Author Topic: Γιώργος Θέμελης  (Read 226210 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65429
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Άγαλμα
« Reply #255 on: 26 Jun, 2018, 23:54:16 »
Γιώργος Θέμελης, Άγαλμα

[Ενότητα Το δίχτυ των ψυχών, II]

Αν δε σε περιγράψω στο βλέμμα μου, πώς να υπάρξεις,
Αν δεν εικονίσω την εικόνα σου.

Αν δε σε σχηματίσω στα χέρια μου, πώς να υπάρξεις,
Αν δεν ορίσω το σχήμα σου.

Αν δε σε γευτώ στα χείλη μου, πώς να υπάρξεις,
Αν δεν δοκιμάσω τη γεύση σου.

Πώς να υπάρξεις, να σταθείς
Στο φως ή μες στον ύπνο,
Άγαλμα ανάγλυφο, υπαρκτό.

Με τα μάτια σε πλάθω, με τα χείλη.

Στήνω στο σχήμα σου,
Οικοδομώ
Την ύπαρξή σου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα II (1970)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65429
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Μεσουράνιο φεγγάρι
« Reply #256 on: 26 Jun, 2018, 23:57:53 »
Γιώργος Θέμελης, Μεσουράνιο φεγγάρι

[Ενότητα Το δίχτυ των ψυχών, II]

Σ’ αναζητώ, σ’ αγγίζω, σ’ αφουγκράζομαι,
Το είναι σου αφουγκράζομαι τη σιωπή σου.

Περνώ μέσα στη νύχτα σου την πορφυρή.

Την πολύφωτη νύχτα σου, σα θάλασσα,
Θάλασσα κλειστή μες στις ακτές σου.

Θάλασσα διάφανη, βαθιά.

Όπου πλανιέται σιωπηλά το μεσονύχτιο φως,
Το μεσουράνιο κυρτό φεγγάρι σου, το φεγγερό μυστήριο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα II (1970)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65429
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Κοιμητήριο
« Reply #257 on: 27 Jun, 2018, 00:00:46 »
Γιώργος Θέμελης, Κοιμητήριο

[Ενότητα Το δίχτυ των ψυχών, II]

Το σπίτι σου έγινε
Η κλίνη σου, το κοιμητήριο.

Η γυμνότητα, το απέριττο ένδυμα.

Δεν είσαι
Άλλο
Ξένο σώμα.

Απόκρυφη αναδίπλωση του σώματός μου,
Διανομή της σάρκας μου και της ψυχής.

Η κένωσή μου είσαι,
Η κένωσή μου και η πλήρωση.

Η πλησμονή μου,
Η ερημία μου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα II (1970)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65429
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Κοινωνία
« Reply #258 on: 27 Jun, 2018, 00:35:45 »
Γιώργος Θέμελης, Κοινωνία

[Ενότητα Το δίχτυ των ψυχών, II]

Αγαπιόμαστε εμείς οι δυο,
Αγαπιόμαστε, αγαπούμε τα έρημα πράγματα.

Μαζεύουμε χείλη, σταλαγμούς, σπάνια δάκρυα,
Κρίνα σπαρμένα στις όχθες των ματιών.

Ό,τι ξεβράζει ο έρωτας, το αίμα, η μοναξιά.

Αγαπιόμαστε: στολιζόμαστε, βάζουμε άφθονα
Λουλούδια, αρώματα, ανάβουμε κι άλλα κεριά.

Βγάζουμε το πέπλο από το πρόσωπο,
Το θαμπωμένο προσωπείο.

Κοινωνούμε το σώμα και το αίμα σαν τους ετοιμοθάνατους.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα II (1970)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65429
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Έξω από μας
« Reply #259 on: 27 Jun, 2018, 00:59:35 »
Γιώργος Θέμελης, Έξω από μας

[Ενότητα Το δίχτυ των ψυχών, II]

Έξω από μας περνάει ο θάνατος,
Έξω απ’ τα παράθυρά μας.

Στεφανωμένος με κισσό,
Με μύρτο και κυπάρισσο.

Όχλος πολύς σέρνεται πίσω του.

Νεκροί και ζωντανοί,
Πεζοί και καβαλάρηδες.

Οι εκατόνταρχοι κι οι Λογχοφόροι.

Μια χλαλοή από κόκαλα,
Μια μουσική από τύμπανα.

