Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι

wings · 38 · 37436

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ο Γλάρος

Στον αδελφό μου Μιχάλη

Τον κάονα* τον ήξερα λευκό θαλασσοπούλι
μες στο γαλάζιο τ’ ουρανού και στο γλαυκό του πόντου
ν’ ακολουθεί τη ρότα μας και να φτεροκοπάει
τότε που το καΐκι μας για τους Παξούς τραβούσε.
Και μια βραδιά τον γνώρισα με τ’ άλλο τ’ όνομά του,
σαν ήταν να μπαρκάρουμε για θερινό ταξίδι
κι είδα το Γλάρο το καρί να καρτερεί στο μώλο
κι είδα το γλάρο ζωγραφιά στου καραβιού την πλώρη.

Πάνω ψηλά στη γέφυρα απίκου* ο καπετάνιος
κι οι ναύτες σκώνουν άγκυρα και λύνουνε τους κάβους.
Αγκομαχούν οι μηχανές κι αρχίζουν οι μανούβρες
κι ανάμεσα από τ’ άρμπουρα καπνίζει η τζιμινιέρα
κι ακούγεται το σφύριγμα κι ο Γλάρος να… σαλπάρει.
Μπουνάτσα έχει η θάλασσα, φυσάει το μαϊστράλι
κι ως τ’ ουρανού τα πέρατα φέγγουν σελήνη κι άστρα
κι αντιφεγγίζουν στα νερά του καραβιού τα φώτα.
Και στρώνει η μάνα καταγής μια μαλακιά κουβέρτα
σε μια άκρη στο κατάστρωμα και πέσαμε στον ύπνο,
αφού το ναύλο το φτηνό τέτοιο κρεβάτι παίρνει…

Δεν ξέρω τι με ξύπνησε… πού έπιασε φουρτούνα;
πού λάλησεν ο κόκορας και φτερακάνε οι κότες;
όπου γαβγίζει το σκυλί και δυο αρνιά βελάζουν;
Ό,τι και να με ξύπνησε, χαρά ήτανε για μένα
να βλέπω στην ανατολή να χρυσολάμπει ο ήλιος,
να βλέπω τα σκαλώματα που πιάνει το καράβι,
στον Αστακό, στο Μύτικα, στη Σάμη, στο Φισκάρδο
κι απ’ την Ιθάκη να τραβά ίσια για τη Λευκάδα
κι ύστερα από την Πρέβεζα πλώρη για το Νησί μας.

Πολύ το σκαμπανέβασμα κι η όστρια* ανεβαίνει
κι είναι τα κύματα θεριά κι αφρίζει το κανάλι,
μα ο Γλάρος καλοτάξιδος στα σίγουρα αρμενίζει
και φτάνοντας το σούρουπο, το Γάη καβαντζάρει*
και το νησί της Παναγιάς… και σταματάει αρόδο*.
Δυο βάρκες κάτω καρτερούν, χορεύοντας στο κύμα
κι από την ανεμόσκαλα για τη στεριά μας παίρνουν.

Πάει καιρός που τέλειωσαν του Γλάρου τα ταξίδια,
μα οι γλάροι που φτεροκοπούν, μου τα θυμίζουν πάντα.

_____________________________
* Γλωσσάρι
κάονας = γλάρος
απίκου = ορθός
όστρια = νότιος άνεμος
καβατζάρει = παρακάμπτει
αρόδο = ανοιχτά


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:43:30 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ο περίπλους

Βροχή φθινοπωριάτικη κι άνεμος και φουρτούνα
κρατούν δεμένα τα σκαριά… κι εγώ είχα λογαριάσει
να φέρω γύρω τους Παξούς, να χαιρετήσω πάλι
τα βράχια και τα πέλαγα, τις γράβες* και τις σπιάντζες*.
Κι ήρθε το απομεσήμερο κι ημέρεψε ο σιρόκος*
στο ίσκιωμα της συννεφιάς, στου απόβροχου τη γλύκα
επήρα τον κατήφορο για το Λογγό να πάω.
Βρήκα μια ξέρα κι έκατσα στου λιμανιού την άκρη
κι έβλεπα μελαγχολικά, όσο έφτανε η ματιά μου,
ν’ ασπρογαλιάζει* η θάλασσα, να δέρνεται το κύμα
και να παφλάζει βουερό ανάμεσα στα βράχια.
Κι ο παφλασμός παίρνει φωνή και μου μιλάει το κύμα.

Για σένα οι δρόμοι είναι κλειστοί, για μένα ολάνοιχτοι είναι,
κι αφού δεν μπόρεσες να πας, διάβηκα εγώ και πήγα
στις σπιάντζες που χαιρόσουνα, στα πρώτα σου τα χρόνια,
που έπεφτες και κολύμπαες… βουτιές και μακροβούτια…
Απ’ τη Γλυφάδα πέρασα κι από το Μονοδέντρι
κι από το Λάκκο, τον Ορκό κι από το Μαϊστράτο.
Ύστερα τρέχω απέναντι και βρίσκω το Κανόνι
και προχωρώ στου Χαραμή και φτάνω στο Κομμένο.
Τέτοια νερά σμαράγδινα, τέτοια νερά ζαφείρια
ούτε είδα ούτε απάντησα στους πόντους που γυρνάω.

Ο άνεμος εφύσηξε και τράβηξα στους Πλάνους*
κι αντάμωσα το Κάτεργο* που στ’ ανοιχτά αρμενίζει.
Μέσα στις γράβες τρύπωσα και χάιδεψα τις φώκιες
και κάνω τόπο να διαβούν πηδώντας τα δελφίνια
κι ο κάονας* ψάχνει τροφή και τον καλωσορίζω.
Σε λίγο, σε πεντέξι οργιές, μπροστά μου ο Ερημίτης*
πανύψηλος, κατάκορφος, όλος μεγαλοσύνη,
με τα λευκά τα βράχια τους και τα γλαυκά νερά του.
Τώρα για τον Ορθόλιθο* ακολουθώ τη ρότα,
το γίγαντα που ορθώνεται ολομεσίς του πόντου.
Κατά νοτιά πορεύομαι και βρίσκομαι στ’ Αχάι*
όπου ροχθούν τα κύματα μες στις σπηλιές ορμώντας.
Και να, προβάλλει ο Αχάντακας* κι ο Τρυπητός* πιο κάτω,
δυο άγια δώρα του Θεού, δυο θαύματα της φύσης.

Και τότε αστράφτει και βροντά κι οργίζεται ο σιρόκος
και μελανιάζει ο ουρανός κι η θάλασσα μανιάζει
και σπάει το κύμα αλύπητα στην ξέρα τη δικιά μου.
Το ’να το χέρι σήκωσα στ’ ογρό* το πρόσωπό μου,
με τ’ άλλο αργοχαιρέτησα… και κίνησα να φύγω
και σμίξανε στα μάτια μου το κύμα με το δάκρυ.

