Author Topic: Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι  (Read 36921 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67234
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Μακάρι...

Αν τύχει νά ’ρθω στους Παξούς και να ’ναι καλοκαίρι
και να ’ναι μήνας Αύγουστος που τόσες χάρες έχει,
μακάρι να με πρόσμενε στο ελιόδασος κρυμμένο
ένα παλιό κι απέριττο λιθοχτισμένο σπίτι
με ξύλινα πορτόφυλλα και πράσινες φανέστρες*
και με κεραμιδιά σκεπή κι ασβεστωμένους τοίχους.
Να ’χει μισόφωτη μπασιά* κι ηλιόφωτη τη σάλα
και να ’χει και δυο κάμαρες με φτωχικά κρεβάτια
και στο μικρό μου κουζινί να ’χει γωνιά και φούρνο,
να ψήνω ζυμωτό ψωμί, στη στια* να μαγειρεύω.
Να ’ναι τα πιάτα στη σκατζιά*, τρόφιμα στη φερίδα*
και σε κασέλα ξύλινη να βάνω χώρια χώρια
τα διάφορα γεννήματα στα ζωντανά να δίνω.
Και πλάι στα δυο πελεκητά ξύλινα σκαλοπάτια
να βρίσκεται αυλακωτή, παμπάλαια καπάσα*
που απ’ της σκεπής την κάναλη*, σα βρέχει το χειμώνα,
να πιάνει βρόχινο νερό, να έχουμε για τη λάτρα.
Κι απόξω να ’χει αφοδιά* με μιαν ελιά στη μέση,
μ’ ένα τραπέζι πέτρινο κι ολόγυρα πεζούλες
και παρακεί πορτοκαλιά και λεμονιά πιο πέρα
και γλάστρες με γαρίφαλα μοσχοβολιά να στέλνουν.

Και να πηγαίνω το πρωί στου Χαραμή τη σπιάντζα,
που έχει σμαράγδινα νερά, ήμερα και καθάρια,
να κολυμπάω και να τραβώ ίσια κατά την μπούκα,
να ξεχωρίζω στο βυθό ν’ ασημολάμπει ο άμμος,
να καμαρώνω το σχολειό, στο Μαϊστράτο πέρα
και παραδώ ειρηνικό της Λάκκας το λιμάνι,
που έχει πολλές ψαρόβαρκες και λιγοστά καΐκια.

Και σα με πάρει η κούραση απ’ το πολιό κολύμπι
κι αλλάξω ρότα γρήγορα πίσω για να γυρίσω
ολομεμιάς στο γύρισμα ν’ αγάλλεται η καρδιά μου
καθώς θωρώ την Παπαντή με το καμπαναριό της
μες στα πυκνά τα λιόδεντρα στ’ αντικρινά τα πλάγια.

Να κάθομαι στη αφοδιά, ζεστό καφέ να πίνω
με συντροφή το λιόγερμα, τη δειλινή την ώρα.
Και σα νυχτώνει για καλά, να γέρνω να πλαγιάζω
και να ’χω το παράθυρο της κάμαρας λιμπρέτο*,
για να τρυπώνουν λεύτερα του φεγγαριού οι αχτίδες
και το άσμα το μονότονο που ψέλνει το τριζόνι
και το αλαφρό, νυχτιάτικο και δροσισμένο αγέρι.
Κι ύστερα ν’ αποκοιμηθώ κι έτσι να λησμονήσω
πως όλα αυτά είν’ αληθινά, μα πέρασαν για πάντα…

_____________________________
* Γλωσσάρι
φανέστρα = παράθυρο
μπασιά = είσοδος
στια = φωτιά
σκατζιά = ράφι
φερίδα = ντουλάπι
καπάσα = κιούπι
κάναλη = λούκι
αφοδιά = αυλή
μπούκα = είσοδος του λιμανιού
λιμπρέτο = μισάνοιχτο


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 02:07:14 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67234
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ήρθε μια νύχτα

