score -> σκορ, βαθμολογία, αποτέλεσμα, πόντος, σημείο, πλεονέκτημα, εγκοπή, χαραγή, χαραγματιά, ρωγμή, σημάδεμα, σημάδι, οφειλή, λογαριασμός, εκκρεμής διαφορά, λογαριασμοί, σκοράρω, βγάζω γκόμενο, βγάζω γκόμενα, ρίχνω γκόμενο, ρίχνω γκόμενα, αγοράζω, αποκτώ, βρίσκω, καταφέρνω να βρω, εικοσάδα, πλήθος, παρτιτούρα, αιτία





Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 792070
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Πρόσθεσα και μερικές άλλες σημασίες:

βαθμολογία, αποτέλεσμα, σημειωθέντες βαθμοί ή τέρματα, σκορ <αθλημάτων, αγώνων>, καταγραφή βαθμολογίας, πόντος, σημείο, πράξη ή παρατήρηση με την οποία κερδίζεται πλεονέκτημα έναντι άλλου σε συζήτηση, επιτυχία, πλεονέκτημα, εγκοπή, χαραγή, χαραγματιά, ρωγμή, σημάδεμα, σημάδι, οφειλή, λογαριασμός, εκκρεμής διαφορά, (κν). λογαριασμοί, εικοσάς, (πληθ.) πλήθος, αιτία, λόγος, (κν). κατάσταση, εξέλιξη υπόθεσης, (μ ουσ. ) παρτιτούρα, μουσική επένδυση ταινίας

ρμ. επιτυγχάνω <σημεία, πόντους>, σημειώνω <πόντο, τέρμα, επιτυχία>, επιτυγχάνω βαθμό, κερδίζω, σκοράρω, σημαδεύω, χαράσσω, χαρακώνω, βαθμολογώ, μετρώ, καταγράφω σε λογαριασμό, χρεώνω, γράφω <χρέος>, επιτυγχάνω πλεονεκτήματα, κερδίζω σημείο <έναντι άλλου>, (μ ουσ. ) γράφω παρτιτούρα, ενορχηστρώνω, μεταγράφω, επενδύω μουσικά, score off σημειώνω επιτυχία έναντι <αντίπαλου>, βγάζω νοκ-άουτ <στη συζήτηση>, score out διαγράφω, score up μετρώ, υπολογίζω
Penguin Hellenews English-Greek dictionary

ουσ. (σε αθλοπαιδιές κτλ.) βαθμολογία επίδοσης, κν. σκορ: high score υψηλό σκορ # αμυχή, χαρακιά: I noticed a score on the surface παρατήρησα μια χαρακιά στην επιφάνεια # εγκοπίς, κν. τσέτουλα: he still uses a score for his sales χρησιμοποιεί ακόμα τσέτουλα για τις πωλήσεις του # (απαρχ.) εκκρεμής λογαρισμός, οφειλή: have a score to settle with.. έχω εκκρεμή λογαριασμό με.. # εικοσάδα, σύνολο είκοσι μονάδων: five score εκατοντάδα, εκατό μονάδες § a score of people μια εικοσάδα ανθρώπων # προκείμενο, θέμα (συζήτησης): I have nothing to say on that score δεν έχω τίποτε να πω επ' αυτού # μουσ. παρτιτούρα (για συγκεκριμένο όργανο): piano score παρτιτούρα πιάνου # ΦΡ. score sheet αθλοπ. δελτίο αποτελεσμάτων (αγώνα κλπ.) § by the score (ελεύθερη απόδοση:) με το τσουβάλι § know the score ιδ. είμαι ενήμερος (της κατάστασης) § on the score of.. ένεκα του.., εξαιτίας του.. § pay / settle old scores καθαρίζω ή εξοφλώ παλιούς λογαριασμούς § scores of times πολυάριθμες φορές

[skOor] ρ. (σε αθλοπαιδιές κτλ.) επιτυγχάνω βαθμό, κν. σκοράρω: score a goal σημειώνω τέρμα, βάζω γκολ # (σε διαγωνισμό κτλ.) συγκεντρώνω βαθμολογία, "πιάνω" (βαθμούς): he scored well in the test συγκέντρωσε καλή βαθμολογία στο τεστ § what did you score in the IQ test? πόσο έπιασες στο τεστ νοημοσύνης; # βαθμολογώ: I was chosen to score the contestants με επέλεξαν να βαθμολογήσω τους διαγωνιζόμενους # επιτυγχάνω, σημειώνω επιτυχία, "κάνω διάνα": score an instant success σημειώνω άμεση επιτυχία # υπογραμμίζω: you must score these three words πρέπει να υπογραμμίσεις αυτές τις τρεις λέξεις # προξενώ αμυχή, χαράζω, χαρακώνω, γρατσουνίζω: if you push the sofa you'll score the floor αν σπρώξεις τον σοφά θα χαρακώσεις το δάπεδο # ψέγω, επιτιμώ, επικρίνω: he was scored for this foolishness του τα έψαλαν για την ανοησία αυτή # ιδ. συνουσιάζομαι (με νέο ερωτικό σύντροφο) "αυτώνω", "πηδάω": did you score when you took her to the motel? πήδηξες όταν την πήγες στο μοτέλ; # ΦΡ. score a bull ιδ. κάνω διάνα § score off sb. ιδ. αποστομώνω ή γελοιοποιώ/ρεζιλεύω κάποιον § score out διαγράφω § score points off.. αποστομώνω τον.. § score up μετρώ, υπολογίζω § face scored with lines πρόσωπο αυλακωμένο από ρυτίδες
Magenta English-Greek dictionary Golden version
« Last Edit: 18 Oct, 2011, 15:39:09 by spiros »



 

Search Tools