Νεολογισμοί (σε εισαγωγικά και μη)

elena petelos

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3185
    • Gender:Female
  • Qui ne dit mot consent.
Μέχρι να το μεταφέρουν ο Νίκος και η Βίκυ σε νέο ή στο κατάλληλο νήμα... :-))


Ορολογία: Ορισμένοι αμφισβητούμενοι επιστημονικοί όροι στην περιοχή των υδατικών πόρων
Στο κείμενο που ακολουθεί συζητούνται (σε αλφαβητική σειρά) ορισμένοι επιστημονικοί όροι της περιοχής των υδατικών πόρων για τους οποίους υπάρχει διχογνωμία στην ελληνική επιστημονική κοινότητα. Με πράσινο χρώμα σημειώνονται οι όροι που προτείνονται εδώ, για τους λόγους που επεξηγούνται, ενώ με κόκκινο χρώμα σημειώνονται εναλλακτικοί όροι που έχουν μεν χρησιμοποιηθεί, αλλά δεν συστήνονται γιατί (κατά την άποψη του συντάκτη) είναι ακατάλληλοι.

Δυνητική εξατμοδιαπνοή (αγγλικά potential evapotranspiration). Ο όρος περιγράφει την ποσότητα της εξατμοδια­πνοής (βλέπε λέξη) που δυνητικά θα μπορούσε να πραγ­ματο­ποι­ηθεί από εδαφικές επιφάνειες πλήρως και ομοιό­μορφα καλυμμένες από ανα­πτυσσόμενη χλωρίδα, εφόσον υπήρχαν συνθήκες απεριόριστης διαθεσι­μό­τη­τας νερού, σε αντιστοιχία, δηλαδή, με την εξάτμιση υδάτινων επιφα­νειών. Εναλλακτικά έχει χρησιμοποιηθεί ο όρος δυναμική εξατμισοδιαπνοή. Ωστόσο, ο προσδιορισμός δυνητική είναι σαφέστερος και αποδίδει καλύτερα τον αντίστοιχο αγγλικό όρο (potential). Η έννοια της δυνητικής εξατμοδιαπνοής έχει εισαχθεί από τον κλιματολόγο Thornthwaite το 1948 και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρύτατα μέχρι σήμερα στην υδρολογία, μετεωρολογία και κλιματολογία. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο του όρου έχει γίνει αντικείμενο κριτικής από πολλούς υδρολόγους (βλ. Κουτσογιάννης και Ξανθόπουλος, 1999, σ. 167), ενώ από ορισμένους προτείνεται ως προτιμότερος ο όρος δυνητική εξάτμιση (αγγλικά potential evaporation).

Εξατμοδιαπνοή (αγγλικά evapotranspiration). Ο όρος περιγράφει το σύνολο των πραγματικών απωλειών νερού από την εξάτμιση εδαφών και από τη διαπνοή της χλωρίδας. Ως συνώνυμοι έχουν χρησιμοποιηθεί οι όροι εξατμισοδιαπνοή και εξατμισιδιαπνοή. Ο πρώτος (εξατμισοδιαπνοή), που μάλλον είναι και ο πιο διαδεδομένος, δεν φαίνεται να είναι γραμματικώς ορθός, αφού στη σύνθεση τα τριτόκλιτα ουσιαστικά (όπως το εξάτμισις), όταν αποτελούν πρώτο συνθετικό, δεν παίρνουν το συνθετικό φωνήεν -ο- (π.χ. ρηξικέλευθος, ρηξιγενής αλλά και εξατμισίμετρο). Ο δεύτερος (εξατμισιδιαπνοή) είναι μάλλον ορθότερος, αλλά όχι τόσο εύηχος. Ο τύπος εξατμοδιαπνοή που τελικώς προτείνεται υπακούει στον κανόνα αποφυγής της πολυσυλλαβίας, σύμφωνα με τον οποίο προς αποφυγή πολυσύλλαβης λέξης υιοθετείται ένας συντομότερος τύπος. Ο κανόνας αυτός αναλύεται από τον Τσοπανάκη (1994, σ. 691), ο οποίος παραθέτει και μια σειρά παραδειγμάτων (π.χ. αλωνοθερίζω αντί αλονιζοθερίζω, ηλεκτροφωτισμός αντί ηλεκτρικοφωτισμός, περιβαλλοντικός (βλέπε λέξη) αντί περιβαλλοντολογικός, ελικοδρόμιο αντί ελικοπτεροδρόμιο, αεροδρόμιο αντί αεροπλανοδρόμιο). Ας σημειωθεί ότι ορισμένοι υδρολόγοι αποφεύγουν τη χρήση του όρου εξατμοδιαπνοή (evapotranspiration), γενικεύοντας τη χρήση του όρου εξάτμιση (evaporation) στον οποίο συγκαταλέγουν και τη διαπνοή των φυτών (βλ. Κουτσογιάννης και Ξανθόπουλος, 1999, σ. 167).

