Author Topic: Γιάννης Καρατζόγλου  (Read 3782 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γιάννης Καρατζόγλου
« on: 27 May, 2008, 17:38:53 »
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

Πεζογραφήματα δημοσιευμένα στο Translatum:




Στο Translatum έχουν δημοσιευτεί και ποιήματα του Γιάννη Καρατζόγλου.
« Last Edit: 14 May, 2009, 21:28:53 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Τα θαύματα και η εκδίκηση του Υπαρκτού

Ένδεκα χρόνια μετά την πτώση του και δεκαέξι μετά το «προσκύνημά» μας στην Βουλγαρική του εκδοχή, δεν έχω βγάλει το τελικό συμπέρασμα αν με εκδικήθηκε ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός για όσα σούραμε τότε στον καημένο τον Αριστείδη, τον πιανίστα και συνθέτη αλλά κυρίως ιδεολόγο κομμουνιστή, που στόμα είχε και μιλιά δεν είχε για τίποτε άλλο, παρά για τα θαυμαστά επιτεύγματα του Υπαρκτού, εκείνον τον ζεστό Ιούνιο του 1985.

Ή μήπως τελικά δεν ήτανε εκδίκηση, αλλά ένα ακόμα απ’ τα μετά θάνατον θαύματα του «Υπαρκτού»;

- Θυμάσαι το ωραίο μας ταξίδι στη Φιλιππούπολη; Μου έλεγε με μια φανερή νοσταλγική διάθεση ο Αριστείδης καθώς έμπαινε χαμογελαστός και όπως πάντα αχτένιστος στο σπίτι μου ένα απόγευμα του 2001. Κι εκείνη η Πένυ, η τόσο αντιδραστική, τι κάνει άραγε; Συμπλήρωσε με ένα δεύτερο ερώτημα. Υπάρχει ακόμα στη ζωή σου; Με ένα τρίτο.

Είχαμε να βρεθούμε δεκαέξι χρόνια, από το σωτήριο έτος 1985. Κόσμος και κοσμάκης στο μεταξύ γεννήθηκε και πέθανε, κυβερνήσεις ανέβηκαν και κατέβηκαν, ο λεγόμενος «Υπαρκτός Σοσιαλισμός» είχε καταρρεύσει σαν τραπουλόχαρτο σε τέσσερα χρόνια μετά το ταξίδι που αναφέρονταν ο Αριστείδης , κι εμείς, σαν να ζούσαμε σε άλλο πλανήτη ο ένας απ’ τον άλλο κι όχι στην ίδια πόλη, δεκαεπτά χρόνια τώρα δεν είχαμε ξανασυναντηθεί. Για να ακριβολογώ μάλιστα, δεν είχαμε καν αναζητήσει ο ένας τον άλλον.

Η δε «μαύρη αντίδραση», η Πένυ, είχε γίνει γυναίκα μου.

- Θέλω να μου επιτρέψεις να μελοποιήσω ένα ποίημα σου, μου εξήγησε τελικά το σκοπό της επίσκεψης του.
Έκανε μια «πρωτοποριακή» δουλειά, όπως τη χαρακτήρισε, μελοποιώντας ποιήματα Θεσσαλονικέων ποιητών ενταγμένων σε μια «ιστορική συνέχεια». Μου παρουσίασε έναν κατάλογο ποιημάτων προς μελοποίηση που περιλάμβανε Μαφόπουλο, Βαρβιτσόλη  Θύμελη, Αναγνωστόπουλο, Θασοπουλίτη, Μύρου και άλλους. Εντυπωσιάστηκα και ομολογώ κολακεύτηκα που με περιελάμβανε στην προς μελοποίηση συνέχεια, ξεχνώντας τις διδαχές του αιωνίως κακίτσα αλλά πάντοτε δικαιωμένου Χριστόπουλου περί μικρού καλαθιού όταν ακούς για πολλά κεράσια. Κι ο Αριστείδης ήταν υπέρ των πολλών κερασιών πάντα, μόνο που δεν το θυμήθηκα εκείνη τη στιγμή.
- Έχω διαλέξει μάλιστα το σχετικό ποίημα σου, από τη συλλογή «Βήτα-Μι-Ζήτα» που πάντοτε με συγκινούσε και με συγκινεί, πρόσθεσε ο Αριστείδης.
- Δεν έχω αντίρρηση Αριστείδη, του είπα, αρκεί να βγει κάτι καλό, γιατί φυσικά το αποτέλεσμα πάντα μετράει. Εγώ σου δίνω την έγκριση, εσύ πότε θα είσαι έτοιμος να το ακούσω;
- Δεν θα σου το παίξω από πριν, σου το φυλάω για έκπληξη, και σε σένα και σε όλους τους άλλους ποιητές. Θα παρουσιάσω όλα τα κομμάτια σε ειδική εκδήλωση, στα φετινά «Δημήτρια», στο ΚΘΒΕ, μάλιστα με μεγάλη ορχήστρα, χορωδία και επαγγελματίες τραγουδιστές.

Πέρασαν αρκετές μέρες οπότε ήρθε στο γραμματοκιβώτιο η πρόσκληση για την βραδιά που μου είχε μιλήσει ο Αριστείδης. Ήταν για το επόμενο Σάββατο το βράδυ. Έτσι η μνήμη ανέσυρε όλες τις  λεπτομέρειες  απ’ το κοινό μας ταξίδι του 1985. Τότε που ξεκινήσαμε οι πέντε μας, ο Αριστείδης ως συνθέτης, ο Αποστόλης κι εγώ ως ποιητές, η Πένυ η σύντροφος μου κι ο Μεγάλος Κομισάριος ως φιλόσοφος αλλά και μάτι του Κόμματος για τη Βουλγαρία εν επισήμω αποστολή.
 
- Τι όμορφα χωριουδάκια... πέταξε χαμηλόφωνα αλλά τελείως ξαφνικά ο Αριστείδης που μέχρι τώρα κάθονταν αμίλητος στο πίσω κάθισμα, ενώ περνούσαμε μέσα από ένα χωριό της κακιάς συμφοράς, με σπίτια χτισμένα από κάτι υπερμεγέθη τούβλα, χωρίς εξωτερικούς σοβάδες, λίγα χιλιόμετρα μετά τα σύνορα όταν πια βρεθήκαμε μέσα στη Βουλγαρία.

Κατευθυνόμασταν προς τη Σόφια αλλά δεν θα μέναμε εκεί. Θα την προσπερνούσαμε από την βόρεια της παράκαμψη γιατί είχαμε τελικό προορισμό τη Φιλιππούπολη, το Πλόβντιβ, καλεσμένοι από την τοπική ένωση Συγγραφέων και Καλλιτεχνών, όπου υπολογίζαμε να φτάσουμε το απόγευμα για να παρουσιάσουμε τα μουσικά και ποιητικά επιτεύγματα ημών, των Θεσσαλονικέων ρεκτών του Σοσιαλισμού.

Ενώ εγώ οδηγούσα η Πένυ με έσπρωξε με νόημα, για να μου επιστήσει την προσοχή και να απολαύσω κι εγώ τα «όμορφα χωριουδάκια» που ήτανε στην πραγματικότητα μέσα στην ανέχεια και τη μιζέρια .

- Θα μπω στη Σόφια για Λεβατζήδες, δήλωσα φωναχτά, δεν θα πάμε απ’ την παράκαμψη.
- Ποιοι είναι αυτοί οι Λεβατζήδες; Ρώτησε ανύποπτος ο Αριστείδης, που πρώτη φορά κατέφθανε στην παραδεισένια χώρα του βαλκανικού Υπαρκτού στον οποίο πίστευε χωρίς να ερευνά και κατά συνέπεια ήταν μες στην καλή χαρά.

Ξαφνικά η Πένυ κι εγώ, πνιγμένοι στα γέλια, αρχίσαμε να τραγουδάμε το συνθηματικό τραγούδι μας:

                                 Λεβατζή, Λεβατζή,
                                 Λεβατζή με τα Λεβούδια σ’
                                 Λεβατζή..
                                 Λεβατζή με τα Λεβούδια σ’
                                 Δώσ'  κι εμένα απ’ τα τραγούδια σ’
                                 Λεβατζή


στη μουσική και το ρυθμό του δημοτικού τραγουδιού «Ποια κυρά-ποια κυρά-ποια κυρά και ποια μαντόνα-θα σου στρώσει τα σεντόνια-θα σου στρώ….»

