δυσβάστακτος -> a malapena sopportabile, insopportabile, difficilmente sostenibile, insostenibile, oppressivo

iogo · 1 · 1001

Offline iogo

  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 46418
    • Gender:Male
  • ignoramus et ignorabimus
    • romeingreek
    • corfuhistory
    • Γωνιές της Ρώμης
δυσβάστακτος -> "a malapena sopportabile", insopportabile, "difficilmente sostenibile", insostenibile, oppressivo



δυσβάστακτος -η -ο [δizvástaktos] & δυσβάσταχτος -η -ο [δizvástaxtos] Ε5 : που δύσκολα μπορεί κάποιος να τον βαστάξει, να τον υποφέρει. 1. για κτ. που σχεδόν ξεπερνάει την ψυχική ή σωματική αντοχή κάποιου: ~ πόνος. Bλέπει τη ζωή του σαν ένα δυσβάστακτο φορτίο. 2. για οικονομική επιβάρυνση δυσανάλογα μεγάλη προς τις δυνατότητες κάποιου: Δυσβάστακτοι φόροι. δυσβάστακτα ΕΠIΡΡ.
"Io non odio persona al mondo, ma vi sono cert'uomini ch'io ho bisogno di vedere soltanto da lontano".
Ugo Foscolo - "Ultime lettere di Jacopo Ortis"


 

Search Tools