Μοντέλο (αγγλικά model). Η λέξη ετυμολογείται από το λατινικό modus (= τρόπος, μέτρο), δεν είναι δηλαδή «καθαρόαιμη» ελληνική. Όμως έχει πλέον καταχωρηθεί ως ελληνική λέξη που κλίνεται κανονικά και υπάρχει σε όλα τα σύγχρονα λεξικά (π.χ. Κριαράς, 1995, Μπαμπινιώτης, 1998)· ο Τσοπανάκης (1994) καταχωρεί τη λέξη στα νεολατινικά δάνεια και τη γράφει «μοντέλλο», σε αντιστοιχία με την ιταλική λέξη modello. Η λέξη χρησιμοποιείται ευρύτατα με διάφορες σημασίες, όπως: ένα πρότυπο για καλλιτέχνη ή το πρόσωπο που ποζάρει για τον καλλιτέχνη· ένα πρότυπο ρούχο που θεωρείται υπόδειγμα για να αντιγραφεί, ή και το πρόσωπο που το φοράει (το μανεκέν)· ένα πρόσωπο που θεωρείται άξιο προς μίμηση· ένα σύστημα οικονομικό ή κοινωνικό που θεωρείται κατάλληλο να ακολουθηθεί ως πρότυπο· ο τύπος ενός αυτοκινήτου ή μηχανήματος κτλ. Ως επιστημονικός όρος, το μοντέλο έχει και πάλι πολλές σημασίες που όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: κάτι που αντιπροσωπεύει κάτι άλλο, το πρωτότυπο. Μερικές απ’ αυτές είναι: γραφική αναπαράσταση (π.χ. χάρτης ή σχέδιο)· τρισδιάστατη αναπαράσταση (π.χ. μακέτα κτηρίου)· πρότυπο ή πιλοτικό σύστημα (π.χ. ένα κτήριο που θα χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο και για άλλα πανομοιότυπα κτήρια)· φυσικό ομοίωμα (π.χ. ομοίωμα υπό κλίμακα ενός υδραυλικού έργου) κ.ά. Ιδιαίτερη σημασία έχει το μαθηματικό μοντέλο (mathematical model), δηλαδή το μαθηματικό σύστημα που αντιπροσωπεύει μια πραγματική οντότητα ή κατάσταση (π.χ. Ευκλείδειος χώρος, μαθηματικό σύνολο, σύνολο εξισώσεων που περιγράφουν ένα φαινόμενο). Στην τεχνολογία, η πιο συνηθισμένη περίπτωση μαθηματικού μοντέλου είναι το μοντέλο προσομοίωσης (simulation model) που αποτελεί ένα σύνολο υποθέσεων για τη λειτουργία του συστήματος, εκφρασμένων υπό μορφή μαθηματικών ή λογικών σχέσεων μεταξύ των αντικειμένων του συστήματος (και συνήθως κωδικοποιημένων σε πρόγραμμα υπολογιστή). Σημειώνεται ότι η προσομοίωση (simulation) που ορίζεται ως η τεχνική μίμησης ενός πραγματικού συστήματος, όπως αυτό εξελίσσεται στο χρόνο, εκτελείται πάντα στο μοντέλο – όχι στο πρωτότυπο. Εξαιτίας της μη ελληνικής της προέλευσης, η λέξη μοντέλο έχει συναντήσει την αντίδραση πολλών ελλήνων επιστημόνων, οι οποίοι έχουν προτείνει ή επινοήσει άλλους εναλλακτικούς, ελληνικής προέλευσης, όρους, όπως πρότυπο, υπόδειγμα, ομοίωμα, προσομοίωμα. Οι δύο τελευταίοι όροι δύσκολα μπορούν να συνδυαστούν με την προσομοίωση (προσομοίωμα προσομοίωσης;) Κανένας απ’ τους εναλλακτικούς όρους δεν έχει το ευρύ περιεχόμενο του όρου μοντέλο και δεν έχει επικρατήσει, με αποτέλεσμα, τουλάχιστον στον προφορικό λόγο, να κυριαρχεί ο όρος μοντέλο.

