Αρθούρος Ρεμπώ [Arthur Rimbaud], Φθινοπώριασε

Offline crystal

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9017
    • Gender:Female
    • krystallia.katsarou
    • crystaurelia
    • krystalliakatsarou
    • 107946586133656839791
    • crystaurelia
Αρθούρος Ρεμπώ, Φθινοπώριασε


Ανάγνωση: Γιώργος Κιμούλης

Φθινοπώριασε…
Προς τι όμως ο πόθος για παντοτινό ήλιο;
Εμείς είμαστε στρατευμένοι στην ανακάλυψη του θείου
φωτός…
Μακριά από τους ανθρώπους που φθίνουν με τις εποχές…
Φθινόπωρο…
Η βάρκα μας μετέωρη μες στην ασάλευτη ομίχλη
Επιστρέφει στο λιμάνι της δυστυχίας…
Στην απέραντη πολιτεία με τον ουρανό λεκιασμένο
από φωτιά και λάσπη…
Κουρέλια που σαπίζουν…
Μουσκεμένο στη βροχή ψωμί…
Μέθη… Μέθη… Μέθη…
Και χιλιάδες έρωτες που με σταύρωσαν…
Δε θα σταματήσει πια αυτή η λάμια
να εξουσιάζει εκατομμύρια ψυχές και σώματα νεκρών
που θα αντιμετωπίσουνε τη θεία κρίση…
Ο εαυτός μου…
Κοιτάζω πάλι τον εαυτό μου…
Κοιτάζομαι ξανά…
Το δέρμα μου φαγωμένο από το πύο και την πανούκλα…
Στα μαλλιά μου σκουλήκια
και στην καρδιά μου παντού σκουλήκια …
Ξαπλωμένος ανάμεσα σε άγνωστους χωρίς ηλικία, χωρίς
αισθήματα…
Θα μπορούσα να πεθάνω εδώ…
Τι φριχτή ανάμνηση…
Σιχαίνομαι την κακομοιριά και ο χειμώνας με τις ανέσεις
του με φοβίζει…
Καμιά φορά βλέπω στον ουρανό απέραντες ακτές…
Πλημμυρίζουν από χαρούμενα έθνη ντυμένα στα λευκά…
Από πάνω μου ένα μεγάλο χρυσό καράβι με τις
πολύχρωμες σημαίες του
Να ανεμίζουν στην πρωινή αύρα…
Επινόησα όλες τις γιορτές…
Έζησα όλους τους θριάμβους… Όλα τα δράματα…
Προσπάθησα να δημιουργήσω καινούρια λουλούδια…
Καινούρια άστρα… Καινούρια σώματα… Καινούριες
γλώσσες…
Πίστεψα ότι απέκτησα υπερφυσικές δυνάμεις…
Και λοιπόν;
Πρέπει να θάψω μια για πάντα τη φαντασία μου και τις
αναμνήσεις μου…
Η μεγάλη δόξα του καλλιτέχνη έχει πάει περίπατο…
Θα ζητήσω συγγνώμη που έζησα μες στο ψέμα και φύγαμε…
Ούτε ένα αγαπημένο χέρι…
Ούτε ένα...;
Πουθενά βοήθεια…
Πουθενά...;




les poètes maudits -> οι καταραμένοι ποιητές
Βλέπε και: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=141576.0


Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 788906
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV

Adieu

L'automne, déjà ! - Mais pourquoi regretter un éternel soleil, si nous sommes engagés à la découverte de la clarté divine, - loin des gens qui meurent sur les saisons.

L'automne. Notre barque élevée dans les brumes immobiles tourne vers le port de la misère, la cité énorme au ciel taché de feu et de boue. Ah ! les haillons pourris, le pain trempé de pluie, l'ivresse, les mille amours qui m'ont crucifié ! Elle ne finira donc point cette goule reine de millions d'âmes et de corps morts et qui seront jugés ! Je me revois la peau rongée par la boue et la peste, des vers plein les cheveux et les aisselles et encore de plus gros vers dans le coeur, étendu parmi les inconnus sans âge, sans sentiment... J'aurais pu y mourir... L'affreuse évocation ! J'exècre la misère.

Et je redoute l'hiver parce que c'est la saison du comfort !

- Quelquefois je vois au ciel des plages sans fin couvertes de blanches nations en joie. Un grand vaisseau d'or, au-dessus de moi, agite ses pavillons multicolores sous les brises du matin. J'ai créé toutes les fêtes, tous les triomphes, tous les drames. J'ai essayé d'inventer de nouvelles fleurs, de nouveaux astres, de nouvelles chairs, de nouvelles langues. J'ai cru acquérir des pouvoirs surnaturels. Eh bien ! je dois enterrer mon imagination et mes souvenirs ! Une belle gloire d'artiste et de conteur emportée !

Moi ! moi qui me suis dit mage ou ange, dispensé de toute morale, je suis rendu au sol, avec un devoir à chercher, et la réalité rugueuse à étreindre ! Paysan !

Suis-je trompé ? la charité serait-elle soeur de la mort, pour moi ?

Enfin, je demanderai pardon pour m'être nourri de mensonge. Et allons.

Mais pas une main amie ! et où puiser le secours ?


Farewell

Autumn already! - But why regret the everlasting sun, if we are sworn to a search for divine brightness, - far from those who die as seasons turn.

Autumn. Our boat, risen out of a hanging fog, turns toward poverty's harbor, the monstrous city, its sky stained with fire and mud. Ah! Those stinking rags, bread soaked with rain, drunkenness, and the thousands of loves who nailed me to the cross! Will there never, ever be an end to that ghoulish queen of a million dead souls and bodies and who will all be judged! I can see myself again, my skin corroded by dirt and disease, hair and armpits crawling with worms, and worms still larger crawling in my heart, stretched out among ageless, heartless, unknown figures... I could easily have died there... What a horrible memory! I detest poverty.

And I dread winter because it's so cozy!

- Sometimes in the sky I see endless sandy shores covered with white rejoicing nations. A great golden ship, above me, flutters many-colored pennants in the morning breeze. I was the creator of every feast, every triumph, every drama. I tried to invent new flowers, new planets, new flesh, new languages. I thought I had acquired supernatural powers. Ha! I have to bury my imagination and my memories! What an end to a splendid career as an artist and storyteller!

I! I called myself a magician, an angel, free from all moral constraint, I am sent back to the soil to seek some obligation, to wrap gnarled reality in my arms! A peasant!

Am I deceived? Would Charity be the sister of death, for me?

Well, I shall ask forgiveness for having lived on lies. And that's that.

But not one friendly hand! and where can I look for help?



http://www.mag4.net/Rimbaud/poesies/Adieu.html



 

Search Tools