οκλαδόν -> cross-legged

Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 790831
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
οκλαδόν -> cross-legged

οκλαδόν [oklaδón] επίρρ. : (γυμν.) στάση, καθώς και το αντίστοιχο παράγγελμα, κατά την οποία κάποιος κάθεται στο έδαφος με τα πόδια λυγισμένα και σταυρωμένα προς τα μέσα.
[λόγ. < ελνστ. ὀκλαδόν]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

ὀκλαδόν
Adv.
A with bent hams, in crouching, cowering posture, A.R.3.122, Nonn.D.1.358, al.; cf ὀκλάξ.
Liddell, Scott, Jones Ancient Greek Lexicon (LSJ)
 


Offline Frederique

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 80227
    • Gender:Female
  • Creative, Hardworking and Able!
    • V and F
Γι' αυτό δεν το έβρισκα. Το ήξερα «ωκλαδών»; Ευχαριστώ
Communicate. Explore potentials. Find solutions.




 

Search Tools