Ο Αριστείδης φυσικά δεν καταλάβαινε κι ανέλαβε ο Αποστόλης (ο έτερος ποιητής του φιλοσοσιαλιστικού θιάσου), ως ειδικός επί θεμάτων του Υπαρκτού, να του εξηγήσει έτσι όπως καθότανε κι οι δύο πλάι-πλάι στο πίσω κάθισμα, ότι οι Λεβατζήδες ήταν μια κατά τα άλλα συμπαθής επαγγελματική κατηγορία στη Βουλγαρία που είχε ως αντικείμενο της δραστηριότητας της να φροντίζει ώστε οι τουρίστες να αφήνουν τα περισσότερα δυνατά δολάρια ή μάρκα στη χώρα, ανταλλάσσοντας τα με κάτι άνευ αξίας ακαθορίστου χρώματος χαρτάκια που ονομάζονταν λέβα και συμπτωματικά αποτελούσαν το εθνικό νόμισμα της Βουλγαρίας. Και το μεν κίνητρο για την ανταλλαγή αυτή ήταν το ότι σου έδιναν δέκα και παραπάνω χαρτάκια για κάθε δολάριο που τους έδινες, τη στιγμή που η επίσημη ισοτιμία ήταν ένα προς ένα, αλλά από την άλλη πλευρά η εκδίκηση τους το ότι με τα εκατοντάδες αυτά χαρτάκια που μάζευες  δεν υπήρχε τίποτα το ενδιαφέρον (σύμφωνα με τα δικά μας πρότυπα) να αγοράσεις.
                                 
Φτάσαμε έξω από το ξενοδοχείο «Μπαλκάν», στο κέντρο της Σόφιας, και οι λεβατζήδες περίμεναν στωικά όπως πάντα μπροστά στην είσοδο του ξενοδοχείου. Μόλις είδαν τις ελληνικές πινακίδες, δυο-τρεις απ’ αυτούς με πλησίασαν. Διάλεξα τον πιο καλοντυμένο και απομακρυνθήκαμε λίγο παραπέρα, τάχα αφελώς. Μου έδωσε πρώτα τα 600 λέβα για να τα ελέγξω- τον τελευταίο καιρό η ισοτιμία της «μαύρης αγοράς» είχε γίνει ένα προς δώδεκα-, τα φυλλομέτρησα καλά μήπως μου έβαλε άχρηστα Γιουγκοσλάβικα Δηνάρια στη δεσμίδα κι όταν βεβαιώθηκα πως όλα είναι εν τάξει, έβγαλα και του έδωσα το πενηνταδόλαρο.
Ο Αριστείδης κοιτούσε έκπληκτος μη πιστεύοντας ότι μπορούν να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα στον Υπαρκτό, αλλά δεν φάνηκε ούτε προς στιγμή να κλονίστηκε η πίστη του ή να χάθηκε το κουράγιο του.

- Τι ωραίες λαϊκές πολυκατοικίες, αναφώνησε μόλις βγήκαμε απ΄ το κέντρο της Σόφιας για να βγούμε προς την εθνική  οδό για το Πλόβντιβ, βλέποντας τα τεράστια γκριζοκίτρινα μπλοκ που αποτελούσαν το έμβλημα της επιτυχίας της οικιστικής πολιτικής του Υπαρκτού.

Η Πένυ με σκούντηξε αυτή τη φορά ισχυρότερα υπονοώντας πως αρχίζει να χάνει την υπομονή της και θα του τα ψάλλει, αλλά της έκανα νόημα σιωπής.

Φτάσαμε στη Φιλιππούπολη κι εγκατασταθήκαμε στο ξενοδοχείο «Τριμόντσιουμ», ένα ξενοδοχείο που πριν πενήντα χρόνια θα ήταν κόσμημα της πόλης αλλά είχε να ανακαινισθεί ποιος ξέρει πριν πόσο καιρό και θύμιζε το "Μεντιτερανέ" λίγο πριν το κατεδαφίσει η δική μας εργολαβική απληστία. Στη ρεσεψιόν μας περίμενε η γραμματέας της οργανωτική επιτροπής που μας τακτοποίησε στα δωμάτια μας και, πολύ συγκινητικά, μας έδωσε στον καθένα μας έναν φάκελο που περιείχε μερικά λέβα για τα πρώτα προσωπικά μας έξοδα, χωρίς φυσικά να μπορεί να φανταστεί ότι εμείς γνωρίζαμε από καιρό τις "ρωγμές" του Υπαρκτού και τα «παράνομα» λέβα. Μπροστά απ' το ξενοδοχείο μας ξεκινούσε ο πεζόδρομος που τις παλιές εποχές αποτελούσε τον Κεντρικό εμπορικό δρόμο της πόλης. Στις δύο πλευρές του δρόμου διώροφα ή το πολύ τριώροφα διατηρητέα, βαμμένα εξωτερικά με έντονα χρώματα, χρώματα τέρρα-όμπρα-πολύ ανοιχτό πράσινο ή παλ γαλάζιο, με μικρά μαγαζάκια που πουλούσαν κάλτσες, κορδέλες, καλσόν, φάρμακα, φρούτα, λαχανικά, εφημερίδες και περιοδικά, ψιλικά και παρόμοια. Σε μια γωνιακή μονώροφη οικοδομή μάλιστα, ήταν και η έδρα του Συλλόγου Βουλγαροελληνικής Φιλίας καθώς και του Συνδέσμου Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων. Στο μπαλκόνι, δυο-τρεις γλάστρες με βασιλικό και κρεμασμένες οι σημαίες των δύο χωρών. Δίπλα σ’ αυτές, δέσποζε πιο μεγάλη η σημαία του Κόμματος. Ο Αριστείδης συγκινήθηκε απ’ τη θέα της σημαίας και τους πολιτικούς πρόσφυγες αλλά τόριξε στον βασιλικό:
- Κοίτα τους ωραίους βασιλικός στο μπαλκόνι, μου είπε με βουρκωμένα μάτια.

Η Πένυ δεν ήταν παρούσα για να με σπρώξει, είχε πεταχτεί απέναντι σ’ ένα παντοπωλείο για να ξοδέψει χαρτάκια, θέλοντας να αγοράσει οτιδήποτε, έστω και μαρμελάδες.

- Σήμερα έχουν πατάτες, είπε θριαμβευτικά, όταν γύρισε. Άφθονες, βραστερές, υγιεινές, ωραιότατες, στρογγυλότατες, αλλά μόνον πατάτες. Αύριο μπορεί να ‘χουν μαρούλια, μεθαύριο μόνον καρότα.
- Και σχετικά με τις μαρμελάδες, πότε προβλέπεται να φέρουν; Ρώτησα. Κανείς δεν γνώριζε, μου είπε, και συμπλήρωσε κοιτώντας πλάγια τον Αριστείδη:
- Θα πρέπει κάποιος να ρωτήσει την Κεντρική Επιτροπή Σχεδιασμού και Λαϊκού Εφοδιασμού του Κόμματος.

Ο Αριστείδης δεν αντέδρασε στην πρόκληση, προχωρώντας με μεγαλοψυχία και αγέρωχα παρακάτω.

Την επόμενη μέρα μας οδήγησαν στο «Σπίτι της Κουλτούρας» για να συναντηθούμε με τοπικούς συγγραφείς και καλλιτέχνες. Το σπίτι βρίσκονταν ψηλά σε έναν λόφο, μετά το κομψό Ρωμαϊκό θέατρο της Φιλιππούπολης στη γειτονιά όπου πριν από μερικές δεκαετίες διέμενε κατά βάση η ελληνική πλούσια τάξη της πόλης. Εδώ ο Υπαρκτός έδινε εξετάσεις και τις πέρναγε με άριστα, συγκριτικά με τα «δικά» μας εγκλήματα κατά των παλιών περιοχών των πόλεων μας : τα καλντερίμια είχαν ξαναφτιαχτεί επιμελώς, τα διώροφα αρχοντικά ανακατασκευαστεί με μεράκι και σε μερικά απ’ αυτά υπήρχε ενδεικτική πινακίδα που κατατόπιζε πως παραδείγματος χάριν «αυτό το σπίτι ήταν η πρώην κατοικία Κουγιουμτζόγλου».

