει».

_____________________________
* Γλωσσάρι
νερολαδιά = ριγανάδα
λαδοφωτιά = λυχνάρι
στια = φωτιά
δαυλί, τσάκνο = ξερά ξύλα από ελιά
πίλες, ξέστες, καπάσες = πήλινα δοχεία διαφόρων μεγεθών για την αποθήκευση του λαδιού
βράχλα = φτέρες
γρέμπα = μάντρα, ξερολιθιά


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:39:58 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Εκείνο το ταξίδι

Έλα αδελφέ μου να σου πω, να θυμηθούμε πάλι
εκείνο το φθινόπωρο κι εκείνο το ταξίδι,
τότε που δρόμοι στεριανοί και δρόμοι του πελάγου
μας ξαναφέραν στους Παξούς, στο πατρικό μας σπίτι.

Ξημέρωσε και φώτισε κι ο ήλιος δε μας καίει,
γιατ’ είν’ τα λιόδεντρα ψηλά και κρύβουν τις αχτίδες
κι έχουν πυκνά τα λιόκλαρα και τη δροσιά σταλάζουν.

Σήκω να δεις στην αφοδιά*, να κάτσεις στο παγκούλι*
κι είν’ ο πατέρας μας εκεί και συντροφιά προσμένει.
Και ξαναφαίνει* η μάνα μας κρατώντας το κουκούμι*
κι αχνίζει ο κριθαροκαφές και μοσχοβόλια αφήνει.
Φέρνω κι εγώ κρύο νερό με τη μεγάλη πίντα*
κι από τ’ αρμάρι* κουβαλώ στο πέτρινο τραπέζι
πιατέλα γαριτσιώτικη* με παξινά κουλούρια.
Κι όσο να βάλουμε καφέ στα πήλινα γαδίνια*,
να κι αρεβάρε* η νόνα μας και κλείνει την παρέα.
Τι χάρη μας εγίνηκε κι έσμιξε η φαμελιά μας
μετά από χρόνια και καιρό που ’μαστε χωρισμένοι.

Δεν πρόλαβα να τους το πω για τη χαρά που πήρα
κι ακούστηκε μια τουφεκιά κι ένα τρυγόνι φεύγει
και μείναμε να σου μιλώ, να σου θυμίζω πάλι
εκείνο το φθινόπωρο κι εκείνο το ταξίδι…

_____________________________
* Γλωσσάρι
αφοδιά = αυλή
παγκούλι = σκαμνάκι
ξαναφαίνει = παρουσιάζεται
κουκούμι = μπρίκι
πίντα = κύπελο από αλουμίνιο
αρμάρι = ντουλάπι
γαριτσιώτικη = πήλινη
γαδίνι = φλυτζάνι
αρεβάρω = φτάνω


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:41:10 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στον Αϊ-Δημήτρη

Κάθε που φεύγει η χειμωνιά με τα πολλά τα κρύα,
κάθε που ανθίζει η άνοιξη και φτάνει καλοκαίρι,
μακρύ ταξίδι ξεκινώ κι ο λογισμός με φέρνει
στους χρόνους που διαβήκανε, στους τόπους που προσμένουν.

Θέλω ν’ ανέβω στο χωριό προτού βραδιάσει η μέρα,
εκεί στα Δαλιετάτικα, στης μάνας μου το σπίτι,
γιατί τους έταξα να ’ρθω και περιμένουν όλοι.
Και κόβω δρόμο απ’ τη Μερτιά και φτάνω μάνι μάνι
μα το πορτόνι είναι κλειστό και να ’μπω δε μ’ αφήνει
κι έμεινα απόξω και κοιτώ και κράζω και βρικάζω*.
Πρώτη φωνή και δεύτερη κι απόκριση δεν παίρνω
και με την τρίτη τη φωνή ανοίγει το πορτόνι.

Και περπατώ στο ξάφοδο* κι άχνα δεν αγροικιέται
και προχωρώ στην αφοδιά* και ψάχνω να τους εύρω.
Πώς έγινε κι αφήκανε άκοφτα τα χορτάρια
κι είναι σωρός τα λιόφυλλα κι είναι τ’ αγκάθια λόγγος;
Πώς έγινε κι είναι κλειστά πόρτες και παραθύρια
και δεν τις ασβεστώσανε τριγύρω τις πεζούλες;

Αλάφιασα και σάστισα και σφίχτηκε η καρδιά μου
και στέγνωσε το στόμα μου και δροσισμό γυρεύω.
Ένα σκαλί δρασκέλισα κι ήρθα κατά τη στέρνα,
μα είναι κομμάτια το σκοινί κι είναι τ’ αγγειό* σπασμένο
και το καπάκι σκούριασε πάνω στο χεροστόμι*.

