ώσπερ -> just like, as, as if, once, upon

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812078
    • Gender:Male
  • point d’amour
ώσπερ -> just like, as
« Last Edit: 11 Jan, 2012, 15:51:58 by crystal »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70308
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Πάπυρος - Μέγα Lεξικό της Ελληνικής Γλώσσας:

ώσπερ
ὥσπερ, ΝΜΑ, και βαρβαρ. τ. ὤσπερ Α· (τροπ. επίρρ.) (λόγιος τ.) όπως ακριβώς (α. «όρμησε ώσπερ μαινόμενος ταύρος»· β. «τοῑς ἠτυχηκόσιν ὥσπερ ἐγώ», Δημοσθ.)· || (αρχ.) 1. παραδείγματος χάριν, λογουχάρη («ὅταν χορὸς... γίγνηται, ὥσπερ ὁ εἰς Δῆλον πεμπόμενος», Ξεν.)· 2. ωσάν, σαν να («τὸν ἐγκέφαλον ὥσπερ σεσεῑσθαι μοι δοκεῑς», Αριστοφ.)· 3. (με χρον. σημ.) αμέσως μόλις· 4. (με συγκριτ.) ως· 5. (φρ.) α) «ὥσπερ ἐξόν»· σαν να ήταν δυνατόν, σαν να μπορούσαμε (Ξεν.)· β) «ὥσπερ ἄν»· (χρον.) εν όσω, εφόσον (Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὡς* (Ι) + πέρ*].


Επομένως και as if, once, upon.



 

Search Tools