_____________________________
Σημείωση
Ο γύρος των Παξών με καΐκι αποτελεί μια υπέροχη και μοναδική εμπειρία.


_____________________________
* Γλωσσάρι
γράβες = παραθαλάσσια σπήλαια, φωλιές της φώκιας και του δελφινιού
σπιάντζες = παραλίες για κολύμπι
σιρόκος = νότιος (και ΝΑ) άνεμος, θερμός και υγρός
ασπρογαλιάζει = αφρίζει
Πλάνοι, Ερημίτης, Αχάι = άγριες, απόκρημνες ακτές
Κάτεργο = τεράστιος μαύρος βράχος ανοιχτά των Παξών που θυμίζει σκάφος
Ορθόλιθος, Τρυπητός = βράχοι εξαιρετικής μεγαλοπρέπειας και αγριότητας
Αχάντακας = υπέροχο θαλάσσιο σπήλαιο


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:44:32 by wings »



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ο Παπαγεράσιμος

Σε κοίταζαν στοχαστικά τα παιδικά τα μάτια
μέσα σε μιαν ασπρόμαυρη, παλιά φωτογραφία,
με το πλατύ σου μέτωπο και τη λευκή γενειάδα
και με το βλέμμα σου ιλαρό, καρτερικό, καθάριο
κι ανάερο χαμόγελο στα χείλη σου γραμμένο.

«Σχολάρχης και πρωθιερεύς»… για καύχημά τους σ’ είχαν
και τ’ όνομά σου κράτησαν στολίδι στη γενιά μας
κι όλο για σε μιλούσανε κι όλο άκουγα για σένα
κι όσο τα χρόνια φεύγανε, δεν σώπαιναν να λένε.
Τώρα οι φωνές λιγόστεψαν και θα σβηστούν σε λίγο,
μα εγώ ακόμα έχω φωνή κι έχω βαθιά μου πόθο
να φανερώσω Γέροντα πως πάντα σε θυμάμαι
και δρόσισμα είν’ η μνήμη σου και το μνημόσυνό σου
μες στο λιοπύρι της ζωής, στη δίψα της ελπίδας.

Θησαύρισμα η διαθήκη σου, στο μνήμα χαραγμένη,
μα ο χρόνος με τη λησμονιά τα γράμματα τα σβήσαν
κι ως έβαλα το θυμιατό κι άναψα το καντήλι
θαρρώ μια απόμακρη φωνή ν’ ακούγεται να λέει:
«Πήρα την κλήση του Θεού κι είμαι δικός Του θύτης,
παπα-Αναστάσης Μάστορας πατέρας και γενιά μου.
Στης Κέρκυρας εσπούδασα το Ιερό Σχολείο
κι είμαι παπάς και δάσκαλος κι έμαθα την Αλήθεια,
για να τη σπείρω στους Παξούς χωρίς φειδώ και κόπο
και να θερίσω τους καρπούς πλούσιους κι ευλογημένους,
όταν βρεθώ στη μέλλουσα ζωή του Παραδείσου».

Γέροντα, δε βλασταίνει πια ο σπόρος ο δικός σου,
άλλες αλήθειες ψάχνουμε κι άλλους καρπούς ζητάμε
κι αυτή τη μόνη κι ακριβή κι ατίμητη Αλήθεια
άλλοι την αρνηθήκαμε κι άλλοι την πολεμάμε
κι άλλη δεν το θελήσαμε να μάθουμε για κείνη
κι όσα κληρονομήσαμε, τα ρίξαμε στη λήθη.

Κάνε μια δέηση για μας, να ξαναβρούμε πάλι
τ’ άξια και τ’ άγια της ζωής, που τα ’χουμε ξεχάσει.

_____________________________
Σημείωση
Ο ιερέας και δάσκαλος Γεράσιμος Μάστορας-Παπαγεράσιμος (1819-1894), παππούς του αείμνηστου πατέρα μου, υπήρξε ένας από τους ιερείς των Παξών, οι οποίοι, όπως αναφέρει ο κ. Ιω. Δόικας, συγγραφέας, πρώην Διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου Παξών, «με την ασκητική τους ζωή, το ηθικό τους παράστημα και τη διδασκαλία τους έγιναν παράδειγμα καλοσύνης και ανθρωπιάς των μεταγενεστέρων».

Η φωτογραφία του κοσμεί το σπίτι της αδελφής του πατέρα μου Δώρας Μάστορα, στα Μαστοράτικα.

Στον τάφο του, που βρίσκεται στον ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στα Μαστοράτικα, διαβάζουμε:
«Κλῆσιν Γεράσιμος ἔσχον καὶ θύτης Ὑψίστου Ἐκθύτου, Ἀναστασίῳ πατρί, Μάστορας δὲ τὸ γόνει, ἐν τῷ Κερκύρας ἱερῷ φοιτωρίῳ φοιτήσας καὶ τὰ ἐκεῖθεν λαβῶν, ἔσπειρα ταῦτα ἀφειδῶς, ἴνα θερίσω πολλὰ ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ».

Μετάφραση & ερμηνεία από τον φιλόλογο κ. Ηλία Σκόνδρα:
«Εγώ, ο Γεράσιμος, είχαν την (ουράνια) κλήση και έγινα ιερέας του Υψίστου Αρχιερέως. Μάστορας λεγόταν η γενιά μου, από τον πατέρα μου, ιερέα Αναστάσιο. Και αφού φοίτησα στο Ιερό Σχολείο της Κέρκυρας και πήρα από εκεί (τα μαθήματα και τα διδάγματα της Αληθείας), τα έσπειρα πλούσια, για να θερίσω πολλά στη μέλλουσα ζωή».


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:45:52 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Τα παξινά πορτόνια

Τα παξινά τ’ απόβραδα ποτέ δεν τα ξεχνάω,
που κίναγα με τη δροσιά, λίγο πριν πέσει ο ήλιος,
μοναχικό περίπατο στων λιόδεντρων το δάσος.
Κι αντάμωνα στο δρόμο μου τα παξινά πορτόνια,
λιτά κι απλά και ταπεινά… άλλα από κυπαρίσσι
κι άλλα από λιόκλαδα χοντρά, καλοπελεκημένα.

Τον ίδιο τον περίπατο είπα και ψες να κάνω
κι ήθελα να ξαναδιαβώ τα ίδια μονοπάτια.
Μα όσο κι αν ψάχνω κι αν ζητώ, δε βρίσκω να πατήσω,
γιατί τα βράχλα* κι οι μερτιές μου κόβουνε το δόμο
κι όπου είχε σιάδι* εκρύφτηκε κι όπου στρατόνι εχάθη
κι όπου λιθιά* γκρεμίστηκε κι ο αρμακάς* με διώχνει.

