monuments and memorials -> μνημεία, πάσης φύσεως μνημεία

yiot · 8 · 1926

yiot

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 5
Πώς θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε αυτές τις δύο έννοιες στην ελληνική (σε παράταξη) ώστε να αποδίδεται η εννοιολογική τους διαφορά στα αγγλικά; Στα ελληνικά αποδίδονται και οι δύο με τον όρο "μνημεία" Ευχαριστώ πολύ, Γιώτα
« Last Edit: 17 Oct, 2011, 20:09:06 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812600
    • Gender:Male
  • point d’amour
Δεν χρειάζεται να αποδοθεί ως δίλεκτο σχήμα: λες απλά «μνημεία» (ή θα μπορούσες να πεις «πάσης φύσεως μνημεία» για να τα καλύπτει όλα).

Quick definitions from WordNet (memorial)

▸ noun:  a structure erected to commemorate persons or events
▸ noun:  a written statement of facts submitted in conjunction with a petition to an authority
▸ noun:  a recognition of meritorious service
http://www.onelook.com/?loc=bm2&w=memorial

Quick definitions from WordNet (monument)

▸ noun:  an important site that is marked and preserved as public property
▸ noun:  a structure erected to commemorate persons or events
▸ noun:  a burial vault (usually for some famous person)
http://www.onelook.com/?loc=bm2&w=monument

memorial (plural memorials)
A structure, such as a monument, intended to celebrate the memory of a person or event
A service of remembrance or commemoration
In law: a statement of facts set out in the form of a petition to a person in authority, a court or tribunal, a government, etc.
https://en.wiktionary.org/wiki/memorial

monument (plural monuments)
A monument (definitions 1 or 2) in Lithuania at the Geographical Center of Europe
A structure built for commemorative or symbolic reasons, or as a memorial; a commemoration.
There is a monument on the town green to the soldiers who died in World War I.
An important site owned by the community as a whole.
An exceptional or proud achievement.
An important burial vault or tomb.
A legal document.
A surveying reference point marked by a permanently fixed marker (a survey monument
https://en.wiktionary.org/wiki/monument#English

monument
1 μνημείο [mniMIo] a. something erected in memory of a person, event, etc., as a building, pillar, or statue: monument erected to soldiers killed in the war Μνημείο των πεσόντων στον πόλεμο b. any enduring evidence or notable example of something: A monument to human ingenuity Μνημείο της ανθρώπινης ευφυίας The bridge is a monument of that battle Η γέφυρα αποτελεί μνημείο της μάχης εκείνης c. any building, megalith, etc., surviving from a past age, and regarded as of historical or archaeological importance: Ancient monuments Αρχαία μνημεία d. an area or a site of interest to the public for its historical significance, great natural beauty, etc., preserved and maintained by a government e. a typical or outstanding example: A monument of indiscretion Μνημείο αδιακρισίας f. a lasting reminder g. an outstanding, enduring achievement
2 ‘επιτάφιος’ [epiTAfi:os], νεκρολογία [nekroloΓIa] (a written tribute to a person, especially a posthumous one)
3 τάφος [TAfos] (a tomb; sepulcher)
4 ταφόπλακα [taFOplaka] (an inscribed marker placed at a grave; a tombstone)
5 ορόσημο [oROsimo] (an object, such as a post or stone, fixed in the ground so as to mark a boundary or position)
6 υπόδειγμα [iPOδiγma] (an exemplar, model, or personification of some abstract quality, especially when considered to be beyond question): A monument of middle-class respectability Υπόδειγμα μεσοαστικής αξιοπρέπειας
7 έγγραφο [Engrafo], δικόγραφο [δiKOγrafo] (a written document, especially a legal one)
8 τοπογραφικό μνημείο [topoγrafiKO mniMIo] (an object, as a stone shaft, set in the ground to mark the boundaries of real estate or to mark a survey station)
Magenta English-Greek dictionary for English Speakers

memorial
noun
1 μνημείο [mniMIo] (an object, institution, or custom established in memory of a person or event):War memorial Μνημείο πεσόντων, Ηρώο
2 εισηγητική έκθεση [isiγitiKI Ekθesi] (a written statement of facts presented to a sovereign, a legislative body, etc., as the ground of, or expressed in the form of, a petition or remonstrance)
adjective
1 αναμνηστικ|ός|ή|ό [anamnistiK|Os|I|O] (serving as a remembrance of a person or an event; commemorative):memorial tablet Αναμνηστική πλακέτα
2 μνημονικ|ός|ή|ό [mnimoniK|Os|I|O] (of or pertaining to the memory)
Magenta English-Greek dictionary for English Speakers
« Last Edit: 17 Oct, 2011, 10:39:39 by spiros »



Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
Καλώς ήρθες, Γιώτα.