Το «Σπίτι της Κουλτούρας» ήταν προφανώς κι αυτό πρώην ελληνικό αρχοντόσπιτο. Στον δεύτερό του όροφο μας περίμεναν καμιά εικοσαριά τοπικοί «άνθρωποι του Λόγου και της Τέχνης».

Πρώτα ξεκίνησαν οι αναπόφευκτοι λόγοι. Ο τοπικός Πρόεδρος άρχισε να μας εξηγεί την ανάγκη της ειρήνης, φιλίας και συναδέλφωσης των λαών, ιδίως των γειτονικών, πόσο η τέχνη μπορεί να εξυπηρετήσει το προτσές της ειρηνικής συνύπαρξης, πόσο ο σοσιαλισμός όμως είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το προτσές αυτό και πόσο η φιλειρηνική κυβέρνηση του σ. Ζίβκωβ συμβάλλει αποφασιστικά προς την κατεύθυνση αυτή. Ο συνοδός μας Μέγας Κομισάριος απάντησε για λογαριασμό μας , για λογαριασμό όλων των πνευματικών ανθρώπων της Ελλάδας και ίσως-ίσως για λογαριασμό ολόκληρης της Ελλάδας, με έναν λόγο αυτάρεσκο και εξ' ίσου μακροσκελή.

Παρ’ όλο που η ώρα ήτανε μόλις 12 το μεσημέρι έκανε πολλή ζέστη, έτσι που μ’ έπιασε μια βαθύτατη υπνηλία και πότε χασμουριόμουνα μέσα στις παλάμες μου, πότε τσιμπιόμουνα για να κρατηθώ άγρυπνος.

Τότε, ήρθαν τα κεράσια.

Μια ομολογουμένως μεγάλη πιατέλα, διαμέτρου τουλάχιστον ογδόντα εκατοστών με κατακόκκινα κεράσια και στη μέση μερικά παγάκια.

- Τι υπέροχα κεράσια, πετάχτηκε αυθόρμητα ο Αριστείδης ενώ ήδη είχε απλώσει το χέρι του στην πιατέλα για να πάρει τα πρώτα πέντε, μαζί.
- Καλά ρε Αριστείδη, δεν έχεις ξαναδεί στη ζωή σου κεράσια; Του τη βγήκε η Πένυ μην αντέχοντας στον πειρασμό.
- Ναι, αλλά αυτά τα κεράσια είναι το κάτι άλλο, της απάντησε πνιγμένος απ’ τα κουκούτσια.
- Κεράσια σοσιαλιστικά, του αντέτεινε ειρωνικά η Πένυ για να εισπράξει τη σιωπή του.

Την επομένη μέρα ξεκινήσαμε με ένα πουλμανάκι ρωσικής προέλευσης για εκδρομή στο Ασένοφγκραντ, την παλιά ελληνική Στενήμαχο.

Ο δρόμος ήτανε στενός, η άσφαλτος τουλάχιστον προπολεμική, η ανάρτηση του ρωσικού αυτοκινήτου της κακιάς συμφοράς, οι λακκούβες δεκάδες και βαθιές, ο οδηγός βιαστικός και δεν μπορούσε να τις αποφύγει όλες. Δυο-τρεις φορές τα κεφάλια μας χτύπησαν ελαφρά στην οροφή του αυτοκινήτου. Σκέτη ταλαιπωρία. Ο Αριστείδης παρ’ όλα αυτά, κοιτούσε τα γύρω χωράφια και ρέμβαζε. Ξαφνικά η Πένυ έκανε μια θανατηφόρα παρατήρηση:

- Βρε Αριστείδη, τι εγκατάλειψη είναι αυτή στα χωράφια εδωπέρα; Τίποτα δεν καλλιεργούν πια σ’ αυτό τον τόπο;

Πράγματι, περνούσαμε επί αρκετή ώρα μια περιοχή όπου, Ιούνη μήνα, θάπρεπε κανονικά οι σοδειές να ξεχειλίζουν, αλλά μόνον η Πένυ με το αντισοσιαλιστικό της μένος το είχε προσέξει.

-Ναι, αλλά κοιτάξτε πόσο εύφορο είναι το χώμα, απάντησε αλλάζοντας συζήτηση.

Μέσα στο ντούκου-ντούκου της διαδρομής και την αφόρητη ζέστη του κάμπου η απάντηση του Αριστείδη ήτανε ότι πιο κατάλληλο για να μας κάνει να ξεσπάσουμε σε ατέλειωτα χάχανα, ενώ εκείνος γεμάτος απορία ρωτούσε:

-Γιατί ρε παιδιά, δεν σας φαίνεται πολύ εύφορο το χώμα εδώ;

Η Πένυ που καθότανε μπροστά αναψοκοκκίνισε αλλά δεν συνέχισε την κουβέντα, ιδίως διότι αισθάνθηκε το κοφτερό βλέμμα του Μεγάλου Κομισάριου να την επιτιμά.

Το ίδιο βράδυ, επιστρέφοντας στη Φιλιππούπολη είχαμε να παρουσιάσουμε τη φιλοσοφική, τη λογοτεχνική και τη μουσική πραμάτεια που κουβαλήσαμε ενώπιον «αρχών και κοινού» σε ειδική αίθουσα του Δημαρχείου. Μετά το διεθνιστικό και πολιτιστικό μας καθήκον, είχε προβλεφτεί το σχετικό το αποχαιρετιστήριο γεύμα.

Μας είχαν κλείσει ένα τεράστιο τραπέζι σε μια ταβέρνα της παλιάς πόλης, σε ένα σημείο του μαγαζιού από όπου έβλεπες τα πάντα χωρίς να σε βλέπουν, που προφανώς προορίζονταν για τους εκάστοτε επισήμους και μαζί, τους κομματικούς κομισάριους. Ελληνικά και Βουλγαρικά σημαιάκια στο τραπέζι, κουζίνα της Θράκης, κρασί τοπικό (Cabernet), και ατέλειωτοι λόγοι με προπόσεις.
 
Το άλλο πρωί μαζέψαμε τις βαλίτσες μας και ξεκινήσαμε για Ελλάδα. Αυτή τη φορά θα πηγαίναμε απ’ τα βουνά και συγκεκριμένα απ’ το Παμπόροβο, παρακάμπτοντας τελείως την εθνική οδό Πλόβντιβ-Σόφιας.

Ο δρόμος στο βουνό ήταν σχετικά στενός, προσπερνούσαμε όμως με ευκολία τα διάφορα κάρα που μετέφεραν εμπορεύματα ή ανθρώπους από το ένα στο άλλο χωριό, καθώς και μικρούς ανώνυμος οικισμούς με φτωχικά σπιτάκια και που και που μπροστά τους ένα σαραβαλιασμένο Λάντα. Η φύση βέβαια, ήτανε επιβλητική.

Όταν κατεβήκαμε, πλησιάζοντας πάλι την εθνική οδό για τα σύνορα, ο Αριστείδης τη στιγμή που δεν το περίμενε κανείς, χτύπησε ξαφνικά, μόλις προσπεράσαμε ένα ψωροκάρο:

- Τι ωραίο, καθαρό μουλάρι...

Τα νεύρα μας δεν άντεχαν άλλο.

- Βρε άι στο διάβολο κι εσύ και τα μουλάρια σου κι ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός σου, του επιτέθηκε ολομέτωπα η Πένυ, που όλα καλά και ωραία τα βρίσκεις, και τη μιζέρια την θεωρείς γραφικότητα. Πες μου βρε, μα την αλήθεια, δεν βρήκες τίποτα στραβό εδώ, τόσες μέρες τώρα; Όλα τέλεια ήτανε;
- Για να είμαι ειλικρινής, όχι, απάντησε ο Αριστείδης. Ένα μόνο βρήκα στραβό, τους Λεβατζήδες, όπως τους λέτε.
- Καλά βρε, και κουφός και τυφλός είσαι; Δεν είδες τη μαύρη φτώχεια και την κασίδα, δεν βλέπεις τι τραβάει ο λαός βρε στη Βουλγαρία;
- Ναι, αλλά δεν είδα πουθενά και μεγαλοαστούς, ψιθύρισε ο Αριστείδης.
- Κι αυτοί βρε, που τρων και πίνουν στα σεπαρέ πίσω απ’ τις βελούδινες κουρτίνες των εστιατορίων τι είναι;
- Α, αυτοί αποτελούν την απαραίτητη για την ολοκλήρωση του σοσιαλισμού γραφειοκρατική ομάδα, που όταν περάσει σε ανώτερο στάδιο και έρθει πλέον ο κομμουνισμός θα εξαφανιστούν, δήλωσε απαγγέλοντας το μάθημα του.
 
Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη τον άφησα κάπου κοντά στο σπίτι του γύρω στις οκτώ το βράδυ.

Την επόμενη φορά που τον συνάντησα στη συναυλία, είχαν ήδη περάσει δεκαέξι χρόνια.

Ο Αριστείδης στέκονταν στην είσοδο του Θεάτρου και εισέπραττε προκαταβολικά συγχαρητήρια. Η ώρα ήταν ήδη εννιά και όπου νάναι θα άρχιζε η παράσταση, η αίθουσα του Κρατικού Θεάτρου σχεδόν γεμάτη. Μπράβο επιτυχία τον Αριστείδη, σκέφθηκα και κάθισα στην τρίτη σειρά έχοντας πίσω μου τον Μύρου και άλλους ποιητές.

Ας πάω έξω να πάρω και το πρόγραμμα, σκέφτηκα όταν είδα τον διπλανό μου να το διαβάζει.

Το πρόγραμμα ήταν λεπτομερές: ποιο πρώτο, ποιο δεύτερο τραγούδι, ποιού ποιητή. Και, ω της εκπλήξεως,  δεν περιλάμβανε εμένα.

Με ζώσανε μόνον μαύρα φίδια, αλλά κάπου παραμυθιάστηκα γιατί αναφέρονταν το όνομα μου στους ποιητές με τους οποίους «ασχολήθηκε ο συνθέτης».

Το πρόγραμμα ξεκίνησε με ένα «οδοιπορικό» της Θεσσαλονίκης στον 20ο αιώνα και άρχισε με ποιήματα του Μαφόπουλου που είχε μελοποιήσει ο Αριστείδης. Έ, έχουμε πολύ δρόμο μέχρι τη Δικτατορία του ΄67, σκέφτηκα, γιατί προφανώς κάπου εκεί θα είχε εντάξει το μελοποιημένο μου ποίημα.

Φτάσαμε στα γεγονότα του '36, πήγαμε στην Κατοχή και την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, ακούστηκαν τα μελοποιημένα ποιήματα των Αναγνωστόπουλου-Θασοπουλίτη-Μύρου, πλησιάζουμε είπα από μέσα μου, πριν γίνει το διάλειμμα.

Εποχή του ’50, δεκαετία του ΄60, σχετικά τραγούδια, οπότε μόλις ο αφηγητής έκανε λόγο για την Δικτατορία του '67, υψώνεται ο Αριστείδης πάνω απ’ το πιάνο του κι αρχίζει να... απαγγέλλει με βροντερή φωνή ένα δικό μου ποίημα.

Ούτε μελοποίηση, ούτε μουσική, ούτε ενορχήστρωση, ούτε νότες,  μια σκέτη απαγγελία ενός ποιήματος , μοναδική σ' όλη τη βραδιά και άσχετη προς τις εκτελέσεις των υπολοίπων μελοποιημένων ποιημάτων.

Κάποια στιγμή τελείωσε η παράσταση μέσα σε πολλά χειροκροτήματα και ξεκίνησα να φύγω, όταν ένοιωσα ένα χέρι να μου ακουμπάει τον ώμο, του Αριστείδη.

-Δεν πρόλαβα να το τελειώσω το τραγούδι σου, ρε καρντάσι, έχει και δύσκολη στιχοποιία, με συγχωρείς ,έτσι;

Τώρα τι να του έλεγα. Να έψαχνα υποσυνείδητες αιτίες του γιατί «δεν πρόλαβε» αναζητώντας ως ψυχολογικός ντετέκτιβ μια πιθανώς ενδόμυχη, μήτε καν συνειδητοποιημένη εκδίκηση για τις καζούρες του 1985; Να το εκλάμβανα ως μια ετεροχρονισμένη εκδίκηση της Ιστορίας εκ μέρους του Υπαρκτού;

Στην έξοδο βρήκα τον ποιητή Χριστόπουλο να μουρμουρίζει: «Τι φέσι θεέ μου πάλι φάγαμε απόψε!» Και μόλις με βλέπει να έχω φτάσει δίπλα του, να μου λέει: «Εσύ, μωρό μου, φτηνά τη γλίτωσες. Αν και σε πλησίασε πολύ κοντά  , τελικά ευτυχώς δεν μελοποιήθηκες απ’ τον Αριστείδη. Άγιο είχες και δεν έγινες ρεζίλι...»

Ή μήπως τελικά ο Υπαρκτός έκανε το θαύμα του;

Αδημοσίευτο διήγημα (2001)


Ευχαριστώ πολύ τον Γιάννη Καρατζόγλου που μου εμπιστεύτηκε αυτό το αδημοσίευτο διήγημά του και τον καλωσορίζω και σ' αυτή τη γειτονιά του φόρουμ και της λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης. :-)
« Last Edit: 14 May, 2009, 22:05:54 by wings »

Anastasia

  • Anastasia Giagopoulou
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 2365
  • Gender: Female
  • Set goals, Work hard!
    • anastasia.giagopoulou
    • https://twitter.com/ingreekt
    • My Website
Πρέπει να πω ότι χαίρομαι ιδιαίτερα που γνωρίζουμε και αυτή την πλευρά των ποιητών της πόλης μας.

Όμορφο διήγημα. Ευχαριστούμε πολύ. ;-)

Καλημέρα! ;-)
« Last Edit: 24 Dec, 2008, 01:51:20 by wings »
"Only Love can leave such a... Mark!"


vmelas

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 4932
  • Gender: Female
Εγώ θα κρατήσω την αφηγηματική ικανότητα. Η δυνατότητα να νοιώσεις, ακόμα και να νοιώθεις τις μυρωδιές, είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και ο λόγος ρέει. Πολύ ωραίο ... ευελπιστώ σε περισσότερα (και φυσικά να μας πείτε πότε βγαίνει βιβλίο γιατί αξίζει να είναι σε όλων μας τις βιβλιοθήκες).

Πολλές καλημέρες στη Θεσ/νίκη!

« Last Edit: 24 Dec, 2008, 01:51:37 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ουδείς οίκτος

Η «ολοσχερής καταστροφή τού πολυτελούς αυτοκινήτου γνωστού επιχειρηματία», συνέβη στη Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας, εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας τού '90 που τα πάντα ανατρέπονταν: τα καθεστώτα τού υπαρκτού σοσιαλισμού κατέρρεαν ένα-ένα σαν τραπουλόχαρτα με ταυτόχρονη θριαμβολογία των οπαδών του άκρατου καπιταλισμού, η σκέψη των Μαρξ και Έγκελς μεταλλάσσονταν αργά και σταθερά από τα ρούχα των Μαρκς και Σπένσερ που επιτέλους είχαν φτάσει και στην Ελλάδα, ενώ στα πανεπιστήμια τα αμπέχονα και τα καφτάνια της προηγουμένης δεκαετίας εξαφανίζονταν κι αυτά, δίνοντας τη θέση τους σιγά-σιγά σε κομψά μπλουτζίν και χρωματιστά μπλουζάκια.

Εκείνη τη μέρα, ο κύριος Καθηγητής τής έδρας Οργάνωσης Επιχειρήσεων, στο πλαίσιο του «ανοίγματος» της «από καθέδρας» διδασκαλίας, είχε καλέσει, όπως το συνήθιζε τελευταία, έναν γνωστό για την ραγδαία του επιτυχία αλλά και από τη συχνή παρουσία του στις σελίδες των κοσμικών στηλών επιχειρηματία, προκειμένου να μιλήσει στο Τμήμα και να αναπτύξει έτσι στους φοιτητές την αιτία της ανοδικής και επιτυχημένης επιχειρηματικής του πορείας, μια «μελέτη περιπτώσεως» δηλαδή, όπως λέγεται.     

