unsexy -> αντισεξουαλικός, αντισεξουαλική, αντισεξουαλικό, αντιερωτικός, δεν είναι σέξι, ξενέρωτος, ξενέρωτη, ξενέρωτο, ξενέ, ντεκαυλέ, ντεκαβλέ, αντικαβλέ, αντικούκου, ξενερούα, τη βλέπεις και σου πέφτει

spiros · 5 · 2562

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812600
    • Gender:Male
  • point d’amour
unsexy -> αντισεξουαλικός, αντισεξουαλική, αντισεξουαλικό, δεν είναι σέξι, ξενέρωτος, ξενέρωτη, ξενέρωτο

unsexy (comparative unsexier, superlative unsexiest)
Not sexy
(of research etc) Perceived as not having wide contemporary interest; plodding
unsexy - Wiktionary
« Last Edit: 04 Feb, 2020, 17:56:19 by spiros »


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Θα έλεγα:

sexy ->          σέξι, ερωτικά ελκυστικός
unsexy ->      μη σέξι, όχι σέξι, ερωτικά μη ελκυστικός
sexual ->       σεξουαλικός, που έχει σχέση με το σεξ, που αφορά την ερωτική επιθυμία ή πράξη
unsexual ->   μη σεξουαλικός
antisexual -> αντισεξουαλικός



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812600
    • Gender:Male
  • point d’amour
Μόνο που τα «μη σέξι, όχι σέξι, ερωτικά μη ελκυστικός» δεν είναι ιδιαίτερα ιδιωματικά / αντίστοιχα / ισοδύναμα σε επίπεδο ύφους. Π.χ. δεν θα ακούσεις κάποιον να λέει «ποπό, δεν θα πήγαινα με καμία κυβέρνηση μαζί της, είναι εντελώς μη σέξι / όχι σέξι / ερωτικά μη ελκυστική». Αυτό που θα μπορούσε βέβαια να πει είναι «δεν είναι καθόλου σέξι».

Βλέπε και παραδείγματα χρήσης της λέξης αντισεξουαλικός.
« Last Edit: 01 Sep, 2011, 02:00:20 by spiros »


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Τα είδα Σπύρο.
Βέβαια, κατά τη γνώμη μου, πιο πιθανό είναι να ακούσεις για ένα πρόσωπο το "δεν είναι σέξι" (που ορθώς παρατηρείς κι εσύ) παρά το "είναι αντισεξουαλικός/-ή". Από την άλλη μεριά αντικείμενα και καταστάσεις πιο εύκολα χαρακτηρίζονται "σεξουαλικά" και μή...

Στην "οικογένεια λέξεων" που ανέφερα παραπάνω να προσθέσω και το επίθετο:

asexual -> ασεξουαλικός, ανερωτικός




 

Search Tools