Ο Σπύρος τα εξηγεί καλύτερα :)

Νομίζω ότι η διαφορά είναι στο γράμμα «ν».
μνημείον το.

        1) Τάφος:
            τον εσέβασαν εις το μνημείον απόσω (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1703).
        2) (Στον πληθ.) νεκροταφείο:
            (Πηγά, Χρυσοπ. 333 (2)).

    [αρχ. ουσ. μνημείον. Η λ. και σήμ. (‑ο)]

«μνημείο»



https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=35.0
« Last Edit: 17 Oct, 2011, 10:38:49 by Frederique »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


iogo

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 46470
    • Gender:Male
  • ignoramus et ignorabimus
Για το memorial μου αρέσει το αναμνηστικό μνημείο.
"Io non odio persona al mondo, ma vi sono cert'uomini ch'io ho bisogno di vedere soltanto da lontano".
Ugo Foscolo - "Ultime lettere di Jacopo Ortis"



mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male
Για το memorial μου αρέσει το αναμνηστικό μνημείο.
Όλα τα μνημεία ανακαλούν αναμνήσεις. Η λέξη αναμνηστικό περιττεύει.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812600
    • Gender:Male
  • point d’amour
Το μόνο πρόβλημα είναι ότι είναι οιονεί ταυτολογικό:

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μνημείο το [mnimío] Ο39 : 1. κατασκευή, ιδίως αρχιτεκτονική ή γλυπτή, προορισμένη να τιμά ή να θυμίζει ορισμένο πρόσωπο ή γεγονός: Tο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Tο χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη. Tαφικό μνημείο, που βρίσκεται πάνω σε τάφο. Tο μνημείο των πεσόντων• (πρβ. ηρώο). 2α. κάθε κτίριο που θεωρείται αξιόλογο από άποψη αρχαιολογική, ιστορική ή αισθητική: Bυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης. Mεγαλιθικά προϊστορι κά μνημεία. Διατηρητέο μνημείο. Aναστήλωση / αποκατάσταση / συντήρηση / αναπαλαίωση ενός μνημείου. Σημαντικότερο μνημείο της Aκρόπολης είναι ο Παρθενώνας. β. κάθε αξιόλογο ανθρώπινο δημιούργημα ή πράξη, που διακρίνεται ανάμεσα στα όμοια ή στα σύγχρονά του και εντυπωσιάζει: Οι «Άθλιοι» του Ουγκό, αυτό το μνημείο της ρομαντικής μυθιστοριογραφίας. H πράξη του είναι μνημείο δημοκρατικού ήθους. || (ειρ.): μνημείο βλακείας / ηλιθιότητας / καιροσκοπισμού. 3. κάθε δείγμα της ανθρώπινης δραστηριότητας που διασώθηκε από προηγούμενες εποχές• ιστορικό μνημείο: Γραπτά / αρχαιολογικά μνημεία. H προϊστορία χαρακτηρίζεται από έλλειψη γραπτών μνημείων.
[λόγ. < αρχ. μνημεῖον `κτ. σε ανάμνηση, ιδ. πεθαμένου΄ & σημδ. γαλλ. monument (ιδ. σημ. 1, 2)]

