homesteading -> εγκατάσταση σε παραχωρηθείσα γη

Guest · 4 · 2027

metafrastis

  • Guest
"I am going to Canada, homesteading"

Εγώ έβαλα "θα εγκατασταθώ στον Καναδά" αλλά θέλω να ξέρω αν υπάρχει κάποια καλύτερη απόδοση στη γλώσσα μας.
« Last Edit: 20 Jan, 2006, 12:45:11 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69486
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Λέει το Webster's:

transitive senses   : to acquire or occupy as a homestead
intransitive senses   : to acquire or settle on land under a homestead law
  –homesteader \-*ste-d*r\  noun

Kαι το Oxford Concise:

homestead
· n.
1 a house, especially a farmhouse, and outbuildings.
2 N. Amer. historical an area of land (usually 160 acres) granted to a settler as a home.
3 (in South Africa) a hut or cluster of huts occupied by one family or clan.
– DERIVATIVES homesteader n. homesteading n.
– ORIGIN OE hQmstede ‘a settlement’ (see home, stead).

Kαι εγώ θα έλεγα πολύ τσαπατσούλικα: να εγκατασταθώ στη γη που μου παραχώρησαν (μου παραχώρησε η κυβέρνηση ως μετανάστη/άποικο/μέτοικο). Αν έχει και συνέχεια η πρότασή σου και μπορεί να εννοεί κάτι άλλο, πες το για να ξέρουμε πού πάμε.

Σκέτο το ουσιαστικό "homestead" το λέμε "υποστατικό" αλλά εδώ δεν κολλάει.




metafrastis

  • Guest
Σωστά είναι όλα αυτά, είναι αυτό που έκαναν οι πιονέροι κάποτε στην Αμερική.

Παρακάτω διευκρινίζει περαιτέρω οπότε το "θα εγκατασταθώ" με καλύπτει απόλυτα.

Ευχαριστώ


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69486
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


 

Search Tools