Έλα, πετροχελίδονο, οπού πετάς τ’ αψήλου
και σκύψε και χαμήλωσε και πάρε με μαζί σου,
να πάμε για να ξαναδώ τα παξινά πορτόνια.
Πρώτα να πάμε εδώ κοντά, στη Ράχη, στο κηπάρι
και στο πορτόνι να σταθώ και μέσα να κοιτάξω
και να χαρώ τις λιόριζες και τον κυπαρισσώνα.
Κι ύστερα να περάσουμε στης γειτονιάς τα σπίτια
κι απ’ τα πορτόνια τα κλειστά τις αφοδιές να βλέπω,
να με λιγώνει η ευωδιά από τα τζατζαμίνια*,
να με θαμπώνει η ομορφιά από τις μπουκαμβίλιες,
να κάθονται οι γειτόνισσες τριγύρω στις πεζούλες
να σιγοκουβεντιάζουνε και να γλυκογελάνε,
γιατί ήρθε πια το σύθαμπο κι αφήκαν τις δουλειές τους.
Κι εγώ απόξω τους μιλώ και τις καλησπερίζω,
μα ούτε μια δε γύρισε μέσα να με καλέσει.

Έλα, πετροχελίδονο, σ’ άλλο πορτόνι πάμε∙
και φτάνουμε σε μια στιγμή έξω απ’ το κοιμητήρι
κι απ’ το πορτόνι κοίταξα και τους σταυρούς μετράω
κι από την άλλη τη φορά περσότερους τους βρίσκω.
Η εκκλησιά δυο βήματα και προς τα κει πηγαίνω,
για να τον πω στην Παναγιά τον πόνο της ψυχής μου,
που όλα τά ’βρηκα κλειστά τα παξινά πορτόνια,
μα μια αλυσίδα το κρατεί και τούτο το πορτόνι.

Και το πετροχελίδονο επέταξε κι εχάθη
και νύχτα απλώθη γύρω μου, νύχτα και στην καρδιά μου,
που δε θ’ ανοίξουνε ξανά τα παξινά πορτόνια.

_____________________________
* Γλωσσάρι
βράχλα = άγριες φτέρες
σιάδι = επίπεδο έδαφος
λιθιά = μάντρα
αρμακάς = σωρός από πέτρες
τζατζαμίνια = γιασεμιά


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:50:03 by wings »



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στων γερατειών τη νιότη

Γιατί φοβάμαι μη χαθούν οι θύμησες κι οι μνήμες,
σ’ έκραξα να μιλήσουμε κι αντάμα να τα πούμε,
τώρα που ακόμα μας κρατεί των γερατειών η νιότη.

Καλόμεροι* όσοι ζήσαμε στ’ αγύριστα τα χρόνια,
που το Νησί μας έμοιαζε τόπος του Παραδείσου,
τότε που δεν αλλάζαμε με όβολα* τη γη μας
κι όσα είχαμε μας φτάνανε κι ας ήτανε και λίγα.
Καλόμεροι! Τα σπίτια μας στα λιόδεντρα κρυμμένα,
καλλίμορφα κι απέριττα με αφοδιές* και μόντζους*,
λογίζονταν αρχοντικά κι ας ήταν μετρημένα
κι ο ήλιος που τα φώτιζε, ζέσταινε τις καρδιές μας.
Καλόμεροι στις σπιάντζες* μας διάπλατες και καθάριες,
με τα κατάλευκα γουλιά* και τ’ άγρια τα βράχια,
να κολυμπάμε λεύτερα στα ξάστερα νερά τους
και στ’ ανοιχτά οι τράτες μας τα δίχτυα να γεμίζουν.
Καλόμεροι! κι ο λιόριζες, θεόρατες σαν κάστρα,
με τις σοδειές, με τα ντρουβειά*, τα λάδια, τα σαπούνια,
να είν’ οι καπάσες* ξέχειλες κι οι πίλες* μας γεμάτες
κι οι νερολιές και οι θρουμπολιές το πιο καλό προσφάι
με το ψωμί το σπιτικό και το λιτό μας δείπνο.
Καλόμεροι, που η πίστη μας, ασάλευτη για χρόνια,
έχτισε εξήντα εκκλησιές και τέσσερις ακόμα,
να ’χουμε να δεόμαστε και Κυριακές και σχόλες
και ν’ απαντάμε το Θεό στο κάθε μας το βήμα.

Τώρα γυρνώντας στους Παξούς, συντρίβεται η ψυχή μου
κι αναλογίζομαι πικρά τη βάσκανη τη μοίρα,
που απόνετα τα πλήγωσε των λιόδεντρων τα δάση,
που αλύπητα τις μόλυνε τις σπιάντζες τις καθάριες
και ρήμαξε τις ριζολιές που φύλαξαν οι αιώνες
και άδειασε τις εκκλησιές, ξεγράφοντας την πίστη.

Τώρα που ακόμα μας κρατεί των γερατειών η νιότη,
κάνουμε ευχή και προσευχή η βάσκανη η μοίρα
να προσπεράσει… να μη δει το πατρικό μας σπίτι,
να το ’χουμε γι’ απαντοχή, να μας προσμένει πάντα.

_____________________________
* Γλωσσάρι
καλόμεροι = καλότυχοι
όβολα = χρήματα
αφοδιά = αυλή
μόντζος = εξώστης
σπιάντζα = παραλία
ντρουβειό = ελαιοτριβείο
γουλιά = πέτρες
καπάσα = κιούπι
πίλα = δοχείο από λαμαρίνα για αποθήκευση λαδιού


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:50:50 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ανεμογιάννης

Προς του Γιαννά που πήγαινες είδες το παλικάρι;
Τον είδες τον πυρπολητή με το δαυλό στο χέρι,
να στέκει ολόρθος κι άφοβος στης βάρκας του την πλώρη;
Για τη γενιά του ρώτησες; Έμαθες τ’ όνομά του;
Σου είπε πως είν’ πολεμιστής, ναύτης της Μπουμπουλίνας,
πως είναι ο Γιώργης Παξινός, είν’ ο Ανεμογιάννης
και τα εικοστρία χρόνια του τα ’δωκε στην πατρίδα;