Το Αμφιθέατρο της Σχολής ήταν φίσκα. Διακόσιοι φοιτητές και βάλε ήρθαν να ακούσουν τη «μελέτη περιπτώσεως», μια που ο κύριος καθηγητής άφηνε πάντοτε να εννοείται ότι όποιος παρακολουθούσε τις έξτρα διαλέξεις που διοργάνωνε θα είχε ένα «μπόνους» στη βαθμολογία τού Ιουνίου που θα επηρέαζε (προς τα πάνω, βέβαια) την  «κατάκτηση» του πολυπόθητου 5.

Ο σαρανταπεντάρης επιχειρηματίας κατέφθασε με την ασημί διθέσια Μερσεντές του για την οποία ήτανε πολύ περήφανος και παρκάρισε το αυτοκίνητο έξω από το κυλικείο της σχολής, όπου τον περίμενε ο κύριος καθηγητής για να τον συνοδεύσει στο αμφιθέατρο που ήταν λίγα μέτρα παρακάτω. Μπήκανε στην αίθουσα μαζί, φθάσανε στα καθηγητικά έδρανα και ο καθηγητής τον παρουσίασε με θερμά λόγια στο ακροατήριο: -Σήμερα, παιδιά μου, θα σας παρουσιάσω έναν σημαντικό επιχειρηματία της περιοχής μας, που θα σας μιλήσει για την επιχειρηματική του επιτυχία, πώς έφθασε μέχρι εδώ και τι πρέπει να κάνει κάθε διευθυντής μιας επιχείρησης για να ανέλθει οικονομικά και κοινωνικά, πώς δηλαδή να διευθύνει την επιχείρηση που έφτιαξε ο ίδιος ή πώς να την διοικήσει αν η μοίρα το φέρει να διοριστεί ως διευθυντής, δηλαδή ως ανώτατο στέλεχος. Αλλά, ας αφήσω τις πολλές εισαγωγές κι ας δώσω κατευθείαν το λόγο στον πολύ γνωστό κ. Ντίνο Αβράσογλου. Το βλέμμα τού επιχειρηματία σάρωσε γρήγορα το αμφιθέατρο, προσπέρασε κάποια αμπέχονα και μερικά αντάρτικα γένια (υπολείμματα της περασμένης δεκαετίας) και προσγειώθηκε στην επάνω σειρά των εδράνων, όπου σταμπάρισε μια όμορφη ξανθιά φοιτήτρια. Πάτησε αποφασιστικά το κουμπί του προβολέα για την εκκίνηση, η οθόνη πίσω του έδειξε έγχρωμα και μεγαλοπρεπώς την πιο μοντέρνα πλευρά του κτιρίου τού εργοστασίου του και ξεκίνησε την ομιλία του.

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να σας ευχαριστήσω, κύριε καθηγητά, για την ευκαιρία που μου δίνει η Σχολή σας να μιλήσω στους φοιτητές σας σχετικά με τον τρόπο που γίνεται κανείς επιτυχημένος επιχειρηματίας. Λόγω του περιορισμένου χρόνου, θα αναφερθώ μόνο σε ένα θέμα, αλλά – για μένα – πολύ βασικό. Δεν θα σας μιλήσω λοιπόν για το ξεκίνημα μου, εξ άλλου στον κόσμο των επιχειρήσεων το θέμα δεν είναι πώς ξεκινάει κανείς, αλλά πώς μπορεί να κρατήσει μια επιχείρηση ζωντανή ανάμεσα στις διάφορες σημερινές συμπληγάδες. Και, δυστυχώς, αυτό σήμερα πιστεύω ότι συνδέεται με το θέμα τού υγιούς συνδικαλισμού. Θα καταλάβετε σε λίγο τι εννοώ.

Εγώ, κυρίες και κύριοι φοιτητές, είμαι αυτοδημιούργητος. Ένας αυ-το-δη-μι-ούρ-γη-τος ξαναλέω, που ξεκίνησε από μια μικρή πόλη τής Ελλάδος. Φυσικά, εσείς λογικά δεν γνωρίζετε τι σημαίνει αυτό γιατί είστε ακόμα σπουδαστές.  Όλα όσα βλέπετε στην οθόνη πίσω μου, αποθήκες, βιομηχανοστάσια, γραφεία, βγήκαν απ’ τον ιδρώτα μου κι απ΄ τη δική μου τη δουλειά, αποκλειστικά. Ξεκίνησα με το μυστρί πριν από είκοσι χρόνια και τώρα βλέπετε αυτό το θαύμα. Και μη νομίζετε πως δεν αντιμετώπισα κινδύνους όλα αυτά τα χρόνια. Μη θαρρείτε ότι διάφοροι ζηλόφθονοι δεν έκαναν τα αδύνατα δυνατά να με καταστρέψουν - ανταγωνιστές, εφοριακοί, βαλτοί πολιτικάντηδες, μπαταχτσήδες πελάτες και άλλοι πολλοί. Εγώ, όμως, σκληρός κι αποφασιστικός σαν βράχος. Και σαν παράδειγμα της αποφασιστικότητας που χρειάζεται για να κρατήσει κανείς μια επιχείρηση όρθια, θα σας πω με δυο λόγια πώς έσπασα την πρώτη και μοναδική απεργία που μου κάνανε.


Το ακροατήριο άκουγε με προσοχή (προς το παρόν τουλάχιστον) μια και ο καθηγητής επόπτευε στιβαρά το περιβάλλον.

Είχα που λέτε κάποτε έναν αλήτη, αποθηκάριο. Δηλαδή τι αποθηκάριο, τρίχες αποθηκάριος ήτανε. Απλώς παραλάμβανε τα δείγματα που έρχονταν από τους προμηθευτές, τα μετρούσε, αν τα μετρούσε όλα ο κερατάς, τα ψευτοτακτοποιούσε στα ράφια τους και τα πέρναγε στο κομπιούτερ. Όταν έμπαινες στην αποθήκη του, έκανε πάντοτε πως ήτανε απασχολημένος, αλλά αυτουνού, όπως αποδείχτηκε, αλλού ήταν το μυαλό του. Άσκημη φάτσα, μαυριδερή, κατσικίσια. Θα μου πεις, γιατί τον πήρες, κύριε, στη δούλεψη σου αυτόν τον αχαΐρευτο; Έλα ντε… Να ‘ναι καλά το ρουσφέτι. Είχε ένα θείο στην Εφορία Ανωνύμων - μεγάλο καθίκι κι αυτός ο θείος - που μια φορά, τη μοναδική φορά που δεν μου γύρεψε φακελάκι ή μάλλον, όπως το συνήθιζε, φακελάρα, με παρακάλεσε να προσλάβω το γιο του, που είχε τελειώσει το Λύκειο και βολόδερνε από καφενείο σε καφενείο τάχα πως έψαχνε για δουλειά. Έτσι τον προσέλαβα και τον έβαλα στην αποθήκη δειγμάτων. Φυσικά, στην αρχή ήτανε ψαρωμένος. Τι «καλημέρα σας, κ. Ντίνο, τα σέβη μου» μου έλεγε ο χαμηλοβλεπούσας μόλις τον τράκαρα στην αυλή του εργοστασίου, δεν λέγεται. Με πέθανε στα «σέβη» και στο ψέμα. Αυτός, λοιπόν, που δεν τον έκοβες ούτε για μισή οκά άνθρωπο, αυτός μου την έκανε όλη τη δουλειά. 

