no pain, no gain –> τα αγαθά κόποις κτώνται | αγαθά κόποις κτώνται | τα καλά κόποις κτώνται | αν δεν ιδρώσεις | μπρος τα κάλλη τι είν' ο πόνος | αν δεν βρέξεις κώλο δεν τρως ψάρι | αν δεν στρώσεις κώλο | αν δεν βρέξεις κώλο ψάρι δεν τρως | τίποτα καλό δεν γίνεται χωρίς προσπάθεια | αν δεν μπαζώσεις, δεν χτίζεις

spiros · 4 · 1366

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 832291
    • Gender:Male
  • point d’amour

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72794
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Και «αν δεν ιδρώσεις...»

ΛΚΝ

ιδρώνω [iδróno] P1α μππ. ιδρωμένος : α. (για άνθρ. ή ζώο) εκκρίνω, αποβάλλω από τους πόρους του σώματός μου ιδρώτα: Ίδρωσα από τη ζέστη / από το φόβο μου. Ίδρωσε το άλογο από το τρέξιμο. Mην τρέχεις· θα ιδρώσεις. Mην κάθεσαι στο ρεύμα, γιατί είσαι ιδρωμένος. || ~ στο πρόσωπο / στις μασχάλες. ΦP δεν ιδρώνει τ΄ αυτί μου, δε δίνω καμιά σημασία σε ό,τι ακούω (παρατηρήσεις, απειλές κτλ.). || κάνω κπ. να ιδρώσει. β. (μτφ. για πρόσ.) καταβάλλω μεγάλες και εξαντλητικές προσπάθειες, κοπιάζω, κουράζομαι πολύ: Aν δεν ιδρώσεις, δε μαθαίνεις γράμματα. Iδρώσαμε ώσπου να τα καταφέρουμε. (έκφρ.) ~ τη φανέλα* μου. || Mε ίδρωσε με την επιμονή του, αλλά στο τέλος τον έπεισα. γ. για πράγματα, όταν στην επιφάνειά τους σχηματίζονται, από μια εσωτερική ή εξωτερική αιτία, σταγονίδια νερού: Iδρώνει το κανάτι, βγάζει σταγόνες νερού από τους πόρους του. Ίδρωσαν τα τζάμια, καλύφτηκαν από υδρατμούς. || (σπάν.) για φυτά που σκεπάζονται από δρόσο. [μσν. ιδρώνω < αρχ. ἱδρ(ῶ) -ώνω]
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)






 

Search Tools