Εμείς κρεμόμαστε απ’ τα χείλη μας.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα II (1970)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65429
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης: Σιγά-σιγά
« Reply #260 on: 27 Jun, 2018, 01:02:36 »
Γιώργος Θέμελης: Σιγά-σιγά

[Ενότητα Το δίχτυ των ψυχών, II]

Σκύψε ακόμα μέσα,
Κοίταξε.

Βλέπεις εκεί βαθιά
Τη θλίψη μου την αξερίζωτη;

Σιγά-σιγά
Απαλά
Κι ανώδυνα

Ξερίζωσέ την.

Σαν ένα καρφί, σαν ένα
Βότανο πικρό.

Με το φιλί,
Με το χαμόγελο.

Να μη ματώσουνε τα δάχτυλά σου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα II (1970)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65429
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Έπαρση
« Reply #261 on: 27 Jun, 2018, 01:06:24 »
Γιώργος Θέμελης, Έπαρση

[Ενότητα Το δίχτυ των ψυχών, II]

Είμαστε
Μέσα στην έπαρση
Σαν τα πουλιά.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα II (1970)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65429
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Αποδημία
« Reply #262 on: 27 Jun, 2018, 01:10:00 »
Γιώργος Θέμελης, Αποδημία

[Ενότητα Το δίχτυ των ψυχών, II]

Όταν δεν θα ’μαι πια,
Όταν θα ’χω σκεπάσει το πρόσωπο
Μ’ ένα θαμπό πανί, μια προσωπίδα,

Καθώς οι μεταμφιεσμένοι, οι προσωπιδοφόροι.

Όταν θα ’χω περάσει πέρ’ απ’ τα βουνά,
Τα σταθερά αμετάτρεπτα σύνορα.

Εκεί που παν και χάνονται τ’ αγύριστα ποτάμια.

Όταν θα ’χω μακρύνει, θυμήσου με.
Πες τ’ όνομά μου, φώναξέ με,
Μην ξεχαστώ, μην ξαστοχήσω.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα II (1970)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 65429
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιώργος Θέμελης, Αναμονή
« Reply #263 on: 24 Sep, 2018, 17:49:51 »
Γιώργος Θέμελης, Αναμονή

[Ενότητα Αναμονή]

Παρά τη νύχτα που έρχεται και τη βροχή,
Παρά τον ακατάσχετο άνεμο,
Επιμένω να συνεχίζω το μαρτύριο
Ν’ ανασκαλεύω το πάθος μου, την τύψη μου,

Όπως τη στάχτη και τη χόβολη.

Ως ν’ αγωνίζομαι να κάμω
Την τελευταία μου προσευχή,
Εδώ που βρέθηκα και καρτερώ.

(Τι καρτερώ μέσα σ’ αυτή την έρημο του χρόνου, τι περιμένω).

Μονάχος, άυπνος,
Σαν κάτω απ’ τη σκιά μου,
Μ’ έναν παλιό χιτώνα από πορφύρα.

Το ’δωσα το έχει μου, το είναι μου,
Το ’δωσα, το πούλησα,
Για ένα κομμάτι ψωμί,
Για λίγη αγάπη, για μια λέξη.

Τα ’δωσα όλα, αποκενώθηκα,
τροφή στα όνειρα, ψίχουλα στα πουλιά.


Δεν το ’ξερα πως είχα απάνω μου
Τόσα κρυφά καρφιά,
Να μην μπορώ να κάμω τίποτα,
Να γεννηθώ ή να πεθάνω,
Ν’ αλλάξω αίμα, υπόσταση,
Τη μοίρα μου.

Πόδια ανυπάκουα, χέρια στιγματισμένα
Σαν τον γυμνό και τον κρεμάμενο.

Ως να μου παίρνουν τη μνηστή κάτω από τα στέφανα,
Κάτω από τα φώτα των πολυελαίων.

Ως να μου βγάζουν την ψυχή.

Πώς υπομένουν το βάρος του,
Αμίλητα κι αστέναχτα,
Τα πετρωμένα αγάλματα,
Τι καρτερούνε τα βουνά.

***

Σιγά-σιγά, στάλα τη στάλα
Λιγόστεψε το φως.
Μέσα μου λιγόστεψε.

Ισκιώσανε τα μάτια μου, τα χείλη μου.

Φάσματα γύρω μου, κάρβουνα,
Παλιές σβηστές φωτιές,
Που κάποτε έκαψαν τα χέρια μου,
Καπνίζουν ακόμα, ξεψυχούν.

Στάχτη πέφτει στην όψη μου,
Καπνιά μες στον καθρέφτη μου.