Μια μέρα, πέρσι τον Ιούνιο, έρχομαι προς στο εργοστάσιο μαχμουρλής και κακόκεφος. Στρίβω απ’ τον κεντρικό δρόμο, πλησιάζω στην πύλη, οπότε τι να δω! Καμιά τριανταριά ρεμάλια στέκονται μπροστά στο φυλάκιο κρατώντας ο ένας τον άλλον αγκαζέ, δεν αφήνουν να περάσει κανένας μέσα, και βαστούν ένα πανό που γράφει «ΑΠΕΡΓΙΑ - Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ». Άκου να δεις, κύριε, η τρομοκρατία…Αμέσως την ανθίστηκα τη δουλειά: η τρομοκρατία ήμουνα εγώ, εγώ που τους έδινα τόσο καιρό ψωμί και φαΐ, που θα είχαν πεθάνει στην πείνα από την ανεργία οι αχάριστοι. Εγώ που τους είχα σαν πατέρας κι αδερφός, που… άσ’ τα να πάνε. Σταματώ μπροστά τους το αυτοκίνητο (παρά λίγο να πέσω επάνω τους κι ύστερα ποιος τους μαζεύει), χαμηλώνω το τζάμι μου και ρωτώ δήθεν αθώα «Τι γίνεται εδώ, ρε παιδιά;»

Οπότε που λέτε, πετιέται εκείνος ο αληταράς ο αποθηκάριος και με αυθάδεια μου λέει: «Το Σωματείο του εργοστασίου στη χθεσινή του Γενική Συνέλευση αποφάσισε ομόφωνα να παλέψει ενάντια στην αυθαιρεσία τού αφεντικού, ενάντια στις τρομοκρατικές μέθοδες της εταιρείας, για ένα ενιαίο και δυνατό σαν πυγμή συνδικαλιστικό κίνημα στο εργοστάσιο». «Κι εσύ τι ρόλο παίζεις, ρε;» τον ρωτάω. «Είμαι ο νέος Πρόεδρος του Σωματείου», μου απαντάει σαν φουσκωμένος γάλος. Κοιτάζω τους άλλους στα μάτια, όλοι απέφευγαν να με κοιτάξουν. Αλλά το αγκαζέ, αγκαζέ κι η πυγμή, πυγμή. «Εμένα θα με αφήσετε να περάσω τουλάχιστον;» του λέω με μισό χαμόγελο, φαρμακερό. «Μόνον εσάς και τους διευθυντές αλλά κανέναν άλλον», απαντάει ο κακορίζικος. Κάνουν μερικοί στην άκρη, αφήνουν πέρασμα απ’ την πύλη, πατάω γκάζι στην Μερτσέντες και παρκάρω στη θέση μου. Βλέπω στα παράθυρα των γραφείων τον Αργυρόπουλο τον οικονομικό και τον Πετρίδη τον διοικητικό να με περιμένουν με αγωνία στα πρόσωπα τους.

Ανεβαίνω επάνω και τους μαζεύω σε σύσκεψη. «Καλά, ρε άσχετοι, ανίκανοι, βλάκες, που σας έχω και διευθυντές με δικαίωμα υπογραφής και αυτοκινητάρες, κανένας σας δεν κατάλαβε τι γινόταν τόσο καιρό πίσω απ’ την πλάτη σας; Κανένας; Να σας τη φέρουν έτσι ένας άξεστος αποθηκάριος, δυο-τρεις οδηγοί φορτηγών και ένας φύλακας; Να κάνουν τόσο καιρό συνεννοήσεις για Σωματείο και εσείς να μην πάρετε ντιπ χαμπάρι; Τίποτα, βρε βλάκες, δεν καταλάβατε; Κι εκείνος, που τον ακριβοπληρώνω και τον έχω να τριγυρνάει από τμήμα σε τμήμα και να μαθαίνει τι γίνεται, κι αυτός δεν έμαθε τίποτε; Πού είναι σήμερα, πού βόσκει; Μαζί με τους απεργούς είναι; Τώρα ξύπνησε; Τώρα είναι αργά και γι αυτόν και για όλους μας.»


Εδώ και ώρα οι φοιτητές κοιτιόντουσαν μεταξύ τους, άλλοι είχαν κρεμάσει ένα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπο τους, μερικοί το έριξαν στη συζήτηση ενώ εκείνοι με τα αμπέχονα ετοιμάζονταν να αντιδράσουν και έστελναν χαρτάκια με πιθανά σχέδια ο ένας στον άλλο.

Με παρακολουθούσανε που λέτε σαν κότες όλοι οι μεγαλόσχημοι διευθυντάρες, με χαμηλωμένο το κεφάλι, κι αναλογίζονταν κι αυτοί τι τους ξημερώνει. Ο μόνος που κάτι πήγε να πει ήταν ο Πετρίδης: «Νομίζω, κ. Ντίνο, ότι ουδέν κακόν αμιγώς καλού, διότι έκαναν πολλά λάθη. Πρώτον, η απεργία τους είναι σίγουρα παράνομη και καταχρηστική γιατί δεν μας ειδοποίησαν εγγράφως σαράντα οκτώ ώρες πριν. Αλλά και το Σωματείο τους είναι παράνομο». «Γιατί, ρε Πετρίδη, είναι παράνομο;» τον ρώτησα με κάποια ελπίδα. «Γιατί κύριε Ντίνο, έμαθα ότι το καταστατικό το υπόγραψαν είκοσι ένας, αλλά στο μεταξύ τον εικοστό πρώτο τον είχαμε απολύσει, άρα δεν είχε δικαίωμα να είναι ιδρυτικό μέλος του Σωματείου. Αν οι ημερομηνίες βγαίνουν έτσι, τότε όχι μόνο το Σωματείο είναι παράνομο, αλλά και οι αρχηγοί του δεν μπορούν να έχουν καμία συνδικαλιστική προστασία». Να σε φιλήσω, Πετρίδη μου, σκέφτηκα, αλλά του είπα βαρύθυμος: «Αν είναι όπως τα λες, Πετρίδη, έχουν υπογράψει τη θανατική τους καταδίκη. Μόνο κοίταξε να βρεις τους δικηγόρους μας, να πάνε στα δικαστήρια να ψάξουν τα κιτάπια, να βρουν τις ημερομηνίες και τα τοιαύτα και μέχρι το μεσημέρι να μας πουν, μην τους πάρει κι αυτούς και τους σηκώσει. Τους ζυγούς λύσατε τώρα», τους απέπεμψα.

Στο μεταξύ είχανε φτάσει κάτι φορτηγά γιατί είχα να φορτώσω μια μεγάλη εξαγωγή για Βουλγαρία. Οι φορτηγατζήδες, άλλο που δε θέλανε, μόλις είδαν τα δικά μου τα τσογλάνια να μην τους επιτρέπουν την είσοδο, άραξαν στο τιμόνι τους, βάλανε μουσική κι άρχισαν τα φραπεδάκια. Πού να τρέχουνε τώρα στη Στάρα Ζαγόρα και στα βουνά μέσα στη ζέστη τού Ιουνίου; Το μεροκάματο, ούτως ή άλλως, θάπεφτε από τη μεταφορική. Άλλα κοπούκια κι αυτοί, τέλος πάντων. Πήρα τηλέφωνο το «σύντροφο» όπως ακόμα τον αποκαλούσα, τον Γιορντάν, παλιά κομμούνα που είδε παντεσπάνι στον καπιταλισμό κι έγινε χειρότερος από μας, και του είπα τα καθέκαστα. «Και πόσο καιρό θα κρατήσει αυτή η φασαρία, ρε Ντίνο»; με ρώτησε ανήσυχος. «Καναδυό μέρες», του απάντησα καθησυχαστικά. «Κι αν δεν λυθεί η απεργία, τι θα γίνει» συνέχισε να με βασανίζει. «Ρε Γιορντάν, μη φοβάσαι, θα τους ξεσκίσω, έχεις το λόγο μου», του έριξα. «Καλά ρε Ντίνο, αλλά σε σένα να κάνουνε σωματεία κι απεργίες;», έριξε το φαρμάκι του ο κομούνας. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, αλλά είπα μέσα μου, πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

Το μεσημέρι οι δικηγόροι μας φέρανε τα καλά μαντάτα : πράγματι, ο εικοστός πρώτος μαγκάκος που είχε βάλει την υπογραφή του στο καταστατικό του σωματείου είχε απολυθεί από μένανε τον ίδιο την προηγούμενη μέρα. Άρα ο Πετρίδης είχε δίκαιο, άρα το κωλοσωματείο τους ήτανε παράνομο, το ίδιο και η απεργία τους. Τώρα θα τους κάνω να πούνε τον δεσπότη Παναγιώτη, σκέφτηκα με κρυφή χαρά.. Φωνάζω τον Πετρίδη, του λέω τα καθέκαστα, και του δίνω οδηγίες : κήρυξη του σωματείου ως παράνομου, της απεργίας ως καταχρηστικής και απόλυση χωρίς φυσικά καμιά αποζημίωση σε όσους συμμετείχαν στο συμβούλιο. Για τους άλλους θάβλεπα τι θα τους έκανα , γιατί μερικούς τους χρειαζόμουνα. Έφυγα κατά τις τέσσερις το απόγευμα για το σπίτι, τέρμα ζοχαδιασμένος. Περίμενα την άλλη μέρα να μου πουν οι δικηγόροι τι απόκαναν.

