περιρρέουσα ατμόσφαιρα -> prevailing atmosphere, general feel, ambient atmosphere, environment, surroundings, general contextual factors, general impression, ambiance, ambience, mood, feel, feel and vibe, feel and atmosphere, feel and ambiance

spiros · 5 · 15840

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813140
    • Gender:Male
  • point d’amour
περιρρέουσα ατμόσφαιρα -> prevailing atmosphere, general feel, ambient atmosphere, environment, surroundings, general contextual factors, general impression


[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιρρέουσα [periréusa] Ε (βλ. Ο27) : στην έκφραση περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η διάχυτη σε ένα κοινωνικό περιβάλλον και κάπως αόριστη ηθική και πνευματική διάθεση· γενικό κλίμα, γενική ατμόσφαιρα.
[λόγ. θηλ. μεε. του αρχ. περιρρέω `ρέω γύρω γύρω΄]

Άλλα είναι αυτά που έχουν μεσολαβήσει. Όπως η στάση ορισμένων κρατών – μελών που έχουν σημαντικό ρόλο στην Ευρωζώνη. Όπως ένα κακό εκλογικό αποτέλεσμα σε τοπικές εκλογές… Όπως το Plan B, που ακούστηκε τις τελευταίες ημέρες.  Σε αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα πρέπει να δώσουμε μια απάντηση. Πρέπει να στερήσουμε από όλους τα επιχειρήματα, να μην αποτελέσουμε πρόσχημα για αρνητικές εξελίξεις.

Επιβολή τέλους ακίνητης περιουσίας μέσω λογαριασμών ΔΕΗ ανακοίνωσε ο Ευ.Βενιζέλος - Ειδήσεις - Οικονομία - in.gr
« Last Edit: 19 Feb, 2013, 14:22:28 by crystal »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813140
    • Gender:Male
  • point d’amour
περιρρέουσα ατμόσφαιρα -> ambiance, ambience, environment, surroundings, mood, atmosphere, feel, feel and vibe, feel and atmosphere, feel and ambiance

ambiance (plural ambiances)
A particular mood or atmosphere of an environment or surrounding influence.
(computer graphics, 3D models) A secondary color of a polygon that becomes more pronounced with shading.
https://en.wiktionary.org/wiki/ambiance#English

περιρρέουσα [periréusa] Ε (βλ. Ο27) : στην έκφραση περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η διάχυτη σε ένα κοινωνικό περιβάλλον και κάπως αόριστη ηθική και πνευματική διάθεση· γενικό κλίμα, γενική ατμόσφαιρα.
[λόγ. θηλ. μεε. του αρχ. περιρρέω `ρέω γύρω γύρω΄]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη







 

Search Tools