Της μάνας μας της άρεσε χάραμα να ξυπνάει,
μπονώρα* να σηκώνεται και στη δουλειά να μπαίνει.
Και σαν ο ήλιος έβγαινε και φώτιζεν η μέρα,
στο παιδικό μου τ’ όνειρο, λίγο προτού ξυπνήσω,
άκουγα που μας έκραζε τ’ αδέλφια μου και μένα:
«Αστάτε* και ξημέρωσε και μεσημέρι φτάνει
κι είναι δουλειές να κάνουμε για μπάνιο πριν να πάμε».
Κι αφού τελειώναμε γοργά τις πρωινές φροντίδες
και τα δυο αγόρια τα μικρά το ρίχναν στο παιχνίδι,
να κάνω μια νυχιά* δουλειά με πρόσταζε η μάνα
κι απ’ την ψηλή την καρυδιά, στο κάτω το κηπάρι,
να κόψη καρυδόφυλλα να βράσει για να πιούμε.

Κι εκεί στο ξεκεράμωτο*, με τη γωνιά στην άκρη,
τσάκιζε τσάκνα* κι έβανε στη στια* καλά ν’ ανάψει
κι απόθωνε* στην πυροστιά το μαύρο κατσαρόλι,
που από την κάπνα την πολλή γινότανε πιο μαύρο.
Κι όλοι καλοχορταίναμε μ’ ελιές, ψωμί και λάδι
κι από μια πίντα καρυδιά που μύριζε καπνίλα.

Κι άκουγα τότε βέλασμα κυματιστό, καθάριο
κι έτρεχα ευθύς στην αφοδιά* κι έβρισκα στην πεζούλα
ελόου της* να κάθεται η νόνα η Κατσάρω*
κρατώντας την απ’ το σκοινί τη γίδα τη Ριρίκα
που είχε το χρώμα της λευκό με ολόμαυρα στολίδια
και κρεμασμένα στο λαιμό δυο άσπρα σκουλαρίκια.
Κι ενώ την εκαμάρωνα και τη χαϊδολογούσα,
με τον καλό τον τρόπο της με πρόσταζε η Κατσάρω:
«Την άρμεξα, τη σπέδισα* κι είν’ ώρα για να φύγει
και σύρε, κατσαρέλι μου, ν’ ανοίξεις το πορτόνι».
Και το πορτόνι τ’ άνοιγα και την ξεπροβοδούσα,
που πήγαινε να βρει βοσκή στις σκάλες* και στους τράφους.
Και στην κουζίνα ανέβαινε με κόπο η Κατσάρω
κι ανοίγοντας το κασετί* έβγαζε την τσαντίλα*
κι έπαιρνε μια νυχιά* πιτιά μέσα από τη μοσκέρα*
κι ύστερα το ’πηζε τυρί το γάλα της Ριρίκας,
να το ’χουμε τις Κυριακές προσφάι στο τραπέζι.
Ωστόσο εγώ να φροκαλώ* εκειόξω την αυλή μας
με μια αλιπίτσα* φουντωτή στο χέρι το δεξί μου
κι απ’ τους αρμούς ανάμεσα στης αφοδιάς τις πλάκες
να τα πετώ τα λιόφυλλα κρατώντας ένα τσάκνο.

Κι η μάνα που της άρεσε μπονώρα* να ξυπνάει,
ήρθε μια νύχτα κι έγειρε, πλάγιασε και κοιμήθη
και δεν μας έκραξε ξανά τ’ αδέλφια μου κι εμένα
κι ας βγαίνει ο ήλιος το πρωί κι ας φτάνει μεσημέρι.