Την άλλη μέρα το πρωί, άλλη βόμβα μεγατόνων: ο άχρηστος εκείνος που είχα απολύσει και υπόγραψε το καταστατικό ως εικοστός πρώτος μού έστειλε με δικαστικό κλητήρα αγωγή ότι τάχα τον απέλυσα καταχρηστικά. Αυτό σήμαινε ότι αν το δικαστήριο έβγαζε την απόλυση του παράνομη, δικαίως είχε υπογράψει το καταστατικό, άρα θα ήτανε νόμιμο και το σωματείο. Θα μου πεις, δεν σας είχαν ειδοποιήσει πριν 48 ώρες για την απεργία. Θα μπορούσες να τους τη χαλάσεις. Ναι, αλλά ο σκοπός δεν ήταν να τους χαλάσω αυτή την απεργία για να μου τη σκάσουν αύριο-μεθαύριο με κανονική, κρατώντας όλες τις προθεσμίες και τα τοιαύτα. Σκοπός ήτανε να τους διαλύσω το σωματείο, να πέσουν κεφάλια, να μη τολμήσουν να ξανασηκωθούν ποτέ πια. Την είδα τη δουλειά σαν μοναδική ευκαιρία. Τώρα όμως τι θα γινόταν;

Φωνάζω τον Αργυρόπουλο και του λέω: «Κοίτα, Αργυρόπουλε, στο καταστατικό του σωματείου βάλανε την υπογραφή τους και δύο δικοί σου από το λογιστήριο. Δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά αν θέλεις να έχεις μέλλον στην εταιρεία, πρέπει να κάνεις κουμάντο να αποσύρουν την υπογραφή τους.» Ο Αργυρόπουλος πάγωσε: χρόνια μπλεγμένος με τα λογιστικά του, τις εφορίες και τις τράπεζες, αν και πεπειραμένος σ’ αυτά, στα συνδικαλιστικά ήτανε άπραγος. Ωστόσο, μπροστά στην απειλή να χάσει τα ωραία και τα καλά του, πήρε τις αποφάσεις του. Μια και δυο τράβηξε στις γυναίκες των υπαλλήλων του, αυτές που σίγουρα θα τις άκουγαν οι «δικοί του». Αυτές πάλι, έπιασαν τους άντρες τους απ’ τους γιακάδες, τι τους θες, ρε πεζεβέγκη, τους συνδικαλισμούς όταν δεν θα ‘χουμε να πληρώσουμε αύριο το στεγαστικό, και με τέτοια και με άλλα τους έπεισαν να αποσύρουν την υπογραφή τους.


Στο σημείο εκείνο, τα αμπέχονα δεν άντεξαν: ο αρχηγός σηκώθηκε όρθιος, διάβασε την έντονη διαμαρτυρία του «ενάντια στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα που εισάγει η Κυβέρνηση-δούλος των μονοπωλίων και της Κοινής Αγοράς» και όλοι μαζί αποχωρήσανε για το κυλικείο μέσα σε ηχηρές διαμαρτυρίες. Όμως, ο κύριος επιχειρηματίας δεν είχε τελειώσει ακόμα κι ούτε που ίδρωσε το αυτί του για την αποχώρηση των αριστερών φοιτητών. Σιχτίρ, να φύγουν οι ανάρχω, σκέφτηκε, χωρίς όμως να πει δημόσια τις σκέψεις του.

Να μη σας τα πολυλογώ, είχαμε κι άλλες φάσεις, όπως κάτι τυπάδες με τσιγκελωτά μουστάκια από διπλανά εργοστάσια που έρχονταν για συμπαράσταση στους δικούς μας κι έτρωγαν κι έπιναν μπροστά στην πύλη τα σουβλάκια και τις ρετσίνες των δικών μας των ηλιθίων, κούρδους που τριγυρνούσαν να πουλήσουνε φυλλάδια στους απεργούς, κάτι τύπους με λιγδερά αμπέχονα που πουλούσαν εφημερίδες, μέχρι και ένα Γκολφ με δυο παστρικές εμφανίστηκε μια μέρα και κοντοστέκονταν με τις ώρες μπας και βρούνε πελατεία. Οι μόνοι που δεν εμφανίστηκαν ποτέ ήταν οι αστυνομικοί. Ούτε ένα περιπολικό δεν στείλανε οι αχρείοι, έτσι, έστω για τα μάτια. Μετά μου λέτε για το κράτος. Ούτε κράτος ούτε τίποτα δεν έχουμε. Αν δεν έχεις μόνος σου νύχια να ξυθείς, έχασες.

Είκοσι μέρες κράτησε η απεργία. Είκοσι ολόκληρες μέρες χρειάστηκαν οι δικηγόροι να κάνουν τα χαρτιά, να πάνε στα δικαστήρια, να τους βγάλουν παράνομους και να λήξει το θέμα μας. Περιττό να σας πω ότι και οι δεκαεννιά πήρανε τις απολύσεις τους στο χέρι. Και ότι, από την επόμενη μέρα της απόλυσης, βάλανε λυτούς και δεμένους να τους ξαναπάρω. Πέντε-έξι μάλιστα ξεδιάντροποι ζήτησαν μέχρι και να με δουν. Εγώ, αν και τους άφησα να τσουρουφλίζονται κανένα δεκαπενθήμερο, στο τέλος τους δέχτηκα έναν-έναν. Με παρακαλούσαν γονατιστοί, μυξοκλαίγανε πως τους παρέσυρε ο αποθηκάριος κι εκείνο το βλήμα ο φορτηγατζής ο Γρηγόρης, πως το μετάνιωσαν πικρά, πως αν τους ξανάπαιρνα θα ήταν δυο φορές πιο αφοσιωμένοι στην εταιρεία κι άλλα τέτοια. Εμένα δεν ίδρωνε το αφτί μου. Τους κοίταγα ειρωνικά, τους έριχνα τα μπινελίκια που τους έπρεπαν, αλλά δεν τους απαντούσα για την πρόσληψη. «Θα δούμε», έλεγα σαν τη Σφίγγα.

Δυο μήνες αργότερα τα πράγματα ηρέμησαν τελείως. Πήρα τρεις-τέσσερις πίσω, τους άλλους τους μήνυσα ότι δεν θέλω να τους ξέρω. Φυσικά ο συγγενής μου ο εφοριακός δεν τόλμησε να μου τηλεφωνήσει για τον αλητάμπουρα το γιο του. Αυτοί που ξαναπήρα γίνανε οι πιο πιστοί μου ακόλουθοι, πώς το λένε ορισμένοι, «πραιτοριανοί». Δεν έπεφτε καρφίτσα στην παραγωγή χωρίς να το μάθω, δεν γινότανε τίποτε στις φορτώσεις πριν το πληροφορηθώ εγώ. Ουδέν κακόν, αμιγές καλού, που είχε πει κι ο Πετρίδης. Θαρρώ πως τους καθάρισα μια για πάντα. Τώρα, όποιος σκεφτεί τη λέξη σωματείο, αμέσως το ξανασκέφτεται δυο φορές.