Σαν άκουσε την προσταγή απ’ τους καπεταναίους,
μόνος του ξεπετάχτηκε να πάρει το μπουρλότο,
μόνος ν’ ανάψει το δαυλό, να πιάσει το τιμόνι,
μόνος να βάλει τη φωτιά στην τούρκικη φρεγάτα.
Μα οι φλόγες που θεριεύουνε, δεν καίνε τη φρεγάτα…
τη βάρκα του τυλίγουνε… κάνουν το φλόκο στάχτη…
κι ολόγυρα το ζώνουνε τ’ άξιο το παλικάρι,
οπού βουτάει στη θάλασσα και το μπουρλότο σπρώχνει
και κολυμπάει σαν το θεριό να φτάσει στη φρεγάτα.
Τούρκικα βόλια πέφτουνε, μα ο Γιώργης δε δειλιάζει
κι ο καπετάνιος πρόσταξε και δυνατά φωνάζει:
– Γύρισε πίσω, Παξινέ, παράτα το μπουρλότο.
Κι ο ήρωας ο Παξινός απόκριση του δίνει:
– Ζητάμε, αδέλφια, λευτεριά για τη χρυσή Πατρίδα,
την πίστη να κρατήσουμε… για τούτα πολεμάμε
κι αν είναι νά ’ρθει ο θάνατος, τιμή για μας και δόξα.
Ήταν τα λόγια τα στερνά… κι οι Τούρκοι τόνε πιάνουν,
τον δένουν… τον σουβλίζουνε… και ζωντανό τον καίνε
και το καμένο του κορμί, φλάμπουρο το σηκώνουν.

Και διάβηκαν και πέρασαν δύο αιώνων μέρες
κι ο Γιώργης ο πυρπολητής με τα εικοστρία χρόνια
στέκεται ολόρθος κι άφοβος στης βάρκας του την πλώρη
και διαφεντεύει τους Παξούς με το δαυλό στο χέρι.

_____________________________
Σημείωση
Το καλοκαίρι του 1821 θυσιάζεται για την Πατρίδα, σε ηλικία 23 ετών, ο αγωνιστής Γεώργιος Ανεμογιάννης ή Παξινός που καταγόταν από τους Παξούς.
Η θυσία του πραγματοποιείται στην προσπάθειά του να πυρπολήσει τη ναυαρχίδα των Τούρκων, όταν ο ελληνικός στόλος πολιορκούσε τον τουρκικό, στο λιμάνι της Ναυπάκτου. Το μικρό μας Νησί, με περηφάνια κι ευγνωμοσύνη έστησε ορειχάλκινο άγαλμα στο λιμάνι του Γαΐου, στη θέση Γιαννά, που τον παρουσιάζει όρθιο στην πλώρη του πυρπολικού του με το δαυλό στο χέρι, καλώντας όλους να μνημονεύουμε τον σπάνιο ηρωισμό του και την μοναδική αυταπάρνηση και αυτοθυσία του.
Ο ορειχάλκινος ανδριάντας (έργο του γλύπτη Νικόλα) του Παξινού Πυρπολητού Γεωργίου Ανεμογιάννη (1798-1821) είναι στημένος από το 1966 στην παραλία του Γαΐου Παξών. Παρόμοιος ανδριάντας είναι στημένος από το 1972 και στην είσοδο του λιμανιού της Ναυπάκτου
.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:52:12 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ιωακείμ

Σπίτι μας πατρογονικό όπου μετράς αιώνες
και ζεις μ’ ακοίμητο φρουρό τον Άγιο Κωνσταντίνο,
σαν ταξιδεύω στους Παξούς και φτάνω στην αυλή σου
και βηματίζω και πατώ το πέτρινο κατώφλι
κι ανοίγω τα πορτόφυλλα με το παλιό κλειδί μας
ποτέ δε σ’ έβρηκα αδειανό, δε σ’ έβρηκα μονάχο.

Παντού στις άκρες, στις γωνιές και μες στις κάμαρές σου
πλανιέται κι ανασαίνεται η αύρα κι η σκιά του,
σαν τότε που τη νιότη του μαζί σου την περνούσε
και την ψυχή του ανάτρεφε με του Θεού τον πόθο.
Σαν τότε που τα σπλάχνα του μια φλόκα πυρπολούσε
και μια λαχτάρα πύρωνε τα βάθη της καρδιάς του,
να διακονίσει το Θεό, να Τον υπηρετήσει
και να Του κάμει προσφορά την ύπαρξή του όλη∙
ν’ ανέβει τους αναβαθμούς, να φτάσει πάνω πάνω
καλόγερος μα και παπάς, ακόμα και δεσπότης.
Σαν τότε που έχτιζε εκκλησιά, τον Άγιο Κωνσταντίνο,
για ν’ ανταμώνει το Θεό, να δέεται στ’ όνομά Του
και να λαξέψει μέσα εκεί την ύστερή του κλίνη.

Κι αποδημούσε κι έφευγε απ’ των Παξών το βράχο,
να φτάσει εκεί που «της ψυχής η διάθεση να κράζει»,
μα πού να πάει και πού να βρει τόπο σαν το νησί του
κι όσες φορές εμίσεψε, τόσες ξανάρθε πίσω.

Και μοιραζόταν λειτουργός στον Άγιο Κωνσταντίνο,
στους Ταξιάρχες του Λογγού και πάνω στον Άι-Γιώργη
κι οι εκκλησιές γεμίζανε με προσευχές και κόσμο.
Κι όση είχε χάρη απ’ το Θεό, μόνος δεν την κρατούσε,;
μα απλόχερα τη μοίραζε σ’ αυτούς που τη ζητούσαν.
Παπάδες χειροτόνησε δεκάδες και δεκάδες,
για να προσφέρουν στο Θεό ευάρεστη λατρεία,
να ψάλλουν τους εσπερινούς, να κάνουν λειτουργίες
και «άπαντα να επιτελούν τα της ιεροσύνης».

Μα δεν εξέφυγε κι αυτός απ’ την πικρή τη μοίρα,
που κυνηγάει τους δυνατούς και δέρνει τους γενναίους,
δεν τον προσπέρασε ο διωγμός, δεν του ’λειψε η οδύνη
κι απόμεινε μοναχικός εκεί ψηλά που ανέβη,
αφού κανείς δεν ένιωσε τους πόθους της ψυχής του.

Τώρα κοιμάται ο Γέροντας στον Άγιο Κωνσταντίνο,
κοιμάται κι αναπαύεται διακόσιους τόσους χρόνους
κι όσες φορές τον προσκυνώ στην ύστερή του κλίνη
παρακαλώ και δέομαι, ζητώντας την ευχή του,
την «εκ νεκρών ανάσταση» να προσδοκώ μαζί του.

