πέτο -> petto

Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
πέτο το [péto] Ο39 : σε σακάκι, σε παλτό ή και σε διάφορα γυναικεία ενδύματα, το γύρισμα του υφάσματος στο ύψος του στήθους, συνήθ. ως προέκταση του γιακά: Είχε καρφιτσώσει στο ~ του ένα γαρίφαλο.

[ιταλ. petto (αρχική σημ.: `στήθος΄)]

Ο πληθυντικός πώς είναι; «τα πέτα»; ευχαριστώ.
« Last Edit: 03 Nov, 2011, 09:56:42 by spiros »
Communicate. Explore potentials. Find solutions.




Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
Ευχαριστώ!
Communicate. Explore potentials. Find solutions.


iogo

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 46463
    • Gender:Male
  • ignoramus et ignorabimus
πέτο το [péto] 

[ιταλ. petto (αρχική σημ.: `στήθος΄)]

Ο πληθυντικός πώς είναι; «τα πέτα»; ευχαριστώ.

Χρειάζεται βέβαια κάποια προσοχή στον τονισμό των δύο "t" :)

peto[pé-to] s.m.• Emissione di gas intestinale attraverso l'orifizio anale: fare, tirare un p.

• sec. XV
"Io non odio persona al mondo, ma vi sono cert'uomini ch'io ho bisogno di vedere soltanto da lontano".
Ugo Foscolo - "Ultime lettere di Jacopo Ortis"



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810782
    • Gender:Male
  • point d’amour

 

Search Tools