Θαμπώνει αργά το σώμα μου, νυχτώνει.

Κόκαλα το ’χτισαν
Και το σκέπασαν άστρα
Και στάζει μέσα και μουλιάζει.

(Λάσπη και καταστάλαγμα,
Λάσπη μες στην ψυχή μου.)

Και θέλω ν’ ανασηκωθώ μες απ’ το βράδιασμα,
Να βάλω μια φωνή να πάει απάνω
Ως τ’ άφταστα ψηλά μεγάλα παράθυρα.

Πίσω τον ήλιο τον αμετάτρεπτο, πίσω τον άνεμο,

Να γυρίσω πίσω πρόσωπο, να πάρω πίσω
Τα παλαιά χαμένα βήματά μου.

Να τα καλέσω μέσ’ απ’ τον ύπνο, να τ’ αναστήσω:

Σηκωθείτε, αλλοτινά φθαρμένα μου ποδήματα,
Χέρια μου πρωτινά φτερά ξαναφυτρώστε.

Ως να με κυνηγούν ζώα, σκυλιά,
Και δεν μπορώ να κινηθώ,
Να πάρω την κομμένη ανάσα μου.

Απλώνεται η σκιά μου, μεγαλώνει.

Σκεπάζει πίσω τα πράγματα,
Τα σβήνει αργά σαν άστρα,
Να μην υπάρχει φως.


Ντρέπομαι, ψυχή μου, ντρέπομαι να πεθάνω,
Να σ’ αποχωριστώ
Μέσ’ απ’ τη μοιρασμένη ενσάρκωση
Μέσ’ απ’ την κοίτη την κοινή.

Ντρέπομαι τη στερνή ντροπή, την παραμόρφωση.

Κάτι έχουμε κάμει, κάτι
Αγοράσαμε και δεν πληρώσαμε
Και μας χτυπούν την πόρτα.

Ως να ’μαστε ένοχοι πεθαίνουμε.

***

Μια αναπάντεχη επίσκεψη,
Μια έκπληξη σαν αστραπή
Μου τυφλώνει τα μάτια, με παιδεύει
Να ξαναϊδώ, να βγάλω άλλα μάτια.

(Από πού έρχεται, από ποιαν απόμακρην αναλαμπή.)

Καθώς αναμονή ενός θαύματος,
Που μέλλεται νά ’ρθει, εγκυμονείται.

Είναι παράλογη η ψυχή μου.

Μπορεί τάχα να γίνει ό,τι δε γίνεται,
Ό,τι δεν αναφαίνεται ν’ αναφανεί,
Μέσα σε μια αιφνίδια έκρηξη εκθαμβωτική.

Μα δεν ακούγεται σάλπιγγα, δεν αντηχεί καμπάνα
Στον ουρανό τον ανεκλάλητο, στην ξεχασμένη γη.

Σαλπίζει μόνο Σιωπητήριο, σημαίνει κλήση των νεκρών,
Να συναχτούν να θάψουνε τους εαυτών νεκρούς.

Χτυπάει η αξίνα, ξεριζώνει
Ρίζα βαθιά και μαύρη πέτρα.
Χτυπάει η αξίνα, δεν προφταίνει
Τους ζωντανούς που βιάζονται,
Τους πεθαμένους που περιμένουν.

Βουρκώνει επάνω το εγκόσμιο φως.


Ν’ ανοίξω μέγα πέτρινο βαθύ κιβούρι,
Αράγιστο, και να σ’ ενταφιάσω.
Να μη σε βρίσκει λάσπη και βροχή,

Πανέμορφε γυμνέ Εαυτέ μου περιπόθητε.

Να σου βάλω ρούχα ατίμητα, μαλαματένια δαχτυλίδια,
Μυρωδικά, ψιμύθια, λαμπρούς καθρέφτες
Με σκαλιστά πουλιά και φύλλα.

Να σου φορέσω μια χυτή μια διαμαντένια προσωπίδα.

— Έρχονται τάχα πίσω, ξαναγυρίζουν
Όσοι αγάπησαν και σώθηκαν.
Αγνώριστοι έρχονται και σαν λησμονημένοι
Μες σ’ άφαντα φορέματα και προσωπεία.

Χτυπούν τις πόρτες, χτυπούν τα στήθη.
Κανείς δεν τους ακούει μες στη βοή. —

***

Αισθάνομαι, μες στην αναμονή,
Μια μακρινή ευωδιά σαν από κρίνα.