_____________________________
Σημείωση

Επίσκοπος πρώην Αμυκλών (Λακωνίας)
Ιωακείμ Μάστορας ο Παξινός [+1692-1773(4)]


Έμαθα για τον «Ιωακείμ», τον «Δεσπότη», όταν γνώρισα τους Παξούς, στα πρώτα παιδικά χρόνια. Το σπίτι που μέναμε στα Μαστοράτικα ήταν το δικό του σπίτι. Σ’ αυτό έζησε και δίπλα έχτισε την εκκλησιά του Αγίου Κωνσταντίνου, κατασκευάζοντας στο κέντρο του ναού και τον τάφο του, δεκαπέντε χρόνια πριν από το θάνατό του. Στεκόμουν μπροστά στην επιτάφια πλάκα που τον σκεπάζει, αποφεύγοντας προσεκτικά να την πατήσω και συλλάβιζα με δυσκολία το επίγραμμα με τα κεφαλαία γράμματα:

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ
ΜΑΣΤΟΡΑ ΕΚΤΗΤΟΡΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΑΥΤΗΣ
ΠΡΟΣΔΟΚΩ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΝΕΚΡΩΝ, αψνη’


Με δέος και θαυμασμό παρατηρούσα την ωραία και σε φυσικό μέγεθος ελαιογραφία που εικόνιζε τον επίσκοπο με την αρχιερατική του στολή να ευλογεί. Η ελαιογραφία αυτή φυλασσόταν μέχρι πρόσφατα στο γειτονικό σπίτι της συγγενικής μας οικογένειας Μάστορα-Μικρούλη. Τώρα βρίσκεται στο μέγαρο της Ι. Μητροπόλεως Κερκύρας.

Οφείλω πολλές ευχαριστίες στον εξαίρετο ερευνητή και συγγραφέα κ. Ιω. Δόικα, τέως διευθυντή του Ιστορικού Αρχείου Παξών, διότι από το έργο του «Επίσκοπος Ιωακείμ ο Μάστορας ο Παξινός» άντλησα πολλές και έγκυρες πληροφορίες για την προσωπικότητα και τη δράση του Επισκόπου, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως «μια μεγάλη εκκλησιαστική φυσιογνωμία» για τους Παξούς.


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:55:50 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στ’ όνειρο

Ο ύπνος με προσπέρασε το χτεσινό το βράδυ
και μ’ άφησε να ξαγρυπνώ κι όλο να βολοδέρνω
και ν’ αριθμώ τις πίκρες μου και του καημούς του κόσμου.
Κι ήταν πολύ το μέτρημα κι ήταν πολλή η ξαγρύπνια
κι έψαξα νά ’βρω βάλσαμο, να με παρηγορήσει
και το φευγάτο ύπνο μου να τόνε φέρει πίσω.

Γυρνοβολώ στο ψάξιμο και φτάνω στο λιμάνι
και βρίσκω εκεί να καρτερούν αράδα τα καΐκια
του μπαρμπα-Λάμπη του Κουτσού και δίπλα του Μαντέλα,
πιο κει του Μπίκα, του Καρρά, κοντά του Σταματέλου
κι ολομεσίς του λιμανιού ο «Γλάρος», το καράβι.

Και τώρα εγώ σε ποιο να μπω, με ποιο να ταξιδέψω;
Κι έγινε θάμα ξαφνικά κι όλα γινήκαν ένα
και μπάρκαρα κι αρμένισα με το νοτιά στην πρύμη
κι ήτανε πρίμος ο καιρός κι ήρθαμε πριν να φέξει
και με το φως της χαραυγής αράξαμε στη Λάκκα.

Σκιές εδώ, σκιές εκεί στο μώλο καρτερούνε
κι είν’ όλες γνώριμες σκιές, ψυχές αγαπημένες,
μα απ’ όλες οι πιο γνώριμες ήτανε των γονιών μου
και πήγα και τους πρόσπεσα και τους φιλώ τα χέρια
και τους ζητώ συγχώρεση κι ευχαριστώ τους λέω,
ευχαριστώ που μου ’δωκαν τέτοιο Νησί πατρίδα,
συχώρεση που ξέμεινα στην ξενιτιά μακριά τους
και κάπου-κάπου στ’ όνειρο σιμά τους ταξιδεύω.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:57:17 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Η Μάσιγγα

Τότε, στα καλοθύμητα τα πρώτα μου τα χρόνια
σ’ έβλεπα να πορεύεσαι στο γαϊδουράκι απάνω
με την ομπρέλα σου ανοιχτή για τον καυτό τον ήλιο
την ίδια που σε σκέπαζε και σε βροχές και μπόρες.
Κι άκουγα που μιλούσανε σεβαστικά για σένα
πως ήσουνα η Γιάτρισσα για το νησί μας όλο,
κι όπου είχε αρρώστια έτρεχες να τους γιατροπορέψεις,
τους άρχοντες και τους φτωχούς, γέρους, μικρούς, μεγάλους
κι αρχοντικό και φτωχικό ήταν για σένα ίδια.

Δεν την ψηφούσες τη βροχή, δε λόγιαζες το κρύο,
την κάψα δεν τη μέτραγες, τη νύχτα δεν σκιαζόσουν,
τον κόπο τον εξέχναγες, τον ύπνο λησμονούσες
κι ούτε λογάριασες ποτέ πόσο μακρύς ο δρόμος.
Διάβαινες ασταμάτητα από μιαν άκρη σ’ άλλη
και πάσχιζες και γιάτρευες θέρμες και κεφαλάριες
κι όπου πονούν τα μάτια τους κι όπου πονούν τ’ αυτιά τους
κι όπου ήταν ετοιμόγεννες για να τις ξεγεννήσεις
και σ’ όλα τα πληγώματα και σ’ όλα τα πονίδια
είχες εσύ το γιατρικό να δώσει την υγειά τους.

Σαν έμπαινες στα σπιτικά, έμπαινε ήλιου αχτίνα,
έμπαινε μάνα κι αδερφή και γιάτρισσα και φίλη
κι είχες στοργή στο μάλωμα κι αγάπη στην ορμήνεια
κι αντί να πάρεις πληρωμή –πού να ’βρουν να πληρώσουν–
άφηνες πάντα κάτι τι κάτω απ’ το προσκεφάλι.

Εγιάτρευες, μονάκριβη, κοντά εξήντα χρόνους,
εξήντα χρόνους πλήρωνες τον όρκο και το χρέος,
τόσο μεγάλο κι ακριβό και χιλιοπληρωμένο
με τη ζωή σου ολόκληρη, μ’ ό,τι είχες και δεν είχες.
Εκεί που σ’ αναστήσανε, λευκομαρμαρωμένη,
διαβαίνω και σε χαιρετώ, σκύβω και προσκυνάω
και σου ζητώ να δέεσαι απ’ τ’ ουρανού τα μέρη
στο δρόμο που τον άγιασες κι εμείς να πορευτούμε.