Περιβαλλοντικός και περιβαλλοντολογικός (environmental). Και τα δύο επίθετα είναι πρακτικώς ταυτόσημα και σημαίνουν αυτόν που αναφέρεται στο περιβάλλον. Γραμματικώς είναι και οι δύο όροι σωστοί, αλλά ο πρώτος είναι πιο εύχρηστος και υπερτερεί αφού υπακούει στον κανόνα της αποφυγής πολυσυλλαβίας (βλέπε σχετική συζήτηση κάτω από τη λέξη εξατμοδιαπνοή).

Πλαγκτό, πλαγκτικός, πλαγκτολογία (αγγλικά plankton, planktic, planktology). Το επίθετο πλαγκτός είναι αρχαιοελληνικό (απαντά στον Όμηρο και τον Ευριπίδη) και σημαίνει περιπλανώμενος, αλήτης και μεταφορικά παράφρων, ταραγμένος, Το ουδέτερο του επιθέτου (πλαγκτόν ή πλαγκτό) χρησιμοποιείται στην επιστημονική ορολογία για να περιγράψει τους μικρούς φυτικούς ή ζωικούς οργανισμούς (φυτοπλαγκτό, ζωοπλαγκτό, αντίστοιχα) που πλανιούνται στη θάλασσα και η κολυμβητική τους ικανότητα είναι μικρότερη από την κινητικότητα του νερού. Προφανώς, εφόσον πρόκειται για ελληνική λέξη κλίνεται κανονικά (το πλαγκτό, του πλαγκτού) πράγμα που σημαίνει ότι η γενική του πλαγκτόν που συχνά ακούμε και διαβάζουμε είναι τερατωδώς εσφαλμένη. Όπως εσφαλμένος είναι και ο παράγωγος όρος πλαγκτονικός (αγγλικά planktonic), καθώς και ο σύνθετος όρος πλαγκτονολογία (αγγλικά planktonology)· το πόσο τερατώδεις είναι οι όροι αυτοί μπορεί να το καταλάβει κανείς αν σκεφτεί κατ’ αναλογία όρους όπως φυτονικός αντί φυτικός ή φυτονολογία αντί φυτολογία.

Στοχαστική ανέλιξη (αγγλικά stochastic process). Ο όρος περιγράφει μια τυχαία συνάρτηση, συνήθως του χρόνου, ή αλλιώς μια απειροπληθή οικογένεια τυχαίων μεταβλητών, και έχει προταθεί από τον Κάκουλλο (1978). Εναλλακτικά έχει χρησιμοποιηθεί ο όρος στοχαστική διαδικασία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η λέξη ανέλιξη (από το ρήμα ανελίσσω = ξετυλίγω, εξελίσσομαι) μάλλον αποδίδει καλύτερα από τη λέξη διαδικασία (που αρχικώς σήμαινε τη δίκη και μετέπειτα τις τυπικές ενέργειες που απαιτεί η διεξαγωγή μιας δίκης· Μπαμπινιώτης, 1998), τον αγγλικό όρο process. Σε άλλες περιπτώσεις που αναφέρονται σε φυσικά και όχι μαθηματικά συστήματα, ο όρος process αποδίδεται καλύτερα ως διεργασία (και πάλι όχι ως διαδικασία). Έτσι έχουμε φυσικές διεργασίες (όπως υδρολογικές διεργασίες – αγγλικά hydrological processes) ή τεχνητές διεργασίες (όπως διεργασίες επεξεργασίας νερού – αγγλικά water treatment processes), τα μαθηματικά μοντέλα των οποίων μπορεί να είναι ανελίξεις (εν προκειμένω, στοχαστικές ανελίξεις). Το επίθετο στοχαστικός εδώ δεν έχει τη σημασία που έχει στην καθομιλουμένη, αλλά αυτήν του τυχαίου. Με αυτή την έννοια έχει εισαχθεί ως επιστημονικός όρος από τον ελβετό μαθηματικό Giacomo Bernoulli πριν 300 και πλέον χρόνια. Το επίθετο προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα στοχάζομαι με την έννοια του εικάζω (η αρχική σημασία του στοχάζομαι είναι σημαδεύω το στόχο, κατόπιν έγινε εικάζω, νομίζω, και τέλος συλλογίζομαι).