_____________________________
* Γλωσσάρι
μπονώρα = νωρίς
μια νυχιά = λίγο
ξεκεράμωτο = μικρή αυλή
τσάκνα = ξερόκλαδα
στια = φωτιά
απόθωνε = έβαζε
πίντα = κύπελο από αλουμίνιο
αφοδιά = αυλή
ελόου της = του λόγου της
Κατσάρω = προσωνύμιο της νόνας μας, γιατί αποκαλούσε χαϊδευτικά τα παιδιά «κατσαρέλια»
σπεδίζω = δένω τα δύο πόδια της γίδας
σκάλες = κλιμακωτές επιφάνειες του εδάφους
κασετί = συρτάρι
τσαντίλα = τουλουπάνι
μοσκέρα = κλούβα για τα τρόφιμα
φροκαλώ = σκουπίζω
αλιπίτσα = αγκαθωτός θάμνος
τσαντίλα = τουλουπάνι


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 02:06:31 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67234
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Οι Κυριακές εκείνες

Στην εξαδέλφη μου Τίνα

Καθώς περνάς για το Λογγό ή για να πας στη Λάκκα,
εκεί στα Μαστοράτικα, στο τρίστρατο του Κάμπου,
μην προσπεράσεις βιαστικά, στάσου να χαιρετήσεις
το Χάνι απ’ τ’ αριστερά, τη στέρνα στα δεξιά σου
κι ας είν’ το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμένο
και για νερό δεν πάει κανείς κι η στέρνα έχει στερέψει.

Κι αν προχωρήσεις στο στρατί, μαζί σου εγώ δε θά ’ρθω,
θα βρω μια ελιά βαθύσκιωτη να κάτσω από κάτω,
να ’χω το Χάνι δίπλα μου κι αντίκρυ μου τη στέρνα,
να μου φανεί πως γύρισαν οι εποχές εκείνες
με την απλή μας τη ζωή και τις μικρές ανάγκες,
που με δουλειά, σκληρή δουλειά, περνούσε η βδομάδα
και Κυριακή τ’ απόγιομα μας μάζευε το Χάνι.

Κανένας δεν κατάλαβε πώς μες στο Χάνι μπήκα
κι ήτανε όλοι τους εκεί της γειτονιάς οι άντρες
στα τραπεζάκια συντροφιές κι όλοι σε μια παρέα
να περιμένουμε σειρά κι ο Νιάχας να σερβίρει
κι άλλοι να πίνουνε καφέ, να κάνουνε τσιγάρο
κι άλλοι να δοκιμάζουνε το πατρικό το ούζο
που το καΐκι του Κουτσού το ’φερε αυτές τις μέρες.
Κι άκουσα τις κουβέντες τους και τους συλλογισμούς τους,
πως φέτος έχουμε σοδειά κι ο κάθαρος* θ’ αρχίσει
και πρέπει να ραντίσουνε, το δάκο να προλάβουν.
Κατά την πόρτα κοίταξα κι η μάνα μέσα μπαίνει
κρατώντας απ’ το χέρι της τον πιο μικρό το γιο της
να τον φιλέψει θέλοντας πεντέξι καραμέλες
και βιαστικά έξω να βγει, μην την παρεξηγήσουν.

Κι εγώ την ακολούθησα, να της μιλήσω θέλω,
μα η μάνα μπαίνει στο χορό, στης στέρνας το αλώνι
οπού βαρούνε τα βιολιά στο χεροστόμι* γύρω
και όλες οι γειτόνισσες, γυναίκες και κορίτσια,
χορεύουν καλαματιανό και γλυκοτραγουδάνε
με μπαλαδόρα* τη Λενιώ, του Νιάχα τη γυναίκα,
που απ’ αυτή καλύτερα καμιά τους δε χορεύει.
Και συναλλάζουνε μπροστά κι οι άλλες οι κοπέλες
και φέρνουνε γυροβολιές κουνώντας το μαντίλι
κι όλα τα μάτια αστράφτουνε, τα στόματα γελούνε
και ξεχειλίζουν οι καρδιές από χαρά κι αγάπη.