_____________________________
Σημείωση

Η ιατρός Μάσιγγα Μητσιάλη (1895-1982)

Η Μάσιγγα Μητσιάλη γεννήθηκε στη συνοικία Μποϊκάτικα Παξών. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε επί μια διετία με υποτροφία στη Βιέννη. Υπηρέτησε για δυο χρόνια στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, κοντά στον καθηγητή Τσάκωνα, ο οποίος συνήθιζε να λέει: «Το αυτί της Μάσιγγας είναι ανώτερο από τα ιατρικά όργανα».
Το 1924 επιστρέψει στους Παξούς, όπου μέχρι το τέλος της ζωής της άσκησε την ιατρική υποδειγματικά, υψώνοντάς την στη θέση που της ανήκει, αυτήν του λειτουργήματος και της αποστολής, αντισταθμίζοντας την έλλειψη των μέσων και τις δυσκολίες των συνθηκών με την απαράμιλλη αυταπάρνηση, αυτοθυσία και αυτοπροσφορά της. Το Νησί μας, ευγνωμονώντας την, έστησε την προτομή της στον προαύλιο χώρο του Κέντρου Υγείας Παξών.


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:58:28 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Αύγουστος

Κάθε που φτάνει ο Αύγουστος μετρώ και λογαριάζω
πόσοι διαβήκαν Αύγουστοι και στους Παξούς δεν πήγα
για να γεράσω να χαρώ τον πιο καλό μας μήνα,
όπου οι ψηλόκορμες ελιές κι ο δροσερός μαΐστρος
κι οι ξάστερες οι θάλασσες με κάνουν να ξεχνάω
την κάψα του καλοκαιριού, το πύρωμα του ήλιου,
την πλήξη των μεσημεριών, του ύπνου τον ιδρώτα.

Κι ήρθε και πάλι ο Αύγουστος και στους Παξούς δεν πήγα,
μα απ’ του Νησιού μου τα καλά και τις πολλές τις χάρες
ένα καλό στερήθηκα κι ένα καλό μού λείπει,
που είναι Δεκαπενταύγουστος κι η Παναγιά γιορτάζει
κι εγώ δεν αξιώθηκα να τήνε προσκυνήσω,
εκεί στο μοναστήρι της και στο τερπνό νησί της.

Να ’ρχόταν ένας Αύγουστος και στους Παξούς να πάω
κι ας μη με καρτερεί κανείς στου λιμανιού το μώλο
κι ας πάρω δίχως συντροφιά για το χωριό το δρόμο
κι άδειο ας βρω το σπίτι μας και σιωπηλό και μόνο,
φτάνει ν’ ακούσω να λαλούν του Αυγούστου τα τζιτζίκια
και ν’ αγναντέψω να πετούν του Αυγούστου τα τρυγόνια,
να με φωτίσει ολόλαμπρο του Αυγούστου το φεγγάρι
και ν’ ανασάνω αχόρταγα το μυρωμένο αγέρι,
που το πυρώνει η θάλασσα, η ρίγανη, το θρούμπι,
τα κυπαρίσσια κι οι μερτιές, οι ελιές και τα σχινάρια.

Να μπω σε βάρκα με κουπιά, να λάμνει ο βαρκάρης
και στο νησί της Παναγιάς, εκεί να πάει ν’ αράξει
κι ευθύς απ’ τα πλατύσκαλα στην εκκλησιά να τρέξω
και στην εικόνα Της μπροστά τα γόνατα να κλίνω
κι όλο μου το παράπονο να πω και να τ’ ακούσει,
που είναι Δεκαπενταύγουστος κι είναι γιορτή μεγάλη
κι εγώ δεν αξιώθηκα να ’ρθω να προσκυνήσω.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 01:59:46 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Στην Παπαντή

Χαρά στους που την άχραντη της Παπαντής εικόνα
στ’ άξια τα χέρια υψώνουνε κι ευλαβικά κρατούνε
κι οδοιπορούν στο ανθόστρωτο, το αρχαίο μονοπάτι,
στου τράφου την κατηφοριά… μετά στην ανηφόρα…
κι αργοπατούνε ύστερα μες στου χωριού τη στράτα,
που την ισκιώνουν λιόφυτα κι ο ήλιος δεν τη βλέπει
και φέρνει προς την Παπαντή, την εκκλησιά την άγια,
καμάρι και προσκύνημα και σκέπη του Νησιού μας.
Κι ακολουθούν και ψέλνουνε οι ψάλτες κι οι παπάδες
κι από κοντά οι προσκυνητές την Παναγιά υμνούνε
και φτερουγάει η Παράκληση κι ως τα ουράνια απλώνει
μαζί με το λιβανωτό από τα θυμιατήρια,
σμίγοντας μπρος στην Παναγιά τις προσευχές του κόσμου
με τα δοξολογήματα, που τραγουδούν οι αγγέλοι.

Κι εφάνη μεγαλόπρεπο, περήφανο κι ωραίο
να στέκει το καμπαναριό κι ολούθε ν’ αγναντεύει
κι απ’ τα ψηλά τα λιόδεντρα ψηλότερα να φτάνει
και μελωδούν τα σήμαντρα κι ηχούνε οι καμπάνες,
γιατί ξανά στο θρόνο της η Παπαντή γυρίζει.

Τι θάλπος μες στην εκκλησιά που συναχτήκαμε όλοι,
όπου ανάβουν τα κεριά και καίνε τα καντήλια,
που λάμπουνε πολύτιμες στο τέμπλο οι εικόνες
κι η Πλατυτέρα ολόστοργη στην κόχη στ’ Άγιο Βήμα
και στα δεξιά η Χάρη Της, στον πέτρινό Της θρόνο
κι εμείς προσφέρουμε ασπασμούς, τάματα και μετάνοιες
και με ωδές ασίγητες Της ψάλλουμε το «Χαίρε».

Κι άγγιξε η κατάνυξη τα μύχια της ψυχής μου
κι ο γλυκασμός κι η χαρμονή μού βούρκωσαν τα μάτια
και προς τα πάνω κοίταξα το δάκρυ μου να κρύψω
κι είδα δυο τρούλους ουρανούς κι αγγέλους να πετάνε
και γύρω να κυκλώνουνε την Παναγιά στον ένα
και να δοξάζουν το Χριστό, στον τρούλο το μεγάλο.