Κι απλώνω χέρι στη ροδιά να κόψω ένα ρόδι
κι απλώνω και στη λεμονιά να κόψω ένα λεμόνι,
μα είν’ η ροδιά κατάξερη κι η λεμονιά πεσμένη.

Και τότε ακούγεται νταν… νταν… καμπάνα να σημαίνει
–κάποιο παιδί περαστικό το πήρε για παιχνίδι–
και κίνησα σκυφτά κι αργά κατά τον Αϊ-Δημήτρη.

_____________________________
* Γλωσσάρι
βρικάζω = φωνάζω δυνατά
ξάφοδο = χώρος πριν την αυλή
αφοδιά = αυλή
αγγειό = κουβάς
χεροστόμι = άνοιγμα της στέρνας


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 02:01:15 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70718
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στους Πλάνους*

Άλλο καλό δε μου ’τυχε τη σημερνή τη μέρα,
που ήρθα ξανά το σούρουπο στης Λάκκας το Φανάρι
κι ολόγυρα περπάτησα και στην αυλή του μπήκα
κι απ’ τα σκαλιά τα πέτρινα έφτασα στο μπαλκόνι
κι αγνάντεψα το πέλαγο κι ανάσανα το μπάτη.

Κι έριξα κάτω τη ματιά κι αγκάλιασα τους Πλάνους,
να τους χτυπάει η θάλασσα κι απάνω τους ν’ αφρίζει
και σ’ είδα που περίμενες και συντροφιά δεν είχες.
Και παίρνω την κατηφοριά, πατώ μερτιές και βάτα
κι ούτε που το κατάλαβα πώς βρέθηκα κοντά σου.
Έλα να σκαρφαλώσουμε στα κοφτερά τα βράχια
κι απ’ τις κουφάλες τις βαθιές να μάσουμε τ’ αλάτι
κι αν είν’ τα πόδια μας γυμνά, ο πόνος δε μας νοιάζει.
Έλα να βρούμε χουχουλιούς*, να πιάσουμε καβούρια,
να βγάλουμε και πάτελες* με μυτερό μαχαίρι.
Στις ξέρες έχει όνερα* καλά για τη σαλάτα
κι είναι πολλά τα τσίμπαλα* στα βράχια φυτρωμένα.
Με όλα τούτα τ’ αγαθά γέμισε το κανίστρι*
και σταυροκοπηθήκαμε για του Θεού τα δώρα.

Άναψε στια* στο κουζινί, να βράσουν οι πατάτες
και στο γουδί το πέτρινο τη σκορδαλιά να φτιάσεις
κι εγώ να στρώσω στη στιγμή το καθαρό μεσάλι*
κι όλα να τα ’βρουν έτοιμα σε λίγο που θα ’ρθούνε.
Δεν απολείπει τίποτα απάνω απ’ το τραπέζι,
τα τσίμπαλα με σκορδαλιά κι οι χουχουλιοί πιλάφι
κι οι πάτελες ορεχτικό μαζί με τα καβούρια.
Στη μέση το λαδότυρο και το ζεστό καρβέλι
κι αντιπαξιώτικο κρασί μέσα στο μπουκαλέτο*.

Κι εκεί που κάναμε σταυρό και κάτσαμε να φάμε
ολομεμιάς αστράφτει φως και τ’ όνειρο το σβήνει
κι απόμεινα να στέκομαι στου Φάρου το μπαλκόνι
και με τα μάτια μου θολά ν’ αχνοθωρώ τους Πλάνους.

_____________________________
* Γλωσσάρι
Πλάνοι = βραχώδης ακτή των Παξών
χουχουλιοί = σαλιγκάρια της θάλασσας
πάτελες = πεταλίδες
όνερα = θαλασσινά χόρτα
τσίμπαλα = χόρτα που φυτρώνουν σε γκρεμούς και βράχους
κανίστρι = καλάθι
στια =φωτιά
μεσάλι = τραπεζομάντηλο
μπουκαλέτο = κανάτα πήλινη


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:42:38 by wings »


 

Search Tools