Και βράδιασε και νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι
και χύνει το χλωμό του φως στο τρίστρατο του Κάμπου
κι αναθυμήθηκε κι αυτό και δάκρυσε μαζί μου,
γιατί είν’ το Χάνι έρημο, κλειστό, μανταλωμένο
κι ούτε χορός ούτε βιολιά στης στέρνας το αλώνι
και σβήσανε και χάθηκαν οι Κυριακές εκείνες…

_____________________________
* Γλωσσάρι
κάθαρος = καθαρισμός του εδάφους κάτω από τα ελαιόδεντρα
χεροστόμι = το άνοιγμα της στέρνας
μπαλαδόρα = η γυναίκα που σέρνει το χορό


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 02:05:47 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67234
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Το θάμα το χαμένο

Να είναι απομεσήμερο μουντό του φθινοπώρου,
νεφέλες να ’χει ο ουρανός, να ’ναι βροχή γεμάτες
και να σπαθίζουνε ψηλά σμήνη τα χελιδόνια
κι αλαργινά αστραπόβροντα ν’ αστράφτουν, να βροντάνε
κι απ’ τα πεσμένα λιόφυλλα, σύρριζα στο λιθάρια,
καρτερικά κυκλάμινα ν’ ανθοβολούν στο χώμα.
Κι εγώ να σιγοπερπατώ στα λιόδεντρα από κάτω,
να ψάχνω τα παμπάλαια που ήξερα μονοπάτια,
να προχωρώ, ν’ αντιδρομώ κι η γη να μην πατιέται,
ν’ αποζητώ τα σπιτικά που είχε το χωριό μας
κι άλλα να ’ναι χαλάσματα, πέτρινα απομεινάρια
κι άλλα έρημα και σιωπηλά και διπλοσφαλισμένα
και μόνο κάποια εδώ κι εκεί καινούρια να τα βλέπω,
μα δε μου μοιάζουν παξινά, δεν είναι απ’ τα δικά μας
κι ακούω κουβέντες και φωνές, μα παξινές δεν είναι.

Και τότε κοντοζύγωσα σε γνώριμο πορτόνι
και το ’σπρωξα… κι αφήνοντας δυο στεναγμούς ανοίγει
κι ως μπήκα μες στην αφοδιά* εγίνηκε ένα θάμα
και του πατέρα οι αδελφές, η Λένη και η Δώρα,
λες και δε λείψανε ποτέ απ’ το παλιό τους σπίτι
κι η μια με πέτρα παξινή γρέμπα* ψηλή να χτίζει
κι η άλλη νερό να κουβαλεί με λάτα* στο κεφάλι,
η μια να πηγαινόρχεται, να φέρει πελεκούδες*
κι η άλλη ν’ ανάβει στη γωνιά κούτσουρα κι αντιδαύλια
και ν’ αποθώνει* στη φωτιά νερό ένα καζάνι,
η μια να ρίχνει στο νερό τη στάχτη και τη δάφνη
κι η άλλη με καυτό νερό να πλένει στη μαστέλα*
και με σαπούνι σπιτικό τα ρούχα να τα τρίβει
και να ευωδιάζει το νερό, ν’ αστράφτουνε τα ρούχα.
Κι οι δυο να ζμώνουν κάθε οχτώ ψωμί σαράντα λίτρες*
κι όσο να γίνει το ψωμί το φούρνο να πυρώνουν,
να ψήνουνε ξαπεταχτές*, να πλάθουνε κουλούρια
για να γευτούνε τα παιδιά που παραστέκουν γύρω.
Και φτάνοντας τ’ απόγιομα, κει στην ελιά από κάτω,
να κάθονται στα ξύλινα, τα χαμηλά παγκούλια*
κι η μια να γνέθει το μαλλί με ρόκα και μ’ αδράχτι
κι η άλλη να πλέκει το τρικό ή μάλλινες φανέλες.

Κι ήθελα κάτι να τους πω, μα τρέμω και σωπαίνω,
μη χάσω του παλιού καιρού τις ακριβές εικόνες
και τότε ορμάει η βροχή κι όλα τα συνεπαίρνει,
και κλαίει η βροχή… κλαίω κι εγώ… το θάμα το χαμένο.