Τότε σα να λυτρώθηκα από τα κρίματά μου
και γύρισα στη Χάρη της, στον πέτρινό της θρόνο
κι έκλινα γόνυ ταπεινό και δέηση Της κάνω
να μοιάζει με την ώρα αυτή η ώρα η στερνή μου.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 06 Jan, 2018, 22:09:07 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ο Πάππους μας

Δεν ήξερα πώς να σε βρω στη Λάκκα, στο λιμάνι,
μονάχος σου να κάθεσαι στου μώλου το πεζούλι,
με την τραγιάσκα την παλιά στο ασπρόμαλλο κεφάλι,
με το πουκάμισο ανοιχτό και γυριστά πατζάκια,
με τα ποδάρια σου γυμνά στις πλάκες να πατούνε
και τη θαμπή σου τη ματιά τη θάλασσα να βλέπει
και να μου δείχνεις στ’ ανοιχτά την τράτα που γυρίζει
και τις ψαρόβαρκες γραμμή στο μώλο αραγμένες.

Κι εγώ πασχίζω και κοιτώ, ψάχνοντας γύρω-γύρω,
μα ολούθε πλήθος τα σκαριά και δάσος τα κατάρτια
κι απάνω τους σκοντάφτουνε τα μάτια βουρκωμένα
κι απ’ το σκληρό το σκόνταμα πληγώνεται η καρδιά μου
που δε μ’ αφήνουνε να δω της θάλασσας την άπλα.

Και όπως κάνω να σ’ το πω, πάππου, φευγάτος είσαι
και στο σοκάκι έτρεξα, να σε προλάβω θέλω
κι έφτασα στη Χαρίκλεια κι είχες εκεί αράξει
πίνοντας δυνατό καφέ, όπου μοσχοβολούσε.
Αλλού απ’ τη Χαρίκλεια φρέσκο καφέ δεν πίνεις,
αφού τη νύχτα ξάγρυπνη κι αυτή και τα παιδιά της
στη στια* τον καβουρδίζουνε, στο μπρουστουλί* γυρνώντας
κι απέ τον κοπανίζουνε στο πέτρινο γουδί τους.
Κι έκατσα δίπλα σου κι εγώ κι είπες να με τρατάρεις
μ’ αντί καφέ εδιάλεξα να πάρω τσιτσιμπύρα*
και μόλις την εφέρανε, ανοίγω το μπουκάλι
κι ακούστη σμπάρο* δυνατό κι αφριά* πολλή σκορπιέται
κι ήπια και θαραπάηκα* ξεχνώντας τον καημό μου.

Σήκω να πάμε στο χωριό, κοντεύει μεσημέρι
κι η νόνα θα μας καρτερεί κι η θεια η Αγγελίνα,
αλλά προτού κινήσουμε μια κι είμαστε στην πιάτσα*
ένα ψωμί να πάρουμε απ’ του Αρετού το φούρνο
και στην ταβέρνα του Σουρή καλό κρασί να βρούμε.

Και τότε φεύγεις και τραβάς κατά το μώλο πάλι
και βγάζεις το μαντίλι σου, τέσσερις κάνεις κόμπους
και ίσα-ίσα χώρεσε μια λίτρα* μαριδάκι,
που ο Αγγελής σου φύλαξε σαν ήρθε με την τράτα.
Κι όπως κοιτάζεις για να δεις της θάλασσας την άπλα
ολούθε πλήθος τα σκαριά και δάσος τα κατάρτια
κι απάνω τους σκοντάφτουνε τα μάτια τα θαμπά σου
κι από το σκληρό το σκόνταμα πληγώνεται η καρδιά σου,
και ξεψυχά η εικόνα σου και σβήνεται η μορφή σου.

_____________________________
* Γλωσσάρι
στια = φωτιά
μπρουστουλί = καβουρδιστήρι
τσιτσιμπύρα = αναψυκτικό
σμπάρο = κρότος
αφριά = αφρός
θαραπάηκα = ευχαριστήθηκα
πιάτσα = αγορά
λίτρα = μονάδα βάρους


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 02:09:39 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Η θεια η Εριφύλη

Μέσα στη βιάση του καιρού, στο τρέξιμο του χρόνου
σβήστηκαν τόσες θύμησες, χάθηκαν τόσες μνήμες,
μα φύλαξα σα θησαυρό, κράτησα σα χρυσάφι,
να τις καλώ και να ’ρχονται να με παρηγορούνε,
μορφές οπού φωτίσανε τον όρθρο της ζωής μου.

Και σήμερα θυμήθηκα τη θεια την Εριφύλη,
ψηλόκορμη, χλωμή, γλυκιά, με τα καφέ σκουτιά* της,
να κρύβει τ’ αραιά μαλλιά στην καφετιά μαντήλα
και με τα μάτια τα γλαρά, πάντα χαμηλωμένα,
πίσω από τα γυαλάκια της χαμόγελα να στέλνει.
Σαν τη θωρούσα μου έμοιαζε από σκιά πλασμένη
καθώς δειλά και σιωπηλά εσίμωνε κοντά μας,
καθώς αθώα και ταπεινά καθόταν σε μιαν άκρη
κι όταν εμίληνε* θαρρείς λαλούσε ένα πουλάκι
κι η ανταύγεια που τη φώτιζε ήταν η καλοσύνη.

Καμιά φορά τ’ απόγιομα, κινούσαμε να πάμε
κει κάτω, στ’ Απεργιάτικα, στο αρχοντικό της σπίτι,
που μοναχή το στοίχειωνε κι έρμη το κατοικούσε,
αφού της έταξε η ζωή σύντροφο να μην εύρει.
Κι άστραφτε τότε από χαρά και άνοιγε η καρδιά της
κι έτρεχε ευθύς στην αφοδιά* νεράντζια να μαζέψει
για να τα ζίψει* στη στιγμή, να κάμει νεραντζάδα
και λουκουμάκια πατρινά να φέρει από τ’ αρμάρι*
και ώριμα παυλόσυκα* κι ευωδιαστές μπουρνέλες*
και του Θεού μύρια καλά να βρει να μας τρατάρει
κι ύστερα δροσερό νερό να βγάλει από τη στέρνα,
που είχε το χεροστόμι* της στο κουζινί στη μέση.

Καθώς περνούσε ο καιρός, ήρθε ένα καλοκαίρι
που αρμενίσαμε ξανά για τ’ ακριβό Νησί μας,
μα δεν την ξαναβρήκαμε τη θεια την Εριφύλη,
που έφυγε και ταξίδεψε τ’ αγύριστο ταξίδι.