Από κλειστούς έρημους κήπους, κοιμητήρια

Να ’χει τάχα κάπου βρέξει και νότισε
Η ανασκαμμένη γη; Να ’χει τάχα μουλιάσει
Η μνήμη μέσα η αποστεγνωμένη
Και μύρισε η ανάμνηση εντάφια μύρα;

(Ω γλυκύ μου έαρ...)

Η ευωδιά μας ευώδιασε, το μύρο μας το μελλοντικό.

— Το άρωμά σου απλώνεται, πολλαπλασιάζεται
Στα ρούχα μου, στη θλίψη μου, στα κόκαλά μου.
Γεμίζει μέσα ο ύπνος, ευωδιάζει, γεμίζει ο θάνατος.
Μέσα σε κρίνα και υακίνθους θα σ’ ανταμώνω. —

Κάπου αστράφτει, κάπου σβήνει.

Μια πάχνη πάνω στα χείλη μου,
Μια συγνεφιά στα βλέφαρά μου.

Μακριά, πολύ μακριά,
Μακριά γεννιέται η Άνοιξη.

Αργούν πολύ τ’ αμάραντα, ρόδα τα κλειστά,
Τ’ άφθαρτα σώματα.

(Ωσπότε η ρημαγμένη αναμονή.)

Τίποτα δεν εξαγοράζεται
Με τύψη με στάχτη στα μαλλιά,
Με το αίμα του εσφαγμένου Αμνού.

Κάθε ψυχή σηκώνει την πέτρα της.
Κάθε Άγγελος σέρνει το ζώο του.

Πλένεσαι, ξεπλένεσαι,
Τρέχουν τα βρόμικα νερά.

(Πώς τα χωράει και τα χωνεύει
Τόσα θολά ποτάμια η θάλασσα)

Ύπνος, φαγί, και μοναξιά,
Αδιάκοπα, αναπόφευχτα.
Σωριάζονται τα τσόφλια και τα ψίχουλα.

Ξαναβγαίνουν τα νύχια, ξαναφυτρώνουν τα μαλλιά.

(Να τα μαζέψουμε, να τα φυλάξουμε,
Τούφες, ξεσκλήδια κι αποκόμματα.)

Δεν θα πάψει ποτέ
Η αντηχημένη χλαλοή,
Ποδοβολή από πόδια και άλογα.
Πολύ μακριά, πολύ κοντά.
Ως να βουίζει μέσα ο χρόνος,
Ως να κραυγάζει η συγνεφιά,
Χίλια χέρια, χίλια στόματα.
«Σταύρωσον... Σταύρωσον...»

Ακούς τον χτύπο του σφυριού.

Στάλες σπιθίζουν στον αγέρα,
Αλαργινά λαμπρά μηνύματα.

Λαμπηδόνες σταλάζουν στα μαλλιά.

Ας έρθει το αναμενόμενο σύγνεφο, ας ρίξει μια βροχή,
Ανήλεη, ακατάσχετη, ας κατεβάσει ποτάμια,
Να καθαρίσει τον ουρανό, να ξεπλύνει τη γη,
Όξος, χολή, σκουλήκια, τσόφλι και ψίχουλο,
Άλογα, ξύλα και χαρτιά.

***

Φυσάει ο αγέρας, ανεβαίνει ο κουρνιαχτός.

Ως να διαβαίνουν ζώα μες στον χρόνο.
Ως να φωνάζουν άνθρωποι, φωνές μεγάλες,
Σαν φοβισμένα σκυλιά, να διώξουν τον θάνατο.

Ο καθείς μονάχος, χωριστά απ’ τους άλλους,
Ο καθείς φωνάζοντας για την ψυχή του.

Και κλειούν τις πόρτες τους, βάζουν το μάνταλο και το κλειδώνουν.

Κανείς δεν τόνε βλέπει, δεν τον ακούει,
Σιγοπατεί σαν κλέφτης στο σκοτάδι.

Να μη σκιαχτούν τα ζώα, να μην τρομάξουν τα πουλιά.

Κανείς δεν ξέρει την ώρα του, την ώρα που έρχεται.

Κοντά γυρίζει, ψάχνει τα ίχνη σου,
Πατεί τους δρόμους σου, τις νύχτες σου,
Μετράει τα βήματά σου.

Αν έρθει στην πόρτα σου, μη σου φανεί νωρίς,

Ως να ’σαι ο αργοπορημένος,
Ως να ’χεις μόλις φτάσει από μακριά μες στην αποδημία.

Ετοίμαζε την ψυχή σου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα II (1970)