_____________________________
* Γλωσσάρι
αφοδιά = αυλή
γρέμπα = μάντρα
λάτα = τενεκές
αποθώνει = βάζει
πελεκούδες = ξύλα
μαστέλα = κάδος
λίτρα = μονάδα βάρους
ξαπεταχτή = ψωμί αγίνωτο που του προσθέτουν και λάδι
παγκούλι = σκαμνί
τρικό = πουλόβερ


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 06 Jan, 2018, 22:08:03 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67234
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινό καλοκαίρι

Πήρα και συλλογίζομαι πως έφυγε ο χειμώνας
κι άλλη χαρά δε γεύτηκα κι άλλη χαρά δε νιώθω
απ’ τη χαρά της προσμονής, νά ’ρθει το καλοκαίρι
και να περάσω στους Παξούς τους θερινούς τους μήνες,
μα να ’ναι απαράλλαχτοι σαν τα παλιά τα χρόνια,
που σμίγαμε όλοι οι χωριανοί συχνά στα πανηγύρια,
του Αϊ-Γιαννιού της ρίγανης, που ανάβαμε λαμπάτες*
και σβέλτα τις πηδούσαμε και βάναμε κληδόνους
να μάθουνε την τύχη τους οι όμορφες κοπέλες.
Στον Άγιο Παντελεήμονα, που γιατρειά χαρίζει,
όλοι μαζί χορεύαμε στη σκάλα* τη μεγάλη
συρτό και καλαματιανό και σταυρωτό και μπάλο,
καθώς επαίζαν τα βιολιά κι ηχούσαν τα λαούτα
και γλυκοτραγουδούσαμε τα παξινά τραγούδια.

Που τρέχαμε κάθε πρωί για μπάνιο στη Γλυφάδα,
αδέρφια, πρωτοξάδερφα και θειάδες και μανάδες
κι οργώναμε τη θάλασσα όμοια με τα δελφίνια
κι από την Πλάκα ρίχναμε βουτιές και μακροβούτια
κι ούτε τη λογαριάζαμε που έκραζε τη μάνα
πως στο νερό γρουδιάναμε* κι όξω να βγούμε ρίτα*.
Κι απάνω στ’ άσπρα τα γουλιά* μάς έκαιγε ο ήλιος
καθώς εκολατσίζαμε μιαν αγκωνή* με λάδι
κι από μια χούφτα νερολιές ή τούτσιο* λαδοτύρι
μαζί με καμιά πάτελα* που βρίσκαμε στις ξέρες.
Κι ύστερα ξεκινούσαμε για το χωριό πετώντας
κι ας ήτανε ανηφοριά και ας ήταν μεσημέρι.

Κι ως έφτανε το απόγιομα, το παξινό βραδάκι,
ένα βραδάκι όλο φως, όλο δροσιά και γλύκα,
μας έπαιρνε η μάνα μας στην ταχτική μας βόλτα,
να πάμε τον κατήφορο, στη Λένη και τη Δώρα.
Στην αφοδιά* καθόμαστε που έραβε η Τίνα,
που ήτανε το καμάρι μας, η πιο καλή μοδίστρα
κι είχε πολλές μαθήτριες να μάθουν το βελόνι.
Ολόγυρα οι γειτόνισσες, που ερχόνταν για κουβέντα,
η Πράξω και η Νίκολη, η Λόπη κι η θεια Αγάπη.
Λίγο πιο κει, στο ξάφοδο*, εμείς το παιδομάνι
επαίζαμε μονά-ζυγά με ζερβελοκουκούτσια*.

Μα πια δε θα χορέψουμε στα πανηγύρια εκείνα
κι ούτε θα σμίξουμε ξανά στο μπάνιο, στη Γλυφάδα
κι ούτε ξανά στην αφοδιά θα συναχτούμε όλοι
και το παιχνίδι τέλειωσε… και δε θα ξαναρχίσει…

_____________________________
* Γλωσσάρι
λαμπάτες = φωτιές
σκάλα = επίπεδη επιφάνεια εδάφους
γρουδιάναμε = ζαρώσαμε
ρίτα = αμέσως
γουλιά = χαλίκια
αγκωνή = άκρη ψωμιού
πάτελα = πεταλίδα
τούτσιο = λίγο
αφοδιά = αυλή
ξάφοδο = έξω από την αυλή
ζέρβελα = βερίκοκα


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 24 Aug, 2017, 09:52:50 by spiros »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67234
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Παξινές εικόνες

Πλήθος κι ακαταμέτρητες οι παξινές οι μνήμες
που δεν τις στέρεψε ο καιρός, δεν τις πειράζει ο χρόνος
κι όποτε ο νόστος ξεχειλά στα πίσω βηματίζει,
στην ακριβή μου, τη μικρή κι αλαργινή πατρίδα
και ταξιδεύω στους Παξούς με το σκαρί του νόστου.