Όταν τη συλλογίζομαι κι όποτε τη θυμάμαι,
πάντα ο ίδιος στεναγμός… πάντα το ίδιο δάκρυ…
όχι για εκείνη που κρατώ στη μνήμη της καρδιάς μου,
αλλά γιατί το χάσαμε το αρχοντικό της σπίτι,
που ήταν πατρογονικό… και τώρα είναι ξένο…

_____________________________
* Γλωσσάρι
σκουτιά = ρούχα
εμίληνε = μιλούσε
αφοδιά = αυλή
ζίφω = στίβω
αρμάρι = ντουλάπι
παυλόσυκα = φραγκόσυκα
μπουρνέλες = δαμάσκηνα
χεροστόμι = το άνοιγμα της στέρνας


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 02:09:02 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Εσπερινός το Δεκαπενταύγουστο

Τα πανηγύρια στους Παξούς τα συλλογιέμαι πάντα,
που ήταν χαρά κι αναψυχή στα πρώτα μου τα χρόνια,
καθώς ερχόταν η γιορτή και μ’ έπαιρνε η νόνα
νωρίς για τον εσπερινό, νωρίς στη λειτουργία
κι ύστερα για τις βίζιτες, για τους πανηγυριώτες
κι όλοι μαζί τ’ απόγιομα να πάμε για το γλέντι.
Μα μέσα απ’ όλες τις γιορτές κι όλα τα πανηγύρια,
το πρώτο και καλύτερο ήταν της Παναγίας,
της Παναγιάς που έχει γιορτή στις δεκαπέντε Αυγούστου.

Μέσα απ’ αυτή τη συλλογή πετάει ο λογισμός μου
και δρασκελίζει στη στιγμή τους τόπους και τους χρόνους
και ν’ αρμενίζω βρίσκομαι με τη μικρή βενζίνα,
παραμονή τ’ απόγιομα, ντούκου-ντούκου τραβώντας
για το Νησί της Παναγιάς και για την Κοίμησή της.
Κι αστράφτει μέσα η εκκλησιά και λάμπουν τα καντήλια
και σιγολιώνουν τα κεριά κι υμνολογούν οι ψάλτες
κι όλοι οι παπάδες δέονται κι ο διάκος θυμιατίζει
κι η ευωδιά των λουλουδιών με το λιβάνι σμίγει.
Ολόγυρα πιστές ψυχές την Παναγιά δοξάζουν
κοντά στον Επιτάφιο τον ανθοστολισμένο
και ξαγρυπνούν ανύσταχτες, που η Παναγιά κοιμάται
κι από καρδιά προσεύχονται στη Δέσποινα του κόσμου
όπου λυγμός και ταραχή και πόλεμος κι ανάγκη
να δίνει ειρήνη και χαρά, παρηγοριά κι αγάπη.

Κι ως τέλειωσε ο Εσπερινός και κίνησε η βενζίνα
πλέοντας στα γλαυκά νερά πλάι στον Άι-Νικόλα,
πέρα στο Γερομόναχο φέγγει ο τόπος όλος
κι είναι η πλάση πάμφωτη κι η θάλασσα ασημένια∙
και κοίταξα στον ουρανό του Αυγούστου το φεγγάρι
μετέωρο κι ολόγιομο στ’ άπειρο να πλανιέται,
να λάμπει, να στραφοκοπά κι ασήμια να σταλάζει.

Της Παναγιάς ο Εσπερινός εύφρανε την ψυχή μου
κι η φεγγαρόφωτη νυχτιά χάρμα για τη ματιά μου
κι είπα, τούτη η κατάνυξη ποτέ να μην τελειώσει,
μα το καΐκι άραξε μες στου Γαγιού τον κόρφο
και βρέθηκα αλλού κι αλλού να συλλογιέμαι μόνο.

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 02:08:30 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70104
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Μεσαύγουστος

Μεσαύγουστος και γιορτασμός και μέγα πανηγύρι
κι απ’ άκρη σ’ άκρη ο τόπος μας χαίρεται και γιορτάζει
που είναι η γιορτή της Παναγιάς κι η Κοίμησή Της είναι
και λαχταρούμε οι Παξινοί να πάμε στο Νησί Της,
στο βράχο των Βελλιανιτών, που έχει το μοναστήρι
κι έχει αιωνόβια εκκλησιά, ναό της Παναγίας.

Και σαν ροδίζει η χαραυγή, σαν ανατέλλει ο ήλιος,
κανείς δε μένει στο χωριό τέτοια μεγάλη μέρα
και με τα κυριακάτικα, τα γιορτινά μας ρούχα
όλοι στην πιάτσα* τρέχουμε μπαρκάρισμα να βρούμε.
Κι από του Γάη ξεκινούν και βάρκες και καΐκια
κι από τη Λάκκα, απ’ το Λογγό σαλπάρουν οι βενζίνες
και φέρνουν κόσμο στο Νησί, που πάει να προσκυνήσει
κι αράζουνε κι αδειάζουνε και πάλι πίσω πάνε
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει.
Κι όσο να βγούμε στη στεριά σημαίνουν οι καμπάνες
κι ηχούν τα καμπανίσματα στα πέρατα του πόντου∙
και μπαίνοντας στην εκκλησιά που κάνει λειτουργία,
όλοι οι παπάδες των Παξών ψέλνουν στο Άγιο Βήμα
κι αντιφωνούν και μελωδούν οι πιο καλοί ψαλτάδες
και ψιθυρίζουμε κι εμείς μπροστά στην Παναγία
που εκοιμήθη κι έφυγε κι όμως κοντά μας μένει.

Και με το αμήν, το δι’ ευχών, αρχίζει η λιτανεία
και βγαίνει ο Επιτάφιος με φιόρα* στολισμένος,
βγαίνουν τα εξαπτέρυγα και τα λιβανιστήρια
κι ακολουθούμε οι πιστοί κι οι ψάλτες κι οι παπάδες
αργοπατώντας στο στρατί το χιλιοπατημένο
σύρριζα στο μαντρότοιχο, στο μοναστήρι γύρω.
Και χαμηλώνουν και πετούν λευκά θαλασσοπούλια,
να λιτανέψουνε κι αυτά με τους πιστούς αντάμα.

Και σαν τελειώσει η τελετή, πίσω ξανά γυρνάμε,
στον ισκιερό περίβολο, στην εκκλησιά απέξω
κι ολόγυρα καθόμαστε σε ξύλινα τραπέζια,
παίρνοντας ο καθένας μας πήλινο κανταρέλι*,
που έχει ζουμί και βοδινό ζεστό, καλοβρασμένο
και μας τρατάρουνε κρασί να πούμε και του χρόνου.

Ξανάρχεται ο μεσαύγουστος, το μέγα πανηγύρι
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει
κι αλέστα* είναι τα σκαριά στα παξινά λιμάνια,
μα δεν ευρέθηκε σκαρί κι εμένα να με πάρει,
κι ας τα φορώ της Κυριακής, τα γιορτινά μου ρούχα.

_____________________________
* Γλωσσάρι
πιάτσα = αγορά, λιμάνι
φιόρα = λουλούδια
κανταρέλι = μικρό, πήλινο, βαθύ πιάτο
αλέστα = έτοιμα

 
Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 02:07:57 by wings »


 

Search Tools