Υδατικός, υδάτινος. Πρόκειται για δύο παρεμφερείς αλλ’ όχι ταυτόσημους όρους. Το επίθετο υδατικός σημαίνει αυτόν που ανήκει η αναφέρεται στο νερό, ενώ το υδάτινος αυτόν που αποτελείται από νερό (Κριαράς, 1995). Με αυτοί τη λογική σχηματίζουμε τους όρους υδατικός πόρος (όχι υδάτινος πόρος) υδατικό οικοσύστημα (όχι υδάτινο οικοσύστημα), υδατική πολιτική (όχι υδάτινη πολιτική) αλλά υδάτινη μάζα, υδάτινο σώμα, υδάτινο περιβάλλον (= το μέρος του περιβάλλοντος που αποτελείται από υδάτινα σώματα).

Υδροφορέας, υδροφορία, υδροφόρος ορίζοντας. Οι τρεις αυτοί ορθοί επιστημονικοί όροι έχουν εσφαλμένα χρησιμοποιηθεί ως ισοδύναμοι. Ο όρος υδροφορέας (αγγλικά aquifer) περιγράφει μια γεωλογική ενότητα που μπορεί να αποθηκεύσει μια αξιόλογη ποσότητα νερού και να τη μεταφέρει με ρυθμό υδρολογικά σημαντικό. Ο όρος υδροφόρος ορίζοντας (αγγλικά water table ή groundwater table) είναι συνώνυμος με τον όρο φρεάτιος ορίζοντας (αγγλικά phreatic table) και περιγράφει την ελεύθερη επιφάνεια του νερού σε ένα φρεάτιο υδροφορέα, δηλαδή το άνω όριο του υδροφορέα. Τέλος ο όρος υδροφορία περιγράφει ποσοτικά την ιδιότητα κάτι να φέρει νερό· έτσι μπορούμε να έχουμε σε ένα υδρολογικό έτος υψηλή υδροφορία και σε ένα άλλο χαμηλή (ανάλογα αν υπήρχε πολύ ή λίγο νερό). Ως συνώνυμος με την υδροφορία έχει χρησιμοποιηθεί ο όρος υδραυλικότητα, ο οποίος καλύτερα ταιριάζει στα υδραυλικά κονιάματα

Υφαλμύριση. Ο όρος περιγράφει τη διαδικασία ή την κατάσταση μετατροπής του νερού σε υφάλμυρο. Προέρχεται από την πρόθεση υπό και το ρήμα αλμυρίζω. Το ρήμα αλμυρίζω είναι αρχαιοελληνικό (κατά το λεξικό του Πάτση, 1969, απαντά στον Αριστοτέλη) και χρησιμοποιείται και σήμερα (Κριαράς, 1995). Ρήμα αλμυρώνω ή αλμυρύνω που θα δικαιολογούσαν τους διαδεδομένους τύπους υφαλμύρωση και υφαλμύρυνση δεν υπάρχει ούτε στην αρχαία ούτε στη νέα ελληνική.

 

Αναφορές

Κάκουλλος, Θ. Ν., Στοχαστικές Ανελίξεις, Αθήνα, 1978.

Κουτσογιάννης, Δ., και Θ. Ξανθόπουλος, Τεχνική Υδρολογία, Έκδοση 3, 418 σελίδες, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα, 1999.

Κριαράς, Ε., Νέο Ελληνικό Λεξικό της Σύγχρονης Δημοτικής Γλώσσας, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1995.

Μπαμπινιώτης, Γ. Δ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας με Σχόλια για τη Σωστή Χρήση των Λέξεων, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα, 1998.

Πάτσης, Χ. Επίτομο Λεξικό Αρχαίας, Ορθογραφικό-Ερμηνευτικό, Εκδοτικός Οίκος Χάρη Πάτση, 1969.

Τσοπανάκης, Α. Γ., Νεοελληνική Γραμματική, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1994.

 

 









http://www.itia.ntua.gr/dk/hydroglossica/orologia.html
« Last Edit: 29 Jan, 2006, 14:27:06 by epetelos »


 

Search Tools