Εκεί μυριάδες λιόφυτα θάλλουν κι ανθοβολούνε
πεντάψηλα, πλατύκλαδα που ακάματα καρπίζουν
κι όπως στη γη την πέτρινη τα λιόφυλλα σκορπάνε,
ριζώνουν σπόροι και καρποί, βλασταίνουν τα λιθάρια.
Εκεί παλιές ξερολιθιές κρατούν νερό και χώμα
στεριώνοντας, ποτίζοντας των λιόδεντρων τις ρίζες
και πέτρα πέτρα ανιστορούν πανάρχαια ιστορία,
που γράφτηκε με υπομονή από αργασμένα χέρια,
με αγάπη την τραχιά τη γη, με ποταμούς ιδρώτα.
Εκεί εκκλησιές και σπιτικά λιτά, πετροχτισμένα
κι ευγενικά αρχοντόσπιτα με μόντζους* και με βόλτα*,
που κρύβουν λύπες και χαρές και προσευχές αγιάζουν,
όπου σκεπάζουν κι ευλογούν τις παξινές φαμίλιες,
και νιάτα και γεράματα και κορασιές κι αγόρια.
Εκεί σχολειά περίτεχνα, σεμνά, ηλιολουσμένα,
κάστρα, ντρουβειά*, ανεμόμυλοι και στέρνες και κηπάρια
για να χορταίνουνε το νου με γράμματα και γνώση
και να δαμάζουν τον εχθρό, την πείνα και τη δίψα.

Εκεί στρατόνια και στενά, τράφοι, γκρεμά και ράχες,
να βόσκουνε τα πρόβατα, να ροβολάν τα γίδια
και να φυλάνε οι κυνηγοί ψάχνοντας για τρυγόνια
κι οι πατεράδες στο χωριό καβάλα να γυρνάνε.
Λιμάνια εκεί κι ακρογιαλιές, κάβοι και βραχονήσια,
που τα χτυπάει η όστρια, τα δέρνει η τραμουντάνα
και το χειμώνα η θάλασσα βογγομανά στα βράχια
και του πελάγου η βουή αντιλαλεί στις γράβες*
κι ανοίγουν ήμερη αγκαλιά το καλοκαίρι οι σπιάντζες*
και του μαΐστρου οι ριπές τις κάψες τις νικάνε.

Αχ ακριβή μου και μικρή κι αλαργινή πατρίδα,
σου τάζω και σ’ τ’ ορκίζομαι να μη σε λησμονήσω!

_____________________________
* Γλωσσάρι
μόντζος = εξώστης
βόλτα = καμάρες
ντρουβειό = ελαιοτριβείο
γράβες = θαλάσσια σπήλαια
σπιάντζες = παραλίες


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)
« Last Edit: 06 Jan, 2018, 22:02:38 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67234
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Εδώ τελειώσαμε με τα ποιήματα της συλλογής αυτής. Δεν σας κρύβω ότι θα μου λείψει η μεταφορά τους στο φόρουμ μας. Ήταν σαν να έμεινε κάπου στη μέση ένα όμορφο παραμύθι και σαν κάποιος να μου πήρε από τα χέρια αυτές τις υπέροχες παξινές εικόνες.