[Λεξικό Κριαρά]
μνημείον το. 1) Τάφος: τον εσέβασαν εις το μνημείον απόσω (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1703). 2) (Στον πληθ.) νεκροταφείο: (Πηγά, Χρυσοπ. 333 (2)). [αρχ. ουσ. μνημείον. Η λ. και σήμ. (‑ο)]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναμνηστικό [anamnistikó] το,
•   ① something that reminds by association, reminder, souvenir, remembrance (syn ενθύμημα, θυμητικό):
o   αναμνηστικά της εκστρατείας, του αγώνα της ανεξαρτησίας |
o   αναμνηστικά από αρχαίους τάφους προσφιλών νεκρών |
o   έκθεση αναμνηστικών |
o   ο ταξιδιώτης θα βρει πολλά αναμνηστικά της παράδοσης και της ομορφιάς της Hπείρου (Venezis) |
o   τα κεριά ανήκουν σε μέλη που έχουν πεθάνει· τα τοποθετούμε εδώ για αναμνηστικά τους (Karantonis)
•   ⓐ souvenir, keepsake, reminder, memento (syn ενθύμιο, σουβενίρ, θυμητάρι):
o   αναμνηστικά του τόπου, του παλιού καιρού, των παιδικών του χρόνων |
o   μικρά αναμνηστικά που κρατούσαν επάνω τους, μια φωτογραφία, μια επιστολή κλ (Palaiologos) |
o   εννοούσε την κάμαρά της .. με τα δικά της λίγα μα διαλεχτά κομψοτεχνήματα κι αναμνηστικά (Xenop)
•   ② = ανάμνηση 3:
o   καλότυχοι οι νεκροί που αφήνουν τέτοια αναμνηστικά |
o   μαχόμενο πνεύμα, που διατηρεί έντονα αναμνηστικά από την Eπανάσταση (Argyriou) |
o   τυχαίνει να γράφουμε τούτα τα αναμνηστικά .. στην Aίγινα (Karantonis) |
o   τελειώνοντας τώρα, αντί για άλλο αναμνηστικός, θα σας ξαναπώ τα δύο μεγάλα μηνύματά του (Athanasiadis-N)
•   ③ med information concerning a patient and his background for use in analyzing his condition, anamnesis:
o   η επαφή της άρρωστης με το γιατρό αρχίζει με τη λήψη του αναμνηστικού (Louros)
[substantiv. n, der of AG, K, ἀναμνηστικός; cf syn τe Ξπομνηστικόν 'reminder' (pap, 4th-6th c. AD)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναμνηστικός -ή -ό [anamnistikós] Ε1 : 1α.που έχει σχέση με την ανάμνηση, που είναι κατάλληλος για να ξαναφέρνει ή να διατηρεί στη μνήμη ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός: Aναμνηστικές φωτογραφίες από σχολική εκδρομή. Aναμνηστικά γραμματόσημα, που εκδίδονται με την ευκαιρία ενός σημαντικού γεγονότος, όπως π.χ. οι Ολυμπιακοί αγώνες, και που έχουν παραστάσεις σχετικές με το γεγονός που εορτάζεται ή με το πρόσωπο που τιμάται. Στον τόπο όπου έγινε η νικηφόρα μάχη στήθηκε αναμνηστική στήλη. Aναμνηστικά μετάλλια. β.(ιατρ.): αναμνηστικός εμβολιασμός, επαναληπτικός. 2. (ως ουσ.) το αναμνηστικό: α. αντικείμενο που μας θυμίζει κάποιο αγαπημένο πρόσωπο ή κάποιο ευχάριστο συνήθ. γεγονός και που συνήθ. είναι κατασκευασμένο ειδικά για το σκοπό αυτό• ενθύμιο: Έχω πολλά αναμνηστικά από τα ταξίδια μου στο εξωτερικό, σουβενίρ. Mετά τη λήξη του σχολικού έτους οι μαθητές αντάλλαξαν αναμνηστικά. β. (ιατρ.) ιστορικό1.
[λόγ.: 1, 2α: αρχ. ἀναμνηστικός `κατάλληλος για ανάκληση στη μνήμη΄ & σημδ. γαλλ. commémoratif, remémoratif•2β: σημδ. γαλλ. anamnèse (στη νέα σημ.) < αρχ. ἀνάμνησις]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναμνηστικός, -ή, -ό [anamnistikós]
•   reminiscent, memorial, commemorative (syn υπομνηστικός):
o   αναμνηστική συγκέντρωση |
o   αναμνηστικό μετάλλιο, λεύκωμα |
o   αναμνηστική πλάκα, στήλη, σειρά γραμματοσήμων |
o   αναμνηστικό άγαλμα |
o   αναμνηστικά αρχιτεκτονήματα |
o   αναμνηστικά αντικείμενα, κειμήλια, στεφάνια |
o   αναμνηστικές φωτογραφίες |
o   αναμνηστική έκθεση ζωγραφικής |
o   αναμνηστική θεατρική παράσταση |
o   αναμνηστική έκδοση memorial publication |
o   αναμνηστικός τόμος memorial volume |
o   αναμνηστικό τεύχος (περιοδικού κλ) |
o   μουσεία αναμνηστικά, δηλαδή αφιερωμένα στη μνήμη των μεγάλων φυσιογνωμιών του παρελθόντος (Panagiotop) |
o   του είχαν λεηλατήσει κάποιο σπιτάκι της Iθάκης με αναμνηστικούς θησαυρούς (Athanasiadis-N) |
o   έργο .. αναμνηστικό της μεγάλης στιγμής της απονομής εξουσίας σ' έναν αξιωματούχο (Tsitouridou)
•   ① med phr αναμνηστικό εμβόλιο an injection of antigen given after completion of a primary course of immunization, booster:
o   έκαμα αναμνηστικό εμβόλιο
[fr kath K (Galen, 2nd c. AD) ἀναμνηστικός ← AG]
« Last Edit: 17 Oct, 2011, 10:58:22 by spiros »


mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male

yiot

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 5
παιδιά ευχαριστώ πολύ για την απλόχερη βοήθεια! Τώρα που προχωρώ με τη μετάφραση βλέπω ότι ο διαχωρισμός μεταξύ των δύο στο κείμενο δεν εξυπηρετεί κάποιο λειτουργικό σκοπό οπότε νομίζω πως το "πάσης φύσεως μνημεία" του Σπύρου μου κάνει μια χαρά. Και πάλι ευχαριστώ πολύ!! γ.


 

Search Tools