Έτσι εξασφαλίζεται η σιδηρά πειθαρχία στα εργοστάσια, αγαπητοί φίλοι και φίλες. Κι έτσι τιμωρώ και θα τιμωρώ όλους όσους στραβοκοιτούν την περιουσία μου και όσα έφτιαξα με δάκρυα και αίμα. Κι αυτό δεν είναι σκληρότητα. Δικαιοσύνη είναι. Κοινωνική δικαιοσύνη, μάλιστα κύριε. Γιατί ποιος είσαι, κύριε, εσύ, ο τίποτα, ο κανένας στην κοινωνία, που, παρά το ότι σε ταΐζω και σε ποτίζω, θες να καταστρέψεις ότι δημιούργησα; Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει αν μου κουνηθείς. Άκου «η τρομοκρατία δεν θα περάσει»… Ακόμα το θυμάμαι και μου ανεβαίνει η πίεση. Αμ πέρασε, κορόιδα, πέρασε και θα περνάει πάντα. Όχι, τι νομίζατε; Τζάμπα έπεσε το τοίχος του Βερολίνου και ήρθε μέχρι και στη Σοβιετία ο καπιταλισμός; Τα κεφάλια μέσα, λοιπόν, όλοι στη δουλειά είναι πλέον το μήνυμα στο εργοστάσιό μου…


Ο επιτυχημένος επιχειρηματίας, κατακόκκινος από το κρεσέντο του, έδωσε στο ακροατήριο του να καταλάβει ότι η διάλεξη είχε τελειώσει. Ωστόσο καμιά εκατοστή φοιτητές που είχαν μείνει μαζί με τον καθηγητή τους παρέμεναν αμήχανα αποσβολωμένοι και βουβοί κοιτώντας τον για ατέλειωτα δευτερόλεπτα όχι μόνον χωρίς να χειροκροτούν, έστω κι από τυπική ευγένεια, αλλά μερικοί βάζοντας στο μυαλό τους από στιγμή σε στιγμή να του ορμήσουν. Κάποιοι μάλιστα άρχισαν να αποχωρούν από το αμφιθέατρο συζητώντας μεταξύ τους συνωμοτικά. Την παρατεταμένη σιωπή πήρε επί τέλους την πρωτοβουλία να τη διακόψει ο καθηγητής που είχε την έμπνευση να τον προσκαλέσει στο πλαίσιο του μαθήματος «Διοίκηση Επιχειρήσεων» ευχαριστώντας τον για όσα διδακτικά είπε σήμερα στα αυριανά στελέχη επιχειρήσεων και, γιατί όχι, πιθανούς επιχειρηματίες. - Μήπως έχετε κάτι διδακτικό να προσθέσετε, κ. Αβράσογλου; - Ναι, απάντησε ο επιχειρηματίας. Λίγοι φοιτητές απομείνανε κύριε καθηγητά, αλλά τυχεροί. Τυχεροί γιατί μόνο σ’ αυτούς θα αποκαλύψω τη θεωρία μου… Μπορώ να έχω άλλα δέκα λεπτά; ρώτησε τον καθηγητή.

Ακούστε λοιπόν: όσοι από εσάς θα γίνετε επιχειρηματίες, αλλά κι όσοι θα διευθύνετε μια μέρα, παίρνοντας παχυλούς μισθούς, επιχειρήσεις ξένων αφεντικών, θα πρέπει να έχετε από την πρώτη στιγμή στο μυαλό σας ότι μια επιχείρηση δεν είναι κατηχητικό κι ούτε ο επιχειρηματίας είναι παπάς της ενορίας που οργανώνει συσσίτια. Για να ξέρετε τι σας γίνεται, θα σας κάνω τη χάρη να σας αποκαλύψω την αρχή, τη θεωρία τού ΟΥΔΕΙΣ ΟΙΚΤΟΣ για να τη βάλετε καλά μες στο μυαλό σας, να μάθετε πώς διατηρούνται οι επιχειρήσεις.

Η οικονομία της αγοράς είναι μια ζούγκλα που βάζει κάποιους κανόνες αλλά δεν παύει να θυμίζει τη βασική πραγματικότητα μιας ζούγκλας που μπορεί να περιγραφεί μόνο με τις γνωστές παροιμίες: ο θάνατος σου η ζωή μου, το μεγάλο ζώο τρώει το μικρό, το μικρό επιβιώνει λουφάζοντας μέχρι να γίνει κι αυτό ισχυρό, πάντοτε υπάρχει ένα μεγαλύτερο ζώο για να σε κατασπαράξει κλπ. Και η επιβίωση ενός επιχειρηματία ή ενός υψηλόβαθμου στελέχους σε μια εταιρεία, σε μια επιχείρηση, σε έναν οργανισμό, υπακούει μόνο σε μία αρχή: Ουδείς οίκτος.

Ουδείς οίκτος σημαίνει ότι κανείς δεν θα λυπηθεί τα τυχόν λάθη σου, την απαίτησή σου για καλυτέρευση της ζωής σου, τα δικαιώματά σου για ξεκούραση, το δικαίωμά σου σε κάποιες αποτυχίες, αν θέλετε.

Ουδείς οίκτος σημαίνει ότι αν δεν είσαι κατασκευασμένος από σιδερένια αντοχή, από ατσάλινη απάθεια για όσα συμβαίνουν στους άλλους, αν είσαι λιγουλάκι αισθηματίας ή ευαίσθητος, κανένας δεν θα σου δείξει τον οίκτο του όταν θα πέφτεις, γιατί αν είσαι λίγο μαλακός, λίγο από ζυμάρι, θα πέσεις γρήγορα και σίγουρα.

Ουδείς οίκτος πρέπει να είναι και η δική σου αρχή συμπεριφοράς προς πάσα κατεύθυνση είτε μέσα στην αγορά είτε μέσα στην ιεραρχία μιας επιχείρησης, είτε δηλαδή προς τα έξω είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω είτε μέσα στην επιχείρηση. Ουδείς οίκτος πρέπει να είναι η συμπεριφορά σου προς κάθε εργαζόμενο, εφοριακό, αρχιμανδρίτη, υπουργό, τραπεζικό ή οποιονδήποτε άλλον απ’ όλους τους φθονερούς αυτούς κατσικοκλέφτες που το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι πώς θα σου φάνε όλο το βιός σου, ή στην καλύτερη περίπτωση, ένα μέρος απ’ αυτό.
 
Πρέπει να είσαι φιλόδοξος, φιλόδοξος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, ερωτευμένος με την κοινωνική επιτυχία ή τουλάχιστον αυτό που επιτυγχάνει κανείς στην οικονομία της αγοράς μέσω της επαγγελματικής επιτυχίας και που τελικά όλοι την ονομάζουνε κοινωνική επιτυχία. Μην αυταπατάστε: μόνο η φιλοδοξία των ανθρώπων οδηγεί τις κοινωνίες μπροστά, στις μεγάλες ανακαλύψεις, στα μεγάλα έργα. Και μην ντρέπεστε καθόλου γι’ αυτό: αντίθετα να χαίρεστε που είστε τόσο φιλόδοξοι, γιατί μόνον έτσι κι εσείς θα πάτε μπροστά. Και να θυμάστε πάντα αυτή τη μέρα που σας αποκάλυψα τη μεγάλη αυτή Αρχή: ΟΥΔΕΙΣ ΟΙΚΤΟΣ παιδιά. Εφαρμόστε το στη ζωή σας και θα με θυμάστε, θα βλογάτε τα πεθαμένα μου σε λίγα χρόνια. Και πάλι σας ευχαριστώ…


Ο φοβερός και τρομερός επιχειρηματίας έκλεισε την ομιλία του κουνώντας το χέρι του για χαιρετισμό σε όσους, ελάχιστους φοιτητές είχαν απομείνει στο αμφιθέατρο από το αποσβολωμένο του ακροατήριο. Βγαίνοντας από τη σχολή μαζί με τον κύριο καθηγητή, άκουσε κάτι σαν οχλαγωγία, σειρήνες περιπολικού, φοιτητές να τρέχουν δεξιά-αριστερά. Σπρώχνοντας και απωθώντας τούς γύρω του έφτασε στην έξοδο, μπροστά στο κυλικείο, όπου είχε παρκάρει τη Μερσεντές. Το αυτοκίνητο φλέγονταν και γύρω-γύρω κορυβαντιώντες φοιτητές χειροκροτούσαν, ενώ η πυροσβεστική που είχε ειδοποιηθεί από τον κυλικειάρχη μόλις είχε φτάσει και ξετύλιγε τους κρουνούς. Πότε στον διάβολο, σκεφτόταν ο επιχειρηματίας, πρόλαβαν οι ανάρχω και γράψανε ήδη το μεγάλο πανώ με τα δικά του λόγια «ΟΥΔΕΙΣ ΟΙΚΤΟΣ» και τον κοιτάζανε ειρωνικά… πότε πρόλαβαν οι αλήτες…

Αδημοσίευτο διήγημα (2003)
« Last Edit: 14 May, 2009, 22:02:00 by wings »