Για μια ακόμη φορά ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου την Ευτυχία Μάστορα γιατί έγραψε όλα τούτα τα μικρά στολίδια σε παξινό δεκαπεντασύλλαβο αλλά κυρίως γιατί μας εμπιστεύτηκε και μας παραχώρησε με τόση ευγένεια και καλοσύνη το δικαίωμα να δημοσιεύσουμε κατ' αποκλειστικότητα όλα τα ποιήματα της συλλογής αυτής.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σε όλους μας και πάντα «εις ανώτερα» στις λογοτεχνικές ενότητες του Τρανσλάτουμ όσον αφορά τη φιλοξενία νέων συγγραφέων και δημιουργών.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, προσωπική υγεία και ευτυχία στην ποιήτρια Ευτυχία Μάστορα, καλή επιτυχία στην ποιητική συλλογή που παρουσιάσαμε μέσα από τις σελίδες μας και, βέβαια, περιμένουμε με ανυπομονησία το επόμενο βιβλίο της.:-)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67234
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Η νόνα μας

Αχ και να γύριζαν ξανά τα χρόνια τα φευγάτα,
να ξαναζούσε η νόνα μας και να μας παραγγείλει
πολύ πως μας πεθύμησε και να μας δει πως θέλει.

Νωρίς-νωρίς ξυπνήσαμε και φύγαμε μπονώρα*
και περπατώντας ήρθαμε προτού το μεσημέρι
κάτω στα Διαλετάτικα, στης νόνας μας το σπίτι.
Κι ο γερο-Μάκης, ο παππούς, καθόταν στο παγκούλι*
και πρόσμενε να φτάσουμε και μέτραγε την ώρα
από τον ίσκιο του σπιτιού στης αφοδιάς* τις πλάκες.
Μα η νόνα μας δεν είναι εδώ… η νόνα μας πού πήγε;
Στο Μοθωνιό* κατέβηκε φρέσκο νερό να φέρνει
και να τη που ξανάφανε* κι ανοίγει το πορτόνι
και ξεβοηθάει* τη λάτα* της απάνω απ’ το κεφάλι,
ποθώνει* και τον ποδολό* απάνω στην πεζούλα
και σαν μας βλέπει χαίρεται και μας καλωσορίζει.

Ολημερίς η νόνα μας να βρίσκεται στο πόδι,
πότε να ζμώσει το ψωμί κι ύστερα να φουρνίσει,
πότε να πήξει το τυρί και του λαδιού και φρέσκο,
πότε να τρέξει στο μαντρί, ν’ αρμέξει, να ταΐσει
τα γίδια και τα πρόβατα που γύρισαν το βράδυ∙
κι άλλοτε νά ’βγει ανήσυχη, να κράξει την Μπελίτσα
και να φωνάξει τη Λευκή, την άσπρη προβατίνα,
γιατί κι οι δυο νυχτώθηκαν στις σκάλες* και στους τράφους
και δεν την ξαναπήρανε του γυρισμού τη στράτα.
Και μόλις έφεξε ο Θεός την άλλη την ημέρα,
μας ξύπνησεν η νόνα μας, να πάμε στο κηπάρι
να μάσουμε παυλόσυκα, προτού να βγει ο ήλιος.

Κι ο γερο-Μάκης, ο παππούς, που μέτραγε την ώρα,
δεν την εμέτρησε ξανά στης αφοδιάς τις πλάκες
κι ούτε ξανά προλάβαμε τον ήλιο στο κηπάρι
κι ούτε ξανά μας μήνυσε η νόνα μας να πάμε.
Αχ και να γύριζαν ξανά τα χρόνια τα φευγάτα…

_____________________________
* Γλωσσάρι
μπονώρα = νωρίς
παγκούλι = σκαμνάκι
Μοθωνιός = τοποθεσία με πηγάδι δημόσιας χρήσης
ξεβοηθάει = κατεβάζει
αφοδιά = αυλή
ξανάφανε = ήρθε
λάτα = τενεκές
ποδολός = πετσέτα τυλιγμένη γύρω-γύρω, που οι γυναίκες την έβαζαν στο κεφάλι και ακουμπούσαν το βάρος για να το μεταφέρουν
σκάλες = οι κλιμακωτές επιφάνειες του εδάφους στις οποίες φυτρώνουν τα ελαιόδεντρα
ποθώνει = ακουμπάει


Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005)